Τρίτη 20 Αυγούστου 2013


Παλαιά Διαθήκη Ιησούς του Ναυή

Κεφάλαια:   1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24



Κεφάλαιο 1ο
ΙτΝ. 1,1 Καὶ ἐγένετο μετὰ τὴν τελευτὴν Μωυσῆ, εἶπε Κύριος τῷ Ἰησοῖ υἱῷ Ναυὴ τῷ ὑπουργῷ Μωυσῆ λέγων·
ΙτΝ. 1,1 Οταν ο Μωϋσής ετελεύτησεν, είπεν ο Κυριος στον Ιησούν του Ναυη, τον βοηθόν του Μωϋσέως τα εξής·
 
ΙτΝ. 1,2 Μωυσῆς ὁ θεράπων μου τετελεύτηκε· νῦν οὖν ἀναστὰς διάβηθι τὸν Ἰορδάνην, σὺ καὶ πᾶς ὁ λαὸς οὗτος εἰς τὴν γῆν, ἣν ἐγὼ δίδωμι αὐτοῖς.
ΙτΝ. 1,2 “Ο Μωϋσής, ο δούλος μου, απέθανε. Τωρα, λοιπόν, σήκω να διαβής τον Ιορδάνην, συ και όλος ο ισραηλιτικός αυτός λαός, δια να εισέλθετε εις την χώραν, την οποίαν εγώ δίδω εις όλους σας.
 
ΙτΝ. 1,3 πᾶς ὁ τόπος, ἐφ᾿ ὃν ἂν ἐπιβῆτε τῷ ἴχνει τῶν ποδῶν ὑμῶν, ὑμῖν δώσω αὐτόν, ὃν τρόπον εἴρηκα τῷ Μωυσῇ,
ΙτΝ. 1,3 Θα δώσω εις σας όλην την περιοχήν, την οποίαν θα πατήσουν τα πόδια σας, όπως έχω υποσχεθή στον Μωϋσήν.
 
ΙτΝ. 1,4 τὴν ἔρημον καὶ τὸν Ἀντιλίβανον ἕως τοῦ ποταμοῦ τοῦ μεγάλου ποταμοῦ Εὐφράτου, καὶ ἕως τῆς θαλάσσης τῆς ἐσχάτης ἀφ᾿ ἡλίου δυσμῶν ἔσται τὰ ὅρια ὑμῶν.
ΙτΝ. 1,4 Τα όρια της χώρας αυτής θα είναι προς νότον μεν η έρημος (Καδης), προς βορράν το όρος Αντιλίβανος, προς ανατολάς έως τον μεγάλον ποταμόν τον Ευφράτην, προς δε δυσμάς μέχρι της Μεσογείου Θαλάσσης.
 
ΙτΝ. 1,5 οὐκ ἀντιστήσεται ἄνθρωπος κατενώπιον ὑμῶν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου, καὶ ὥσπερ ἤμην μετὰ Μωυσῆ, οὕτως ἔσομαι καὶ μετὰ σοῦ καὶ οὐκ ἐγκαταλείψω σε, οὐδ᾿ ὑπερόψομαί σε.
ΙτΝ. 1,5 Κανείς άνθρωπος δεν θα ημπορέση να αντισταθή ενώπιόν σας καθ' όλον το διάστημα της ζωής σου· και όπως ήμην πάντοτε κοντά στον Μωϋσήν, δύναμις και προστασία του, έτσι θα είμαι και μαζή μέ σέ. Δεν θα σε εγκαταλείψω και ούτε ποτέ θα σε παραβλέψω.
 
ΙτΝ. 1,6 ἴσχυε καὶ ἀνδρίζου, σὺ γὰρ ἀποδιελεῖς τῷ λαῷ τούτῳ τὴν γῆν, ἣν ὤμοσα τοῖς πατράσιν ὑμῶν δοῦναι αὐτοῖς.
ΙτΝ. 1,6 Εχε θάρρος και ανδρείαν. Διότι συ θα κατακτήσης και θα διανείμης στον λαόν αυτόν την χώραν την οποίαν υπεσχέθην να δώσω στους προπάτοράς σας.
 
ΙτΝ. 1,7 ἴσχυε οὖν καὶ ἀνδρίζου, φυλάσσεσθαι καὶ ποιεῖν καθότι ἐνετείλατό σοι Μωυσῆς ὁ παῖς μου, καὶ οὐκ ἐκκλινεῖς ἀπ᾿ αὐτῶν εἰς δεξιὰ οὐδὲ εἰς ἀριστερά, ἵνα συνῇς ἐν πᾶσιν οἷς ἐὰν πράσσῃς.
ΙτΝ. 1,7 Εχε λοιπόν θάρρος και ανδρείαν, και πρόσεχε να εφαρμόζης πιστώς, ο,τι έχει διατάξει ο δούλος μου Μωϋσής στον Νομον. Από τας εντολάς του Νομου δεν θα παρεκκλίνης καθόλου, ούτε δεξιά ούτε αριστερά, δια να αποκτήσης έτσι σύνεσιν και να φέρης εις πέρας επιτυχώς όλα τα έργα σου.
 
ΙτΝ. 1,8 καὶ οὐκ ἀποστήσεται ἡ βίβλος τοῦ νόμου τούτου ἐκ τοῦ στόματός σου, καὶ μελετήσεις ἐν αὐτῷ ἡμέρας καὶ νυκτός, ἵνα εἰδῇς ποιεῖν πάντα τὰ γεγραμμένα· τότε εὐοδωθήσῃ, καὶ εὐοδώσεις τὰς ὁδούς σου καὶ τότε συνήσεις.
ΙτΝ. 1,8 Ποτέ δεν πρέπει να αφήσης από τα χέρια σου, από την καρδίαν και το στόμα σου το βιβλίον του Νομου τούτου. Θα το μελετάς ημέραν και νύκτα, δια να μάθης καλά και να εφαρμόζης πιστώς όλα, όσα είναι γραμμένα εις αυτό. Τοτε θα ευοδωθής και θα φέρης εις αίσιον πέρας τους σκοπούς σου και θα αναδειχθής συνετός δια τον εαυτόν σου και δια τον λαόν.
 
ΙτΝ. 1,9 ἰδοὺ ἐντέταλμαί σοι· ἴσχυε καὶ ἀνδρίζου, μὴ δειλιάσῃς, μηδὲ φοβηθῇς, ὅτι μετὰ σοῦ Κύριος ὁ Θεός σου εἰς πάντα, οὗ ἐὰν πορεύῃ.
ΙτΝ. 1,9 Ιδού σου έχω δώσει την εντολήν· λάβε δύναμιν και ανδρείαν, μη δειλιάσης ποτέ, μη φοβηθής κανένα, διότι εγώ, Κυριος ο Θεός σου, είμαι μαζή σου εις όλας τας ενεργείας σου και όπου θα πορευθής”.
 
ΙτΝ. 1,10 Καὶ ἐνετείλατο Ἰησοῦς τοῖς γραμματεῦσι τοῦ λαοῦ λέγων·
ΙτΝ. 1,10 Ο Ιησούς του Ναυή διέταξε τότε τους γραμματείς του Ισραηλιτικού λαού, λέγων·
 
ΙτΝ. 1,11 εἰσέλθατε κατὰ μέσον τῆς παρεμβολῆς τοῦ λαοῦ καὶ ἐντείλασθε τῷ λαῷ λέγοντες· ἑτοιμάζεσθε ἐπισιτισμόν, ὅτι ἔτι τρεῖς ἡμέραι καὶ ὑμεῖς διαβαίνετε τὸν Ἰορδάνην τοῦτον εἰσελθόντες κατασχεῖν τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν δίδωσιν ὑμῖν.
ΙτΝ. 1,11 “εισέλθετε ανά μέσον του στρατοπέδου και παραγγείλατε στον λαόν τα εξής· Ετοιμάσατε τροφάς, διότι έπειτα από τρεις ημέρας θα διαβήτε τούτον τον Ιορδάνην ποταμόν, δια να εισέλθετε και κατακτήσετε την χώραν, την οποίαν ο Κυριος ο Θεός των πατέρων σας δίδει εις σας”.
 
ΙτΝ. 1,12 καὶ τῷ Ῥουβὴν καὶ τῷ Γὰδ καὶ τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῆ εἶπεν Ἰησοῦς·
ΙτΝ. 1,12 Εις τας φυλάς του Ρουβήν και του Γαδ και στο ήμισυ της φυλής του Μανασσή ο Ιησούς του Ναυη, είπεν·
 
ΙτΝ. 1,13 μνήσθητε τὸ ῥῆμα, ὃ ἐνετείλατο ὑμῖν Μωυσῆς ὁ παῖς Κυρίου λέγων· Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν κατέπαυσεν ὑμᾶς καὶ ἔδωκεν ὑμῖν τὴν γῆν ταύτην.
ΙτΝ. 1,13 “ενθυμηθήτε την εντολήν, την οποίαν ο Μωϋσής, ο δούλος του Κυρίου, σας έδωσε λέγων· Κυριος ο Θεός σας παρεχώρησεν εις σας αυτήν την ανατολικώς του Ιορδάνου χώραν και σας ανέπαυσεν από τας άλλας ταλαιπωρίας.
 
ΙτΝ. 1,14 αἱ γυναῖκες ὑμῶν καὶ τὰ παιδία ὑμῶν καὶ τὰ κτήνη ὑμῶν κατοικείτωσαν ἐν τῇ γῇ, ᾗ ἔδωκεν ὑμῖν, ὑμεῖς δὲ διαβήσεσθε εὔζωνοι πρότεροι τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν, πᾶς ὁ ἰσχύων, καὶ συμμαχήσετε αὐτοῖς,
ΙτΝ. 1,14 Αι γυναίκες σας και τα παιδιά σας και τα κτήνη σας, ας παραμείνουν εις την γην, που σας έδωκεν ο Κυριος. Σεις όμως οι άνδρες με ελαφρόν οπλισμόν θα διαβήτε τον Ιορδάνην ποταμόν, προηγούμενοι από τους άλλους αδελφούς σας. Ολοι οι δυνάμενοι από σας θα συμπολεμήσουν με τους αδελφούς σας εναντίον των κατοίκων της Χαναάν,
 
ΙτΝ. 1,15 ἕως ἂν καταπαύσῃ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν, ὥσπερ καὶ ὑμᾶς, καὶ κληρονομήσωσι καὶ οὗτοι τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν δίδωσιν αὐτοῖς. καὶ ἀπελεύσεσθε ἕκαστος εἰς τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ, ἣν ἔδωκεν ὑμῖν Μωυσῆς εἰς τὸ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐπ᾿ ἀνατολῶν ἡλίου.
ΙτΝ. 1,15 μέχρις ότου Κυριος ο Θεός μας εγκαταστήση τους αδελφούς σας, όπως και σας, και κατακτήσουν και αυτοί την χώραν, την οποίαν Κυριος ο Θεός μας δίδει εις αυτούς. Επειτα δε θα επιστρέψη ο καθένας σας εις την κληρονομίαν του, την οποίαν σας έδωκεν ο Μωϋσής, προς ανατολάς, εις την πέραν του Ιορδάνου χώραν”.
 
ΙτΝ. 1,16 καὶ ἀποκριθέντες τῷ Ἰησοῦ εἶπαν· πάντα ὅσα ἐὰν ἐντείλῃ ἡμῖν, ποιήσομεν καὶ εἰς πάντα τόπον, οὗ ἐὰν ἀποστείλῃς ἡμᾶς, πορευσόμεθα·
ΙτΝ. 1,16 Εκείνοι απεκρίθησαν στον Ιησούν του Ναυή και είπαν· “όλα όσα θα μας διατάξης θα τα εκτελέσωμεν και εις κάθε τόπον, στον οποίον θα μας αποστείλης, θα μεταβώμεν.
 
ΙτΝ. 1,17 κατὰ πάντα, ὅσα ἠκούσαμεν Μωυσῆ, ἀκουσόμεθά σου, πλὴν ἔστω Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν μετὰ σοῦ, ὃν τρόπον ἦν μετὰ Μωυσῆ.
ΙτΝ. 1,17 Οπως δε υπηκούσαμεν εις όλα, όσα μας διέταξεν ο Μωϋσής, θα υπακούσωμεν και εις σέ. Μονον ευχόμεθα να είναι μαζή σου Κυριος ο Θεός μας, όπως ήτο και μαζή με τον Μωϋσήν.
 
ΙτΝ. 1,18 ὁ δὲ ἄνθρωπος, ὃς ἂν ἀπειθήσῃ σοι, καὶ ὅστις μὴ ἀκούσῃ τῶν ῥημάτων σου καθότι ἐὰν ἐντείλῃ αὐτῷ, ἀποθανέτω. ἀλλὰ ἴσχυε καὶ ἀνδρίζου.
ΙτΝ. 1,18 Εκείνος δε ο Ισραηλίτης, ο οποίος θα δειχθή απειθής εις σε και δεν θα υπακούση εις κάθε τι, που συ θα τον διατάξης, ας τιμωρηθή δια θανάτου. Συ δε λάβε δύναμιν και θάρρος”.
 
Κεφάλαιο 2ο
ΙτΝ. 2,1 Καὶ ἀπέστειλεν Ἰησοῦς υἱὸς Ναυὴ ἐκ Σαττὶν δύο νεανίσκους κατασκοπεῦσαι λέγων· ἀνάβητε καὶ ἴδετε τὴν γῆν καὶ τὴν Ἱεριχώ. καὶ πορευθέντες οἱ δύο νεανίσκοι εἰσήλθοσαν εἰς Ἱεριχὼ καὶ εἰσήλθοσαν εἰς οἰκίαν γυναικὸς πόρνης, ᾗ ὄνομα Ῥαάβ, καὶ κατέλυσαν ἐκεῖ.
ΙτΝ. 2,1 Ο Ιησούς του Ναυή έστειλεν από την Σαττίν, δύο νεαρούς Ισραηλίτας να κατασκοπεύσουν την χώραν, και τους είπε· “πηγαίνετε και παρατηρήσατε με προσοχήν την χώραν και ιδιαιτέρως την Ιεριχώ”. Οι δύο αυτοί νέοι μετέβησαν και εισήλθον εις την Ιεριχώ. Εισήλθον δε και έμειναν εις την οικίαν μιας γυναικός πόρνης, η οποία ωνομάζετο Ραάβ, και διενυκτέρευσαν εκεί.
 
ΙτΝ. 2,2 καὶ ἀπηγγέλη τῷ βασιλεῖ Ἱεριχὼ λέγοντες· εἰσπεπόρευνται ὧδε ἄνδρες τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ κατασκοπεῦσαι τὴν γῆν.
ΙτΝ. 2,2 Μερικοί όμως κάτοικοι της Ιεριχούς προσήλθον στον βασιλέα της πόλεως και είπον· “έχουν εισχωρήσει εδώ άνδρες Ισραηλίται, δια να κατασκοπεύσουν την χώραν μας”.
 
ΙτΝ. 2,3 καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς Ἱεριχὼ καὶ εἶπε πρὸς Ῥαὰβ λέγων· ἐξάγαγε τοὺς ἄνδρας τοὺς εἰσπεπορευμένους εἰς τὴν οἰκίαν σου τὴν νύκτα, κατασκοπεῦσαι γὰρ τὴν γῆν ἥκασι.
ΙτΝ. 2,3 Ο δε βασιλεύς της Ιεριχούς έστειλεν ανθρώπους, δια να είπουν προς την Ραάβ· “βγάλε και παράδωσέ μας τους άνδρας, οι οποίοι εισήλθον εις την οικίαν σου κατά την νύκτα, διότι έχουν έλθει να κατασκοπεύσουν την χώραν μας”.
 
ΙτΝ. 2,4 καὶ λαβοῦσα ἡ γυνὴ τοὺς δύο ἄνδρας ἔκρυψεν αὐτοὺς καὶ εἶπεν αὐτοῖς λέγουσα· εἰσεληλύθασι πρός με οἱ ἄνδρες·
ΙτΝ. 2,4 Η γυναίκα εκείνη επήρε τους δύο άνδρας, τους έκρυψεν ασφαλώς και κατόπιν είπεν στους απεσταλμένους του βασιλέως· “πράγμαι εισήλθον εις την οικίαν μου οι άνδρες αυτοί.
 
ΙτΝ. 2,5 ὡς δὲ ἡ πύλη ἐκλείετο ἐν τῷ σκότει, καὶ οἱ ἄνδρες ἐξῆλθον, οὐκ ἐπίσταμαι ποῦ πεπόρευνται· καταδιώξατε ὀπίσω αὐτῶν, εἰ καταλήψεσθε αὐτούς.
ΙτΝ. 2,5 Καθώς δε έπεφτε το σκοτάδι και επρόκειτο να κλεισθή η πύλη της πόλεως, οι άνδρες εκείνοι έφυγαν από την οικίαν μου και δεν γνωρίζω, που έχουν πορευθή. Καταδιώξατέ τους και πιθανόν να τους συλλάβετε”.
 
ΙτΝ. 2,6 αὕτη δὲ ἀνεβίβασεν αὐτοὺς ἐπὶ τὸ δῶμα καὶ ἔκρυψεν αὐτοὺς ἐν τῇ λινοκαλάμῃ τῇ ἐστοιβασμένῃ αὐτῇ ἐπὶ τοῦ δώματος.
ΙτΝ. 2,6 Η Ραάβ είχεν αναβιβάσει τους κατασκόπους στο ηλιακωτό της οικίας της και είχε κρύψει αυτούς κάτω από την καλαμιά του λιναριού, οποία ήτο στοιβαγμένη στο ηλιακωτό
 
ΙτΝ. 2,7 καὶ οἱ ἄνδρες κατεδίωξαν ὀπίσω αὐτῶν ὁδὸν τὴν ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου ἐπὶ τὰς διαβάσεις, καὶ ἡ πύλη ἐκλείσθη.
ΙτΝ. 2,7 Οι απεσταλμένοι του βασιλέως έτρεξαν εις καταδίωξιν των κατασκόπων, επήραν τον δρόμον, που οδηγεί εις τας διαβάσστου ποταμού Ιορδάνου, και μετά την έξοδόν των εκλείσθη πάλιν η πύλη.
 
ΙτΝ. 2,8 καὶ ἐγένετο ὡς ἐξήλθοσαν οἱ διώκοντες ὀπίσω αὐτῶν καὶ αὐτοὶ δὲ πρὶν ἢ κοιμηθῆναι αὐτούς, αὕτη δὲ ἀνέβη πρὸς αὐτοὺς ἐπὶ τὸ δῶμα
ΙτΝ. 2,8 Οταν εκείνοι εξήλθον εις καταδίωξιν των δύο νέων και πριν ακόμη αυτοί κοιμηθούν στο ηλιακωτόν, όπου ευρίσκοντο, ανέβη προς αυτούς η Ραάβ,
 
ΙτΝ. 2,9 καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἐπίσταμαι ὅτι ἔδωκεν ὑμῖν Κύριος τὴν γῆν, ἐπιπέπτωκε γὰρ ὁ φόβος ὑμῶν ἐφ᾿ ἡμᾶς·
ΙτΝ. 2,9 και τους είπε· “γνωρίζω πλέον πολύ καλά ότι ο Κυριος έχει παραδώσει εις σας την χώραν αυτήν. Το συμπεραίνω εκ του γεγονότος ότι έχομεν φοβηθή και πανικοβληθή ημείς οι κάτοικοι της Ιεριχούς από σας.
 
ΙτΝ. 2,10 ἀκηκόαμεν γὰρ ὅτι κατεξήρανε Κύριος ὁ Θεὸς τὴν ἐρυθρὰν θάλασσαν ἀπὸ προσώπου ὑμῶν, ὅτε ἐξεπορεύεσθε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, καὶ ὅσα ἐποίησε τοῖς δυσὶ βασιλεῦσι τῶν Ἀμοῤῥαίων, οἳ ἦσαν πέραν τοῦ Ἰορδάνου, τῷ Σηὼν καὶ Ὤγ, οὓς ἐξωλοθρεύσατε αὐτούς.
ΙτΝ. 2,10 Και τούτο, διότι επληροφορήθημεν, ότι ο Κυριος, όταν σεις εφεύγατε από την χώραν της Αιγύπτου, κατεξήρανε ενώπιόν σας την Ερυθράν Θαλασσαν. Επληροφορήθημεν ακόμη όλα όσα ο Θεός έκαμε στους δύο βασιλείς των Αμοιραίων, τους πέραν από τον Ιορδάνην, στον Σηών και τον Ωγ, τους οποίους σεις με την δύναμιν του Θεού εξωλοθρεύσατε.
 
ΙτΝ. 2,11 καὶ ἀκούσαντες ἡμεῖς ἐξέστημεν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν, καὶ οὐκ ἔστη ἔτι πνεῦμα ἐν οὐδενὶ ἡμῶν ἀπὸ προσώπου ὑμῶν, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν Θεὸς ἐν οὐρανῷ ἄνω καὶ ἐπὶ τῆς γῆς κάτω.
ΙτΝ. 2,11 Οταν λοιπόν επληροφορήθημεν αυτά, κατεπλάγημεν, εχάσαμεν τα λογικά μας, δεν έμεινεν εις κανένα από ημάς πνοή και θάρρος να αντισταθώμεν προς σας, διότι επείσθημεν ότι Κυριος ο Θεός σας είναι ο μόνος αληθινός Θεός στον ουρανόν άνω και εις την γη κάτω.
 
ΙτΝ. 2,12 καὶ νῦν ὀμόσατέ μοι Κύριον τὸν Θεόν, ὅτι ποιῶ ὑμῖν ἔλεος καὶ ποιήσατε καὶ ὑμεῖς ἔλεος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου
ΙτΝ. 2,12 Και τώρα σας παρακαλώ, να μου ορκισθήτε στο όνομα Κυρίου του Θεού, ότι, όπως εγώ τώρα σας ελεώ, ετσι και σεις να ελεήσετε όλην την οικογένειαν του πατρός μου·
 
ΙτΝ. 2,13 καὶ ζωγρήσατε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου, τὴν μητέρα μου καὶ τοὺς ἀδελφούς μου καὶ πάντα τὸν οἶκόν μου καὶ πάντα, ὅσα ἐστὶν αὐτοῖς, καὶ ἐξελεῖσθε τὴν ψυχήν μου ἐκ θανάτου.
ΙτΝ. 2,13 να διαφυλάξετε εις την ζωήν τον πατρικόν μου οίκον, την μητέρα μου, τους αδελφούς μου, και όλην την οικογένειάν μου, όπως επίσης να μη θίξετε τα υπάρχοντά των. Μαζή δέ με αυτούς να διαφυλάξετε από τον θάνατον και την ιδικήν μου την ζωήν”.
 
ΙτΝ. 2,14 καὶ εἶπαν αὐτῇ οἱ ἄνδρες· ἡ ψυχὴ ἡμῶν ἀνθ᾿ ὑμῶν εἰς θάνατον. καὶ αὐτὴ εἶπεν· ὡς ἂν παραδῷ Κύριος ὑμῖν τὴν πόλιν, ποιήσετε εἰς ἐμὲ ἔλεος καὶ ἀλήθειαν.
ΙτΝ. 2,14 Απήντησαν δε εις αυτήν οι δυο κατάσκοποι· “θα προτιμήσωμεν εν ανάγκη να αποθάνωμεν ημείς προς χάριν σας, δια να σώσωμεν την ζωήν σας”. Είπε δε η Ραάβ προς αυτούς· “όταν, λοιπόν, ο Κυριος παραδώση εις τα χέρια σας την πόλιν αυτήν, δείξατε προς εμέ έλεος και επικυρώσατε έτσι την αλήθειαν των λόγων σας”.
 
ΙτΝ. 2,15 καὶ κατεχάλασεν αὐτοὺς διὰ τῆς θυρίδος
ΙτΝ. 2,15 Επειτα κατεβίβασεν αυτούς δια σχοινίου από κάποιο παράθυρον,
 
ΙτΝ. 2,16 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· εἰς τὴν ὀρεινὴν ἀπέλθετε, μὴ συναντήσωσιν ὑμῖν οἱ καταδιώκοντες, καὶ κρυβήσεσθε ἐκεῖ τρεῖς ἡμέρας, ἕως ἂν ἀποστρέψωσιν οἱ καταδιώκοντες ὀπίσω ὑμῶν, καὶ μετὰ ταῦτα ἀπελεύσεσθε εἰς τὴν ὁδὸν ὑμῶν.
ΙτΝ. 2,16 και είπεν ακόμη εις αυτούς· “πηγαίνετε εις την ορεινήν περιοχήν, δια να μη σας συναντήσουν αυτοί, που σας καταδιώκουν. Κρυφθήτε εκεί επί τρεις ημέρας, μέχρις ότου επιστρέψουν οι διώκται σας και κατόπιν πηγαίνετε στον δρόμον σας, πέραν από τον Ιορδάνην”.
 
ΙτΝ. 2,17 καὶ εἶπαν πρὸς αὐτὴν οἱ ἄνδρες· ἀθῷοί ἐσμεν τῷ ὅρκῳ σου τούτῳ·
ΙτΝ. 2,17 Οι δύο άνδρες είπαν τότε προς αυτήν· “ημείς θα είμεθα απηλλαγμένοι από τον όρκον, που σου εδώσαμεν, εάν συ δεν συμμορφωθής προς αυτό που θα σου είπωμεν.
 
ΙτΝ. 2,18 ἰδοὺ ἡμεῖς εἰσπορευόμεθα εἰς μέρος τῆς πόλεως, καὶ θήσεις τὸ σημεῖον, τὸ σπαρτίον τὸ κόκκινον τοῦτο ἐκδήσεις εἰς τὴν θυρίδα, δι᾿ ἧς κατεβίβασας ἡμᾶς δι᾿ αὐτῆς, τὸν δὲ πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου καὶ τοὺς ἀδελφούς σου καὶ πάντα τὸν οἶκον τοῦ πατρός σου συνάξεις πρὸς σεαυτὴν εἰς τὴν οἰκίαν σου.
ΙτΝ. 2,18 Οταν δηλαδή ημείς θα εισέλθωμεν ως κατακτηταί εις την πόλιν, θα βάλης συ το εξής σημάδι· θα δέσης το κόκκινο αυτό σχοινί στο παράθυρον, από το οποίον μας κατεβίβασες, τον δε πατέρα σου και την μητέρα σου και τους αδελφούς σου και όλην την οικογένειαν του πατρός σου θα συγκεντρώσης πλησίον σου μέσα εις την οικίαν αυτήν.
 
ΙτΝ. 2,19 καὶ ἔσται πᾶς, ὃς ἂν ἐξέλθῃ τὴν θύραν τῆς οἰκίας σου ἔξω, ἔνοχος ἑαυτῷ ἔσται, ἡμεῖς δὲ ἀθῷοι τῷ ὅρκῳ σου τούτῳ. καὶ ὅσοι ἐὰν γένωνται μετὰ σοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ σου, ἡμεῖς ἔνοχοι ἐσόμεθα.
ΙτΝ. 2,19 Εάν δε κανείς θελήση να βγη από την θύραν της οικίας σοι έξω, αυτός θα φέρη την ευθύνην δι' ο,τι του συμβή· ημείς δε θα είμεθα αθώοι από τον όρκον, που σου εδώσαμεν. Θα είμεθα μόνον υπεύθυνοι δι' όλους εκείνους, οι οποίοι θα παραμείνουν μαζή σου εντός της οικίας.
 
ΙτΝ. 2,20 ἐὰν δέ τις ἡμᾶς ἀδικήσῃ ἢ καὶ ἀποκαλύψῃ τοὺς λόγους ἡμῶν τούτους, ἐσόμεθα ἀθῷοι τῷ ὅρκῳ σου τούτῳ.
ΙτΝ. 2,20 Σου λέγομεν δε και τούτο· εάν κανείς από σας μας βλάψη η τολμήση και φανερώση και προδώση τους λόγους μας αυτούς, ημείς θα είμεθα απηλλαγμένοι από τον όρκον τούτον, που σου εδώσαμεν”.
 
ΙτΝ. 2,21 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· κατὰ τὸ ῥῆμα ὑμῶν ἔστω· καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτούς.
ΙτΝ. 2,21 Η Ραάβ απήντησε προς αυτούς· “όπως είπατε, έτσι ας γίνη”. Επειτα δε τους αφήκε να φύγουν.
 
ΙτΝ. 2,22 καὶ ἐπορεύθησαν καὶ ἤλθοσαν εἰς τὴν ὀρεινὴν καὶ κατέμειναν ἐκεῖ τρεῖς ἡμέρας· καὶ ἐξεζήτησαν οἱ καταδιώκοντες πάσας τὰς ὁδοὺς καὶ οὐχ εὕροσαν.
ΙτΝ. 2,22 Εκείνοι εβάδισαν και έφθασαν εις την ορεινήν περιοχήν, όπου και έμειναν τρεις ημέρας. Οι διώκται των τους ανεζήτησαν εις όλας τας οδούς, αλλά δεν τους εύρον.
 
ΙτΝ. 2,23 καὶ ὑπέστρεψαν οἱ δύο νεανίσκοι καὶ κατέβησαν ἐκ τοῦ ὄρους καὶ διέβησαν πρὸς Ἰησοῦν υἱὸν Ναυὴ καὶ διηγήσαντο αὐτῷ πάντα τὰ συμβεβηκότα αὐτοῖς.
ΙτΝ. 2,23 Μετά τας τρεις αυτάς ημέρας οι δύο νεαροί κατάσκοποι κατέβησαν από το όρος, διέβησαν τον Ιορδάνην, ήλθον προς τον Ιησούν του Ναυή και διηγήθησαν εις αυτόν όλα, όσα τους συνέβησαν.
 
ΙτΝ. 2,24 καὶ εἶπαν πρὸς Ἰησοῦν ὅτι παραδέδωκε Κύριος πᾶσαν τὴν γῆν ἐν χειρὶ ἡμῶν, καὶ κατέπτηχε πᾶς ὁ κατοικῶν τὴν γῆν ἐκείνην ἀφ᾿ ἡμῶν.
ΙτΝ. 2,24 Είπαν δε ακόμη προς τον Ιησούν, ότι ο Κυριος έχει παραδώσει πλέον όλην την χώραν, διότι όλοι οι κάτοικοι αυτής έχουν καταπτοηθή εξ αιτίας μας.
 
Κεφάλαιο 3ο
ΙτΝ. 3,1 Καὶ ὤρθρισεν Ἰησοῦς τὸ πρωΐ, καὶ ἀπῇραν ἐκ Σαττὶν καὶ ἤλθοσαν ἕως τοῦ Ἰορδάνου καὶ κατέλυσαν ἐκεῖ πρὸ τοῦ διαβῆναι.
ΙτΝ. 3,1 Ο Ιησούς του Ναυή εξύπνησε λίαν πρωί και ανεχώρησε μαζή με όλους τους Ισραηλίτας από την Σαττίν, ήλθον έως τον ποταμόν Ιορδάνην, όπου, πριν τον διαβούν, εστάθμευσαν.
 
ΙτΝ. 3,2 καὶ ἐγένετο μετὰ τρεῖς ἡμέρας διῆλθον οἱ γραμματεῖς διὰ τῆς παρεμβολῆς
ΙτΝ. 3,2 Μετά δε τρεις ημέρας διήρχοντο οι Γραμματείς δια μέσου όλου του στρατοπέδου·
 
ΙτΝ. 3,3 καὶ ἐνετείλαντο τῷ λαῷ λέγοντες· ὅταν ἴδητε τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καὶ τοὺς ἱερεῖς ἡμῶν καὶ τοὺς Λευίτας αἴροντας αὐτήν, ἀπαρεῖτε ἀπὸ τὸν τόπον ὑμῶν καὶ πορεύσεσθε ὀπίσω αὐτῆς·
ΙτΝ. 3,3 και έδιδαν στον λαόν την εντολήν· “όταν ίδητε την Κιβωτόν της Διαθήκης Κυρίου του Θεού ημών και τους ιερείς ημών και τους Λευΐτας να την σηκώνουν, δια να την μεταφέρουν, θα ξεκινήσετε από τον τόπον, που ευρίσκεσθε, και θα ακολουθήσετε οπίσω από αυτήν.
 
ΙτΝ. 3,4 ἀλλὰ μακρὰν ἔστω ἀνὰ μέσον ὑμῶν καὶ ἐκείνης, ὅσον δισχιλίους πήχεις στήσεσθε· μὴ προσεγγίσητε αὐτῇ, ἵνα ἐπίστησθε τὴν ὁδόν, ἣν πορεύσεσθε αὐτήν· οὐ γὰρ πεπόρευσθε τὴν ὁδὸν ἀπ᾿ ἐχθὲς καὶ τρίτης ἡμέρας.
ΙτΝ. 3,4 Προσέξατε όμως θα κρατήτε απόστασιν από αυτήν δύο χιλιάδες πήχεις (χίλια περίπου μέτρα). Μη την πλησιάσετε, αλλά θα την παρακολουθήτε από την απόστασιν αυτήν, δια να γνωρίσετε τον δρόμον, που πρέπει να ακολουθήσετε. Διότι αυτόν τον δρόμον ποτέ άλλοτε έως τώρα δεν τον έχετε βαδίσει”.
 
ΙτΝ. 3,5 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς τῷ λαῷ· ἁγνίσασθε εἰς αὔριον, ὅτι αὔριον ποιήσει Κύριος ἐν ὑμῖν θαυμαστά.
ΙτΝ. 3,5 Είπεν ο Ιησούς του Ναυή προς τον λαόν· “αγνισθήτε δια την αυριανήν ημέραν, διότι αύριον θα κάμη ο Κυριος ενώπιόν σας θαυμαστά έργα”.
 
ΙτΝ. 3,6 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς τοῖς ἱερεῦσιν· ἄρατε τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου καὶ προπορεύεσθε τοῦ λαοῦ. καὶ ᾖραν οἱ ἱερεῖς τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου καὶ ἐπορεύοντο ἔμπροσθεν τοῦ λαοῦ.
ΙτΝ. 3,6 Εις δε τους ιερείς είπε· “πάρετε την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου και βαδίσατε εμπρός από τον λαόν”. Οι ιερείς έλαβαν την κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου και επορεύοντο εμπρός από τον λαόν.
 
ΙτΝ. 3,7 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἰησοῦν· ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἄρχομαι ὑψῶσαί σε κατενώπιον πάντων υἱῶν Ἰσραήλ, ἵνα γνῶσιν ὅτι καθότι ἤμην μετὰ Μωυσῆ, οὕτως ἔσομαι καὶ μετὰ σοῦ.
ΙτΝ. 3,7 Είπε τότε ο Κυριος προς τον Ιησούν· “από την ημέραν αυτήν θα αρχίσω να σε εξυψώνω και να σε αναδεικνύω ενώπιον όλων των Ισραηλιτών, δια να μάθουν ότι, όπως ήμουν μαζή με τον Μωϋσήν, έτσι θα είμαι και μαζή μέ σέ.
 
ΙτΝ. 3,8 καὶ νῦν ἔντειλαι τοῖς ἱερεῦσι τοῖς αἴρουσι τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης λέγων· ὡς ἂν εἰσέλθητε ἐπὶ μέρους τοῦ ὕδατος τοῦ Ἰορδάνου, καὶ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ στήσεσθε.
ΙτΝ. 3,8 Και τώρα δώσε εντολή στους ιερείς, που μεταφέρουν την Κιβωτόν της Διαθήκης, και είπε προς αυτούς· Οταν φθάσετε εκεί, όπου ρέουν τα ύδατα του Ιορδάνου, και μόλις πατήσετε μέρος τι των υδάτων, σταματήσατε”.
 
ΙτΝ. 3,9 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· προσαγάγετε ὧδε καὶ ἀκούσατε τὸ ῥῆμα Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
ΙτΝ. 3,9 Ο Ιησούς του Ναυή είπεν προς τους Ισραηλίτας· “πλησιάσατε εδώ και ακούσατε με προσοχήν τον λόγον Κυρίου του Θεού μας, δια του οποίου προαναγγέλλω σημείον μέγα.
 
ΙτΝ. 3,10 ἐν τούτῳ γνώσεσθε ὅτι Θεὸς ζῶν ἐν ὑμῖν καὶ ὀλοθρεύων ὀλοθρεύσει ἀπὸ προσώπου ἡμῶν τὸν Χαναναῖον καὶ τὸν Χετταῖον καὶ τὸν Φερεζαῖον καὶ τὸν Εὐαῖον καὶ τὸν Ἀμοῤῥαῖον καὶ τὸν Γεργεσαῖον καὶ τὸν Ἰεβουσαῖον·
ΙτΝ. 3,10 Δια του σημείου αυτού θα μάθετε και θα πεισθήτε ότι ο ζων Θεός υπάρχει μεταξύ μας· αυτός θα εξολόθρεύση εξ ολοκλήρου ενώπιόν σας τους Χαναναίους και τους Χετταίους και τους Φερεζαίους και τους Ευαίους και τους Αμορραίους και τους Γεργεσαίους και τους Ιεβουσαίους.
 
ΙτΝ. 3,11 ἰδοὺ ἡ κιβωτὸς διαθήκης Κυρίου πάσης τῆς γῆς διαβαίνει τὸν Ἰορδάνην.
ΙτΝ. 3,11 Ιδού· η Κιβωτός της Διαθήκης του Κυρίου και Θεού όλης της γης διαβαίνει τώρα τον Ιορδάνην.
 
ΙτΝ. 3,12 προχειρίσασθε ὑμῖν δώδεκα ἄνδρας ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ἕνα ἀφ᾿ ἑκάστης φυλῆς.
ΙτΝ. 3,12 Εκλέξατε δώδεκα άνδρας από τους Ισραηλίτας, ένα από κάθε φυλήν.
 
ΙτΝ. 3,13 καὶ ἔσται ὡς ἂν καταπαύσωσιν οἱ πόδες τῶν ἱερέων τῶν αἰρόντων τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου πάσης τῆς γῆς ἐν τῷ ὕδατι τοῦ Ἰορδάνου, τὸ ὕδωρ τοῦ Ἰορδάνου ἐκλείψει, τὸ δὲ ὕδωρ τὸ καταβαῖνον στήσεται.
ΙτΝ. 3,13 Αμέσως δε μόλις οι πόδες των ιερέων, οι οποίοι μεταφέρουν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Θεού και Κυρίου πάσης της γης, πατήσουν το ύδωρ του Ιορδάνου, τότε το ύδωρ του Ιορδάνου, που ρέει προς τα κάτω, θα συνεχίση την ροήν του και θα φύγη εντελώς, το δε ύδωρ που έρχεται από βορράν θα σταθή”.
 
ΙτΝ. 3,14 καὶ ἀπῇρεν ὁ λαὸς ἐκ τῶν σκηνωμάτων αὐτῶν διαβῆναι τὸν Ἰορδάνην, οἱ δὲ ἱερεῖς ᾔροσαν τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου πρότεροι τοῦ λαοῦ.
ΙτΝ. 3,14 Ο λαός εβγήκε από τας σκηνάς του, δια να διαβή τον Ιορδάνην. Οι δε ιερείς, οι οποίοι μετέφεραν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου, επορεύοντο εμπρός από τον λαόν.
 
ΙτΝ. 3,15 ὡς δὲ εἰσεπορεύοντο οἱ ἱερεῖς οἱ αἴροντες τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην καὶ οἱ πόδες τῶν ἱερέων τῶν αἰρόντων τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου ἐβάφησαν εἰς μέρος τοῦ ὕδατος τοῦ Ἰορδάνου· ὁ δὲ Ἰορδάνης ἐπληροῦτο καθ᾿ ὅλην τὴν κρηπίδα αὐτοῦ ὡσεὶ ἡμέραι θερισμοῦ πυρῶν·
ΙτΝ. 3,15 Την στιγμήν δε κατά την οποίαν οι ιερείς, οι μεταφέροντες την Κιβωτόν της Διαθήκης, εισήλθον στον Ιορδάνην και οι πόδες αυτών των ιερέων εβράχησαν εις μικρόν τι μέρος του ύδατος του Ιορδάνου, ο δε Ιορδάνης είχε πλημμυρίσει τότε καθ' όλην την κοίτην αυτού, όπως συνήθως συμβαίνει κατά τας ημέρας του θερισμού των σιτηρών,
 
ΙτΝ. 3,16 καὶ ἔστη τὰ ὕδατα τὰ καταβαίνοντα ἄνωθεν, ἔστη πῆγμα ἓν ἀφεστηκὸς μακρὰν σφόδρα σφοδρῶς ἕως μέρους Καριαθιαρίμ, τὸ δὲ καταβαῖνον κατέβη εἰς τὴν θάλασσαν Ἄραβα, θάλασσαν ἁλός, ἕως εἰς τὸ τέλος ἐξέλιπε· καὶ ὁ λαὸς εἱστήκει ἀπέναντι Ἱεριχώ.
ΙτΝ. 3,16 εσταμάτησαν τα ύδατα, που κατέβαινον εκ των άνω, εσταμάτησαν σαν ένας εκτεταμένος πάγος εις μεγάλην, πολύ μεγάλην απόστασιν, μέχρι της πόλεως Καριαθιαρίμ, ενώ το άλλο, το κατερχόμενον ύδωρ, κατέβη εις την θάλασσαν του βαθυπέδου Αραβα, την Αλμυράν, την Νεκράν Θαλασσαν, μέχρις ότου εξέλιπε πλήρως. Ο δε λαός κατάπληκτος είχε σταματήσει όρθιος εις την όχθην απέναντι από την Ιεριχώ.
 
ΙτΝ. 3,17 καὶ ἔστησαν οἱ ἱερεῖς οἱ αἴροντες τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου ἐπὶ ξηρᾶς ἐν μέσῳ τοῦ Ἰορδάνου· καὶ πάντες οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ διέβαινον διὰ ξηρᾶς, ἕως συνετέλεσε πᾶς ὁ λαὸς διαβαίνων τὸν Ἰορδάνην.
ΙτΝ. 3,17 Οι ιερείς, οι οποίοι μετέφεραν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου, επροχώρησαν και εστάθησαν στο μέσον της ξηράς κοίτης του Ιορδάνου. Ολοι δε οι Ισραηλίται διέβαινον ως δια ξηράς, μέχρις ότου ολόκληρος ο ισραηλιτικός λαός ετελείωσε διαβαίνων τον Ιορδάνην.
 
Κεφάλαιο 4ο
ΙτΝ. 4,1 Καὶ ἐπεὶ συνετέλεσε πᾶς ὁ λαὸς διαβαίνων τὸν Ἰορδάνην, καὶ εἶπε Κύριος τῷ Ἰησοῖ λέγων·
ΙτΝ. 4,1 Οταν δε όλος ο Ισραηλιτικός λαός ετελείωσε την διάδασιν του Ιορδάνου, είπεν ο Κυριος στον Ιησούν·
 
ΙτΝ. 4,2 παραλαβὼν ἄνδρας ἀπὸ τοῦ λαοῦ, ἕνα ἀφ᾿ ἑκάστης φυλῆς,
ΙτΝ. 4,2 “πάρε δώδεκα άνδρας από τον λαόν, ένα από κάθε φυλήν·
 
ΙτΝ. 4,3 σύνταξον αὐτοῖς λέγων· ἀνέλεσθε ἐκ μέσου Ἰορδάνου ἑτοίμους δώδεκα λίθους καὶ τούτους διακομίσαντες ἅμα ὑμῖν αὐτοῖς, θέτε αὐτοὺς ἐν τῇ στρατοπεδείᾳ ὑμῶν, οὗ ἐὰν παρεμβάλητε ἐκεῖ τὴν νύκτα.
ΙτΝ. 4,3 διάταξέ τους και ειπέ· “Παρέτε εκ του μέσου της κοίτης του Ιορδάνου δώδεκα ομαλούς λίθους, μεταφέρατε αυτούς μαζή σας και θέσατέ τους στο στρατόπεδον, όπου κατά την νύκτα θα κατασκηνώσετε”.
 
ΙτΝ. 4,4 καὶ ἀνακαλεσάμενος Ἰησοῦς δώδεκα ἄνδρας τῶν ἐνδόξων ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ἕνα ἀφ᾿ ἑκάστης φυλῆς,
ΙτΝ. 4,4 Ο Ιησούς του Ναυή εκάλεσε πλησίον του δώδεκα άνδρας από τους επισήμους μεταξύ του ισραηλιτικού λαού, ένα από κάθε φυλήν,
 
ΙτΝ. 4,5 εἶπεν αὐτοῖς· προσαγάγετε ἔμπροσθέν μου πρὸ προσώπου Κυρίου εἰς μέσον τοῦ Ἰορδάνου, καὶ ἀνελόμενος ἐκεῖθεν ἕκαστος λίθον ἀράτω ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτοῦ κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ,
ΙτΝ. 4,5 και τους είπε· “προχωρήσατε ενώπιόν μου, εμπρός από την Κιβωτόν του Κυρίου, εισέλθετε εις το μέσον της κοίτης του Ιορδάνου, και ο καθένας από σας ας πάρη στους ώμους του ένα λίθον, κατά τον αριθμόν των δώδεκα φυλών του Ισραήλ,
 
ΙτΝ. 4,6 ἵνα ὑπάρχωσιν ὑμῖν οὗτοι εἰς σημεῖον κείμενον διαπαντός, ἵνα ὅταν ἐρωτᾷ σε ὁ υἱός σου αὔριον λέγων, τί εἰσιν οἱ λίθοι οὗτοι ἡμῖν;
ΙτΝ. 4,6 δια να υπάρχουν αυτοί εις σας και να μένουν ως αιώνιον σημείον, ίνα, όταν στο μέλλον σε ερωτά ο υιός σου· Διατί και προς τι υπάρχουν αυτοί οι λίθοι εις ημάς;
 
ΙτΝ. 4,7 καὶ σὺ δηλώσεις τῷ υἱῷ σου λέγων· ὅτι ἐξέλιπεν ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς ἀπὸ προσώπου κιβωτοῦ διαθήκης Κυρίου πάσης τῆς γῆς, ὡς διέβαινεν αὐτόν· καὶ ἔσονται οἱ λίθοι οὗτοι ὑμῖν μνημόσυνον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ἕως τοῦ αἰῶνος.
ΙτΝ. 4,7 Συ θα απαντήσης στον υιόν σου λέγων· Οι λίθοι ούτοι μας υπενθυμίζουν ότι ο Ιορδάνης ποταμός εσταμάτησε την ροήν των υδάτων του ενώπιον της Κιβωτού της Διαθήκης του Κυρίου όλης της γης, καθώς αυτή διέβαινε τον ποταμόν. Οι λίθοι αυτοί θα είναι εις αιωνίαν ανάμνησιν δια σας τους Ισραηλίτας”.
 
ΙτΝ. 4,8 καὶ ἐποίησαν οὕτως οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, καθότι ἐνετείλατο Κύριος τῷ Ἰησοῖ, καὶ ἀναλαβόντες δώδεκα λίθους ἐκ μέσου τοῦ Ἰορδάνου, καθάπερ συνέταξε Κύριος τῷ Ἰησοῖ ἐν τῇ συντελείᾳ τῆς διαβάσεως τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ διεκόμισαν ἅμα ἑαυτοῖς εἰς τὴν παρεμβολὴν καὶ ἀπέθηκαν ἐκεῖ.
ΙτΝ. 4,8 Οι Ισραηλίται έπραξαν, όπως ακριβώς διέταξεν ο Κυριος τον Ιησούν του Ναυη. Επήραν δώδεκα λίθους από το μέσον της κοίτης του Ιορδάνου, όπως είχε διατάξει ο Κυριος τον Ιησούν, όταν είχε τελειώσει η διάβασις των Ισραηλιτών, έφεραν μαζή των τους λίθους αυτούς εις το στρατόπεδον και εκεί τους απέθεσαν.
 
ΙτΝ. 4,9 ἔστησε δὲ Ἰησοῦς καὶ ἄλλους δώδεκα λίθους ἐν αὐτῷ τῷ Ἰορδάνῃ ἐν τῷ γενομένῳ τόπῳ ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν ἱερέων τῶν αἰρόντων τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου, καί εἰσιν ἐκεῖ ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.
ΙτΝ. 4,9 Ο Ιησούς του Ναυή έστησε και άλλους δώδεκα λίθους εντός του Ιορδάνου στον τόπον όπου είχον πατήσει οι πόδες των ιερέων των μεταφερόντων την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου. Οι λίθοι δε αυτοί ευρίσκονται εκεί μέχρι της ημέρας που γράφονται αυτά.
 
ΙτΝ. 4,10 εἱστήκεισαν δὲ οἱ ἱερεῖς οἱ αἴροντες τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης ἐν τῷ Ἰορδάνῃ, ἕως οὗ συνετέλεσεν Ἰησοῦς πάντα, ἃ ἐνετείλατο Κύριος ἀναγγεῖλαι τῷ λαῷ, καὶ ἔσπευσεν ὁ λαὸς καὶ διέβησαν.
ΙτΝ. 4,10 Οι ιερείς, που μετέφεραν την Κιβωτόν της Διαθήκης, ήσαν όρθιοι μέσα εις την κοίτην του Ιορδάνου, έως ότου ο Ιησούς έφερεν εις πέρας όλα όσα είχε διατάξει ο Κυριος να αναγγείλη στον λαόν. Οι δε Ισραηλίται έσπευσαν και διέβησαν τον ποταμόν.
 
ΙτΝ. 4,11 καὶ ἐγένετο ὡς συνετέλεσε πᾶς ὁ λαὸς διαβῆναι, καὶ διέβη ἡ κιβωτὸς τῆς διαθήκης Κυρίου, καὶ οἱ λίθοι ἔμπροσθεν αὐτῶν.
ΙτΝ. 4,11 Οταν όλος ο λαός ετελείωσε την διάβασιν, τότε και η Κιβωτός της Διαθήκης του Κυρίου διέβη τον ποταμόν. Εμπροσθεν δε από όλους εβάδιζαν οι άνδρες που εκρατούσαν στους ώμους των τους δώδεκα λίθους.
 
ΙτΝ. 4,12 καὶ διέβησαν οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν καὶ οἱ υἱοὶ Γὰδ καὶ οἱ ἡμίσεις φυλῆς Μανασσῆ διεσκευασμένοι ἔμπροσθεν τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καθάπερ ἐνετείλατο αὐτοῖς Μωυσῆς.
ΙτΝ. 4,12 Μαζή με τους άλλους Ισραηλίτας διέβησαν η φυλή του Ρουβήν, η φυλή του Γαδ και το ήμισυ από την φυλήν του Μανασσή εξωπλισμένοι, εμπρός στους Ισραηλίτας, όπως είχε διατάξει αυτούς ο Μωϋσής.
 
ΙτΝ. 4,13 τετρακισμύριοι εὔζωνοι εἰς μάχην διέβησαν ἐναντίον Κυρίου εἰς πόλεμον πρὸς τὴν Ἱεριχὼ πόλιν.
ΙτΝ. 4,13 Σαράντα χιλιάδες ήσαν οι ελαφρώς ωπλισμένοι των δυόμισυ αυτών φυλών, οι οποίοι διέβησαν τον Ιορδάνην ενώπιον του Κυρίου, δια να πολεμήσουν την πόλιν Ιεριχώ.
 
ΙτΝ. 4,14 ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ηὔξησε Κύριος τὸν Ἰησοῦν ἐναντίον τοῦ παντὸς γένους Ἰσραήλ, καὶ ἐφοβοῦντο αὐτόν, ὥσπερ Μωυσῆν, ὅσον χρόνον ἔζη.
ΙτΝ. 4,14 Κατά την ημέραν εκείνην ο Κυριος εμεγάλυνε και εξύψωσε τον Ιησούν του Ναυή ενώπιον όλου του ισραηλιτικού γένους. Εφοβούντο δε και εσέβοντο αυτόν οι Ισραηλίται, όπως εφοβούντο και τον Μωϋσήν, όσον χρόνον έζη.
 
ΙτΝ. 4,15 Καὶ εἶπε Κύριος τῷ Ἰησοῖ λέγων·
ΙτΝ. 4,15 Ο Κυριος είπεν στον Ιησούν·
 
ΙτΝ. 4,16 ἔντειλαι τοῖς ἱερεῦσι τοῖς αἴρουσι τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης τοῦ μαρτυρίου Κυρίου ἐκβῆναι ἐκ τοῦ Ἰορδάνου.
ΙτΝ. 4,16 “δώσε εντολήν στους ιερείς, που μεταφέρουν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Μαρτυρίου του Κυρίου να εξέλθουν τώρα από τον Ιορδάνην”.
 
ΙτΝ. 4,17 καὶ ἐνετείλατο Ἰησοῦς τοῖς ἱερεῦσι λέγων· ἔκβητε ἐκ τοῦ Ἰορδάνου.
ΙτΝ. 4,17 Ο Ιησούς έδωσεν στους ιερείς την εντολήν αυτήν και τους είπε· “Λβγήτε τώρα από τον Ιορδάνην”.
 
ΙτΝ. 4,18 καὶ ἐγένετο ὡς ἐξέβησαν οἱ ἱερεῖς οἱ αἴροντες τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου ἐκ τοῦ Ἰορδάνου καὶ ἔθηκαν τοὺς πόδας ἐπὶ τῆς γῆς, ὥρμησε τὸ ὕδωρ τοῦ Ἰορδάνου κατὰ χώραν καὶ ἐπορεύετο καθὰ χθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν δι᾿ ὅλης τῆς κρηπίδος.
ΙτΝ. 4,18 Αμέσως δε συνέβη τούτο το παράδοξον· μόλις οι ιερείς, οι μεταφέροντες την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου βγήκαν από την κοίτην του Ιορδάνου και επάτησαν εις την δυτικήν όχθην του, ώρμησε το ύδωρ του Ιορδάνου στον τόπον του και έρρεεν, όπως και προηγουμένως, μέσα εις ολο το ύψος και πλάτος της κοίτης.
 
ΙτΝ. 4,19 καὶ ὁ λαὸς ἀνέβη ἐκ τοῦ Ἰορδάνου δεκάτῃ τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου· καὶ κατεστρατοπέδευσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐν Γαλγάλοις κατὰ μέρος τὸ πρὸς ἡλίου ἀνατολὰς ἀπὸ τῆς Ἱεριχώ.
ΙτΝ. 4,19 Η ημέρα δέ, κατά την οποίαν ο λαός εβγήκεν από τον Ιορδάνην, ήτο η δεκάτη του πρώτου μηνός, του Νισάν. Οι Ισραηλίται εστρατοπέδευσαν εις τα Γαλγαλα, εις την περιοχήν την προς ανατολάς της Ιεριχούς.
 
ΙτΝ. 4,20 καὶ τοὺς δώδεκα λίθους τούτους, οὓς ἔλαβεν ἐκ τοῦ Ἰορδάνου, ἔστησεν Ἰησοῦς ἐν Γαλγάλοις
ΙτΝ. 4,20 Τους δε δώδεκα λίθους, τους οποίους επήραν από την κοίτην του Ιορδάνου, έστησεν ο Ιησούς εις Γαλγαλα,
 
ΙτΝ. 4,21 λέγων· ὅταν ἐρωτῶσιν ὑμᾶς οἱ υἱοὶ ὑμῶν λέγοντες· τί εἰσιν οἱ λίθοι οὗτοι;
ΙτΝ. 4,21 λέγων· “όταν σας ερωτούν τα παιδιά σας και σας λέγουν· τι είναι αυτοί οι λίθοι;
 
ΙτΝ. 4,22 ἀναγγείλατε τοῖς υἱοῖς ὑμῶν, ὅτι ἐπὶ ξηρᾶς διέβη Ἰσραὴλ τὸν Ἰορδάνην τοῦτον,
ΙτΝ. 4,22 Σεις θα αναγγείλετε εις τα παιδιά σας, ότι ωσάν από ξηράν επέρασαν οι Ισραηλίται τον Ιορδάνην τούτον ποταμόν,
 
ΙτΝ. 4,23 ἀποξηράναντος Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν τὸ ὕδωρ τοῦ Ἰορδάνου ἐκ τῶν ἔμπροσθεν αὐτῶν, μέχρις οὗ διέβησαν· καθάπερ ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τὴν ἐρυθρὰν θάλασσαν, ἣν ἀπεξήρανε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἔμπροσθεν ἡμῶν, ἕως παρήλθομεν,
ΙτΝ. 4,23 διότι Κυριος ο Θεός ημών εξήρανεν ενώπιόν μας το ύδωρ του Ιορδάνου, μέχρις ότου διέβημεν αυτόν όλοι. Και εις την περίστασιν αυτήν Κυριος ο Θεός μας έκαμεν ο,τι και εις την Ερυθράν Θαλασσαν, την οποίαν απεξήρανεν ενώπιόν μας, έως ότου την διέβημεν.
 
ΙτΝ. 4,24 ὅπως γνῶσι πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ Κυρίου ἰσχυρά ἐστι, καὶ ἵνα ὑμεῖς σέβησθε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν ἐν παντὶ χρόνῳ.
ΙτΝ. 4,24 Και ταύτα, δια να μάθουν όλα τα έθνη της οικουμένης, ότι η δύναμις του Κυρίου είναι ισχυρά, να μάθετε δε και σεις να σέβεσθε πάντοτε Κυριον τον Θεόν μας”.
 
Κεφάλαιο 5ο
ΙτΝ. 5,1 Καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσαν οἱ βασιλεῖς τῶν Ἀμοῤῥαίων, οἳ ἦσαν πέραν τοῦ Ἰορδάνου, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς Φοινίκης οἱ παρὰ τὴν θάλασσαν, ὅτι ἀπεξήρανε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν Ἰορδάνην ποταμὸν ἐκ τῶν ἔμπροσθεν τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐν τῷ διαβαίνειν αὐτούς, καὶ ἐτάκησαν αὐτῶν αἱ διάνοιαι καὶ κατεπλάγησαν καὶ οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς φρόνησις οὐδεμία ἀπὸ προσώπου τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 5,1 Οι βασιλείς των Αμορραίων, οι οποίοι ήσαν δυτικώς από τον Ιορδάνην ποταμόν, και οι βασιλείς της Φοινίκης, οι οποίοι κατοικούσαν πλησίον της Μεσογείου Θαλάσσης, όταν επληροφορήθησαν ότι Κυριος ο Θεός απεξήρανε τον Ιορδάνην ποταμόν ενώπιον των Ισραηλιτών, καθ' ον χρόνον τον διέβαιναν, έμειναν κατάπληκτοι, έλυωσαν οι καρδιές των από τον φόβον, τα έχασαν και έπεσαν εις πλήρη αμηχανίαν απέναντι των Ισραηλιτών.
 
ΙτΝ. 5,2 ὑπό δὲ τοῦτον τὸν καιρὸν εἶπε Κύριος τῷ Ἰησοῖ· ποίησον σεαυτῷ μαχαίρας πετρίνας ἐκ πέτρας ἀκροτόμου καὶ καθίσας περίτεμε τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐκ δευτέρου.
ΙτΝ. 5,2 Κατά τον καιρόν δε αυτόν των μεγάλων τούτων γεγονότων είπεν ο Κυριος στον Ιησούν· “κατασκεύασε πέτρινα μαχαίρια από λιθάρι αιχμηρό και κάθησε να κάμης περιτομήν στους Ισραηλίτας δια δεύτεραν φοράν”.
 
ΙτΝ. 5,3 καὶ ἐποίησεν Ἰησοῦς μαχαίρας πετρίνας ἀκροτόμους καὶ περιέτεμε τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐπὶ τοῦ καλουμένου τόπου Βουνὸς τῶν ἀκροβυστιῶν.
ΙτΝ. 5,3 Ο Ιησούς κατεσκεύασε λίθινα αιχμηρά μαχαίρια και με αυτά περιέταμε τους Ισραηλίτας, στοποθεσίαν, που εκλήθη “Βουνός Ακροβυστιών”.
 
ΙτΝ. 5,4 ὃν δὲ τρόπον περιεκάθαρεν Ἰησοῦς τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ, ὅσοι ποτὲ ἐγένοντο ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὅσοι ποτὲ ἀπερίτμητοι ἦσαν τῶν ἐξεληλυθότων ἐξ Αἰγύπτου, πάντας τούτους περιέτεμεν Ἰησοῦς·
ΙτΝ. 5,4 Αυτός δε ήτο ο τρόπος, με τον οποίον ο Ιησούς εκαθάρισε δια της περιτομής τους υιούς Ισραήλ. Οσοι είχον γιεννηθή κατά την περιπλάνησιν των Ισραηλιτών εις την έρημον και όσοι άλλοι από τους εξελθόντας εκ της Αιγύπτου ήσαν απερίτμητοι, όλους αυτούς τους περιέταμεν ο Ιησούς του Ναυη.
 
ΙτΝ. 5,5 τεσσαράκοντα γὰρ καὶ δύο ἔτη ἀνέστραπται Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ τῇ Μαβδαρίτιδι,
ΙτΝ. 5,5 Διότι επί τεσσαράκοντα δύο έτη οι Ισραηλίται περιεπλανώντο εις την Μαβδαρίτιδα έρημον, όπου δεν είχαν περιτμηθή.
 
ΙτΝ. 5,6 διὸ ἀπερίτμητοι ἦσαν οἱ πλεῖστοι αὐτῶν τῶν μαχίμων τῶν ἐξεληλυθότων ἐκ γῆς Αἰγύπτου οἱ ἀπειθήσαντες τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, οἷς καὶ διώρισε μὴ ἰδεῖν αὐτοὺς τὴν γῆν, ἣν ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσιν αὐτῶν δοῦναι, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι.
ΙτΝ. 5,6 Δια τον λόγον αυτόν ήσαν απερίτμητοι οι πλείστοι από τους μαχίμους άνδρας, εκτός εκείνων, οι οποίοι είχον απειθήσει εις τας εντολάς του Θεού και εναντίον των οποίων απεφάσισε και ώρισεν ο Θεός να μη ίδουν την γην της Επαγγελίας, την οποίαν είχεν ορκισθή ο Κυριος στους προπάτοράς των να δώση, την γην την ρέουσαν γάλα και μέλι.
 
ΙτΝ. 5,7 ἀντὶ δὲ τούτων ἀντικατέστησε τοὺς υἱοὺς αὐτῶν, οὓς Ἰησοῦς περιέτεμε, διὰ τὸ αὐτοὺς γεγεννῆσθαι κατὰ τὴν ὁδὸν ἀπεριτμήτους.
ΙτΝ. 5,7 Αντί δε τούτων, που ηπείθησαν, έφερεν ο Θεός τους υιούς των, τους οποίους ο Ιησούς του Ναυή περιέταμε, διότι ούτοι είχαν γεννηθή κατά την διάρκειαν της περιπλανήσεως εις την έρημον και είχαν μείνει απερίτμητοι.
 
ΙτΝ. 5,8 περιτμηθέντες δὲ ἡσυχίαν εἶχον αὐτόθι καθήμενοι ἐν τῇ παρεμβολῇ, ἕως ὑγιάσθησαν.
ΙτΝ. 5,8 Ούτοι δέ, μετά την περιτομήν των, εκάθησαν ήσυχοι στο στρατόπεδον, έως ότου εθεραπεύθη η πληγή και αποκατεστάθη η υγεία των.
 
ΙτΝ. 5,9 καὶ εἶπε Κύριος τῷ Ἰησοῖ υἱῷ Ναυή· ἐν τῇ σήμερον ἡμέρᾳ ἀφεῖλον τὸν ὀνειδισμὸν Αἰγύπτου ἀφ᾿ ὑμῶν. καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Γάλγαλα.
ΙτΝ. 5,9 Είπεν ο Κυριος στον Ιησούν, τον υιόν του Ναυη· “κατά την σημερινήν ημέρα αφήρεσα από σας το όνειδος της Αιγύπτου”· δια τούτο και εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Γαλγαλα (=αφαιρεσις).
 
ΙτΝ. 5,10 Καί ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ πάσχα τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς ἀφ᾿ ἑσπέρας ἐπὶ δυσμῶν Ἱεριχὼ ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐν τῷ πεδίῳ
ΙτΝ. 5,10 Οι Ισραηλίται εώρτασαν το Πασχα την δεκάτην τετάρτην ημέραν του μηνός Νισάν κατά την δύσιν του ηλίου εις την πεδιάδα της Ιεριχούς, την εκτεινομένην δυτικώς του Ιορδάνου.
 
ΙτΝ. 5,11 καὶ ἐφάγοσαν ἀπὸ τοῦ σίτου τῆς γῆς ἄζυμα καὶ νέα.
ΙτΝ. 5,11 Εφαγαν δε οι Ισραηλίται άζυμον άρτον, τον οποίον παρεσκεύασαν από τον νέον σίτον της χώρας εκείνης.
 
ΙτΝ. 5,12 ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐξέλιπε τὸ μάννα μετὰ τὸ βεβρωκέναι αὐτοὺς ἐκ τοῦ σίτου τῆς γῆς, καὶ οὐκέτι ὑπῆρχε τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ μάννα· ἐκαρπίσαντο δὲ τὴν χώραν τῶν Φοινίκων ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ.
ΙτΝ. 5,12 Και κατά την ημέραν αυτήν, όταν έφαγαν οι Ισραηλίται σιτάρι από την χώραν εκείνην, εξέλιπε το μάννα. Δεν υπήρχε πλέον το μάννα δια τους Ισραηλίτας. Εκαρπούντο αυτοί κατά το έτος εκείνο τα προϊόντα της χώρας των Φοινίκων, της περιοχής που ανήκεν εις την Ιεριχώ.
 
ΙτΝ. 5,13 Καὶ ἐγένετο ὡς ἦν Ἰησοῦς ἐν Ἱεριχώ, καὶ ἀναβλέψας τοῖς ὀφθαλμοῖς εἶδεν ἄνθρωπον ἑστηκότα ἐναντίον αὐτοῦ, καὶ ἡ ῥομφαία ἐσπασμένη ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ. καὶ προσελθὼν Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἡμέτερος εἶ ἢ τῶν ὑπεναντίων;
ΙτΝ. 5,13 Συνέβη δε τότε και τούτο· Οταν ο Ιησούς ήτο πλησίον της Ιεριχούς, εσήκωσε τα μάτια του και είδεν ένα άνδρα όρθιον ενώπιόν του, στο χέρι του οποίου υπήρχε γυμνή ρομφαία. Ο Ιησούς επλησίασεν αυτόν και του είπεν· “ιδικός μας είσαι συ η μήπως είσαι από τους εχθρούς;”
 
ΙτΝ. 5,14 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἐγὼ ἀρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου νυνὶ παραγέγονα. καὶ Ἰησοῦς ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τὴν γῆν καὶ εἶπεν αὐτῷ· δέσποτα, τί προστάσσεις τῷ σῷ οἰκέτῃ;
ΙτΝ. 5,14 Εκείνος απήντησεν· “εγώ είμαι ο αρχιστράτηγος της δυνάμεως του Κυρίου· μόλις δε τώρα δα ήλθα εδώ”. Ο Ιησούς έπεσε πρηνής κάτω εις την γην και είπεν εις αυτόν· “Δεσπότα, τι διατάσσεις εμέ τον δούλον σου;”
 
ΙτΝ. 5,15 καὶ λέγει ὁ ἀρχιστράτηγος Κυρίου πρὸς Ἰησοῦν· λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐφ᾿ ᾧ νῦν ἕστηκας ἐπ᾿ αὐτοῦ, ἅγιός ἐστι.
ΙτΝ. 5,15 Ο δε αρχιστράτηγος του Κυρίου απήντησε προς τον Ιησούν· “λύσε και αφαίρεσε το υπόδημα από τα πόδια σου, διότι ο τόπος, στον οποίον τώρα στέκεσαι, είναι άγιος”.
 
Κεφάλαιο 6ο
ΙτΝ. 6,1 Καὶ Ἱεριχὼ συγκεκλεισμένη καὶ ὠχυρωμένη, καὶ οὐδεὶς ἐξεπορεύετο ἐξ αὐτῆς οὐδὲ εἰσεπορεύετο.
ΙτΝ. 6,1 Η Ιεριχώ ήτο οχυρωμένη και αι πύλαι αυτής κατάκλειστοι. Κανείς δεν εξήρχετο από αυτήν ούτε και εισήρχετο.
 
ΙτΝ. 6,2 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἰησοῦν· ἰδοὺ ἐγὼ παραδίδωμι ὑποχείριόν σοι τὴν Ἱεριχὼ καὶ τὸν βασιλέα αὐτῆς τὸν ἐν αὐτῇ, δυνατοὺς ὄντας ἐν ἰσχύϊ·
ΙτΝ. 6,2 Είπε δε ο Κυριος προς τον Ιησούν· “ιδού εγώ παραδίδω υπό την εξουσίαν σου την Ιεριχώ, τον εις αυτήν ευρισκόμενον βασιλέα της και όλους τους ισχυρούς της πόλεως.
 
ΙτΝ. 6,3 σὺ δὲ περίστησον αὐτῇ τοὺς μαχίμους κύκλῳ,
ΙτΝ. 6,3 Συ τοποθέτησε κύκλω από αυτήν τους πολεμιστάς.
 
ΙτΝ. 6,4 καὶ ἔσται ὡς ἂν σαλπίσητε τῇ σάλπιγγι, ἀνακραγέτω πᾶς ὁ λαὸς ἅμα·
ΙτΝ. 6,4 Οταν δε σαλπίσετε με τας ιεράς σάλπιγγας, ας κραυγάση όλος ο λαός συγχρόνως.
 
ΙτΝ. 6,5 καὶ ἀνακραγόντων αὐτῶν πεσεῖται αὐτόματα τὰ τείχη τῆς πόλεως, καὶ εἰσελεύσεται πᾶς ὁ λαὸς ὁρμήσας ἕκαστος κατὰ πρόσωπον εἰς τὴν πόλιν.
ΙτΝ. 6,5 Και καθ' ον χρόνον θα κραυγάσουν, θα πέσουν μόνα των τα τείχη της πόλεως και όλος ο λαός ορμητικώς θα εισέλθη εις την πόλιν, ο καθένας από το μέρος που ευρίσκεται απέναντί του”.
 
ΙτΝ. 6,6 καὶ εἰσῆλθεν Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυὴ πρὸς τοὺς ἱερεῖς
ΙτΝ. 6,6 Μετέβη ο Ιησούς του Ναυή προς τους ιερείς
 
ΙτΝ. 6,7 καὶ εἶπεν αὐτοῖς λέγων· παραγγείλατε τῷ λαῷ περιελθεῖν καὶ κυκλῶσαι τὴν πόλιν, καὶ οἱ μάχιμοι παραπορευέσθωσαν ἐνωπλισμένοι ἐναντίον Κυρίου·
ΙτΝ. 6,7 και είπε προς αυτούς· “παραγγείλατε στον λαόν να περιέλθη και κυκλώση την πόλιν, οι δε μάχιμοι ας πορευθούν ωπλισμένοι εμπρός από την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου.
 
ΙτΝ. 6,8 καὶ ἑπτὰ ἱερεῖς ἔχοντες ἑπτὰ σάλπιγγας ἱερὰς παρελθέτωσαν ὡσαύτως ἐναντίον τοῦ Κυρίου καὶ σημαινέτωσαν εὐτόνως, καὶ ἡ κιβωτὸς τῆς διαθήκης Κυρίου ἐπακολουθείτω·
ΙτΝ. 6,8 Επτά ιερείς, κρατούντες τας επτά ιεράς σάλπιγγας, ας προπορευθούν επίσης ενώπιον της Κιβωτού του Κυρίου και ας σαλπίσουν με δύναμιν, η δε Κιβωτός της Διαθήκης του Κυρίου ας ακολουθή αυτούς.
 
ΙτΝ. 6,9 οἱ δὲ μάχιμοι παραπορευέσθωσαν ἔμπροσθεν καὶ οἱ ἱερεῖς οἱ οὐραγοῦντες ὀπίσω τῆς κιβωτοῦ τῆς διαθήκης Κυρίου πορευόμενοι σαλπίζοντες.
ΙτΝ. 6,9 Οι μάχιμοι άνδρες θα προπορεύωνται από την Κιβωτόν, οι δε ιερείς, οι οποίοι θα ακολουθούν όπισθεν από την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου, προχωρούντες θα σαλπίζουν”.
 
ΙτΝ. 6,10 τῷ δὲ λαῷ ἐνετείλατο Ἰησοῦς λέγων· μὴ βοᾶτε, μηδὲ ἀκουσάτω μηδεὶς τὴν φωνὴν ὑμῶν, ἕως ἂν ἡμέραν διαγγείλῃ αὐτὸς ἀναβοῆσαι, καὶ τότε ἀναβοήσετε.
ΙτΝ. 6,10 Εις δε τον λαόν ο Ιησούς του Ναυή παρήγγειλε, λέγων· “μη κραυγάσετε· ούτε την φωνήν της ομιλίας σας να ακούση κανείς μέχρι της ημέρας, κατά την οποίαν εγώ ο ίδιος θα παραγγείλω εις σας να φωνάξετε· τότε θα φωνάξετε”.
 
ΙτΝ. 6,11 καὶ περιελθοῦσα ἡ κιβωτὸς τῆς διαθήκης τοῦ Θεοῦ εὐθέως ἀπῆλθεν εἰς τὴν παρεμβολὴν καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ.
ΙτΝ. 6,11 Η Κιβωτός της Διαθήκης αφού με την συνοδείαν της περιήλθε τα τείχη της πόλεως, μετεφέρθη αμέσως στο στρατόπεδον και παρέμεινεν εκεί κατά την νύκτα.
 
ΙτΝ. 6,12 καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ δευτέρᾳ ἀνέστη Ἰησοῦς τὸ πρωΐ, καὶ ᾖραν οἱ ἱερεῖς τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου,
ΙτΝ. 6,12 Ο Ιησούς κατά την δευτέραν ημέραν ηγέρθη πρωϊ. Οι ιερείς επήραν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου.
 
ΙτΝ. 6,13 καὶ οἱ ἑπτὰ ἱερεῖς οἱ φέροντες τὰς σάλπιγγας τὰς ἑπτὰ προεπορεύοντο ἐναντίον Κυρίου, καὶ μετὰ ταῦτα εἰσεπορεύοντο οἱ μάχιμοι καὶ ὁ λοιπὸς ὄχλος ὄπισθεν τῆς κιβωτοῦ τῆς διαθήκης Κυρίου· καὶ οἱ ἱερεῖς ἐσάλπισαν ταῖς σάλπιγξι, καὶ ὁ λοιπὸς ὄχλος ἅπας περιεκύκλωσε τὴν πόλιν ἑξάκις ἐγγύθεν
ΙτΝ. 6,13 Οι δε άλλοι επτά ιερείς, οι οποίοι είχον τας επτά σάλπιγγας, επροπορεύοντο από την Κιβωτόν της Διαθήκης. Κατόπιν ηκολούθουν οι μάχιμοι όπισθεν από την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου και όλος ο άλλος λαός. Οι ιερείς εσάλπισαν με τας ιεράς σάλπιγγας και όλος ο άλλος λαός περιήλθεν εκ του πλησίον την πόλιν εξ φοράς,
 
ΙτΝ. 6,14 καὶ ἀπῆλθε πάλιν εἰς τὴν παρεμβολήν. οὕτως ἐποίει ἐπὶ ἓξ ἡμέρας.
ΙτΝ. 6,14 και επέστρεψαν πάλιν στο στρατόπεδον. Ετσι έκαμαν επί εξ ημέρας.
 
ΙτΝ. 6,15 καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἀνέστησαν ὄρθρου καὶ περιήλθοσαν τὴν πόλιν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἑπτάκις·
ΙτΝ. 6,15 Κατά δε την εβδόμην ημέραν ηγέρθησαν πολύ πρωί και περιήλθαν την πόλιν επτά φοράς κατά την ημέραν εκείνην.
 
ΙτΝ. 6,16 καὶ ἐγένετο τῇ περιόδῳ τῇ ἑβδόμῃ ἐσάλπισαν οἱ ἱερεῖς, καὶ εἶπεν Ἰησοῦς τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· κεκράξατε, παρέδωκε γὰρ Κύριος ὑμῖν τὴν πόλιν.
ΙτΝ. 6,16 Κατά τον έβδομον γύρον οι ιερείς εσάλπισαν, ο δε Ιησούς του Ναυή είπεν στους Ισραηλίτας· “κραυγάσατε, διότι ο Κυριος παρέδωκεν εις σας την πόλιν.
 
ΙτΝ. 6,17 καὶ ἔσται ἡ πόλις ἀνάθεμα, αὐτὴ καὶ πάντα, ὅσα ἐστὶν ἐν αὐτῇ, Κυρίῳ Σαβαώθ· πλὴν Ῥαὰβ τὴν πόρνην περιποιήσασθε, αὐτὴν καὶ πάντα ὅσα ἐστὶν ἐν τῷ οἴκῳ αὐτῆς.
ΙτΝ. 6,17 Αυτή η πόλις και όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν θα είναι αφιέρωμα πρυς τον Κυριον Σαβαώθ, πλην της Ραάβ της πόρνης. Αυτήν και όσους άλλους εύρετε εις την οικίαν της, θα ασφαλίσετε και θα περιποιηθήτε.
 
ΙτΝ. 6,18 ἀλλὰ ὑμεῖς φυλάξεσθε σφόδρα ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος, μήποτε ἐνθυμηθέντες ὑμεῖς αὐτοὶ λάβητε ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος καὶ ποιήσητε τὴν παρεμβολὴν τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἀνάθεμα καὶ ἐκτρίψητε ἡμᾶς·
ΙτΝ. 6,18 Σεις όμως προσέξατε πολύ και φυλαχθήτε από το ανάθεμα της πόλεως αυτής, μήπως τυχόν επιθυμήσετε και λάβετε κάτι από όσα θα είναι αφιερωμένα εις τυν Κυριον· και κάμετε ανάθεμα το στρατόπεδον των Ισραηλιτών και γίνετε αιτία να καταστραφώμεν.
 
ΙτΝ. 6,19 καὶ πᾶν ἀργύριον ἢ χρυσίον ἢ χαλκὸς ἢ σίδηρος ἅγιον ἔσται τῷ Κυρίῳ, εἰς θησαυρὸν Κυρίου εἰσενεχθήσεται.
ΙτΝ. 6,19 Δηλαδή όλος ο άργυρος και ο χρυσός και ο χαλκός και ο σίδηρος της πόλεως θα αφιερωθούν στον Κυριον· θα ενταχθούν στον θησαυρόν του Κυρίου”.
 
ΙτΝ. 6,20 καὶ ἐσάλπισαν ταῖς σάλπιγξιν οἱ ἱερεῖς· ὡς δὲ ἤκουσεν ὁ λαὸς τῶν σαλπίγγων, ἠλάλαξε πᾶς ὁ λαὸς ἅμα ἀλαλαγμῷ μεγάλῳ καὶ ἰσχυρῷ καὶ ἔπεσεν ἅπαν τὸ τεῖχος κύκλῳ, καὶ ἀνέβη πᾶς ὁ λαὸς εἰς τὴν πόλιν.
ΙτΝ. 6,20 Οι ιερείς εσάλπισαν με τας ιεράς σάλπιγγας. Μολις δε ο λαός ήκουσε τον ήχον των σαλπίγγων όλος μαζή εκραύγασε με αλαλαγμόν μεγάλον και ισχυρόν, και τότε όλα τα τείχη κύκλω από την Ιεριχώ έπεσαν, και όλος ο Ισραηλιτικός λαός εισήλθεν ορμητικώς εις την πόλιν.
 
ΙτΝ. 6,21 καὶ ἀνεθεμάτισεν αὐτὴν Ἰησοῦς καὶ ὅσα ἦν ἐν τῇ πόλει ἀπὸ ἀνδρὸς καὶ ἕως γυναικός, ἀπὸ νεανίσκου καὶ ἕως πρεσβύτου καὶ ἕως μόσχου καὶ ὑποζυγίου, ἐν στόματι ῥομφαίας.
ΙτΝ. 6,21 Ο Ιησούς του Ναυή ανεθεμάτισε την πόλιν και παρέδωσεν εις στόμα μαχαίρας όλα όσα εζούσαν εις αυτήν, από ανδρός έως γυναικός, από μικρού έως μεγάλου και από μόσχου έως όνου.
 
ΙτΝ. 6,22 καὶ τοῖς δυσὶ νεανίσκοις τοῖς κατασκοπεύσασιν εἶπεν Ἰησοῦς· εἰσέλθατε εἰς τὴν οἰκίαν τῆς γυναικὸς καὶ ἐξαγάγετε αὐτὴν ἐκεῖθεν καὶ ὅσα ἐστὶν αὐτῇ.
ΙτΝ. 6,22 Είπε δε στους δύο νεαρούς κατασκόπους· “πηγαίνετε εις την οικίαν της Ραάβ και βγάλετε αυτήν από εκεί και όλους όσοι ευρίσκονται μαζή της”.
 
ΙτΝ. 6,23 καὶ εἰσῆλθον οἱ δύο νεανίσκοι οἱ κατασκοπεύσαντες τὴν πόλιν εἰς τὴν οἰκίαν τῆς γυναικὸς καὶ ἐξηγάγοσαν Ῥαὰβ τὴν πόρνην καὶ τὸν πατέρα αὐτῆς καὶ τὴν μητέρα αὐτῆς καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῆς καὶ τὴν συγγένειαν αὐτῆς καὶ πάντα, ὅσα ἦν αὐτῇ, καὶ κατέστησαν αὐτὴν ἔξω τῆς παρεμβολῆς Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 6,23 Οι δύο νεαροί, οι οποίοι είχον κατασκοπεύσει προηγουμένως την πόλιν, εισήλθον εις την οικίαν Ραάβ της πόρνης, έβγαλαν αυτήν και τον πατέρα της και την μητέρα της και τους αδελφούς της, τους συγγενείς της και όσα πράγματα υπήρχον εκεί, και εγκατέστησαν αυτήν και τους ιδικούς της έξω από το στρατόπεδον των Ισραηλιτών.
 
ΙτΝ. 6,24 καὶ ἡ πόλις ἐνεπρήσθη ἐν πυρισμῷ σὺν πᾶσι τοῖς ἐν αὐτῇ, πλὴν ἀργυρίου καὶ χρυσίου καὶ χαλκοῦ καὶ σιδήρου ἔδωκαν εἰς θησαυρὸν Κυρίου εἰσενεχθῆναι.
ΙτΝ. 6,24 Η δε πόλις επυρπολήθη μαζή με όλα όσα υπήρχον εντός αυτής, πλην του αργύρου, του χρυσού, του χαλκού και του σιδήρου, τα οποία οι Ισραηλίται παρέδωσαν, δια να κατατεθούν ως θησαυρός του Κυρίου.
 
ΙτΝ. 6,25 καὶ Ῥαὰβ τὴν πόρνην καὶ πάντα τὸν οἶκον αὐτῆς τὸν πατρικὸν ἐζώγρησεν Ἰησοῦς, καὶ κατῴκησεν ἐν τῷ Ἰσραὴλ ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας, διότι ἔκρυψε τοὺς κατασκοπεύσαντας, οὓς ἀπέστειλεν Ἰησοῦς κατασκοπεῦσαι τὴν Ἱεριχώ.
ΙτΝ. 6,25 Την Ραάβ όμως την πόρνην και όλην την πατρικήν της οικογένειαν διετήρησεν εν ζωή ο Ιησούς του Ναυή και εγκατέστησεν αυτούς μεταξύ του ισραηλιτικού λαού μέχρι της ημέρας που γράφονται αυτά. Και τούτο, διότι αυτή έκρυψε και έσωσε τους κατασκόπους, τους οποίους είχεν αποστείλει ο Ιησούς του Ναυη, δια να κατασκοπεύσουν την πόλιν.
 
ΙτΝ. 6,26 καὶ ὥρκισεν Ἰησοῦς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐναντίον Κυρίου λέγων· ἐπικατάρατος ὁ ἄνθρωπος, ὃς οἰκοδομήσει τὴν πόλιν ἐκείνην· ἐν τῷ προωτοτόκῳ αὐτοῦ θεμελιώσει αὐτὴν καὶ ἐν τῷ ἐλαχίστῳ αὐτοῦ ἐπιστήσει τὰς πύλας αὐτῆς. καὶ οὕτως ἐποίησεν Ὁζᾶν ὁ ἐκ Βαιθὴλ ἐν τῷ Ἀβιρὼν τῷ πρωτοτόκῳ ἐθεμελίωσεν αὐτὴν καὶ ἐν τῷ ἐλαχίστῳ διασωθέντι ἐπέστησε τὰς πύλας αὐτῆς.
ΙτΝ. 6,26 Ορκον δε αναθέματος έκαμεν ο Ιησούς του Ναυή κατά την ημέραν εκείνην ενώπιον του Κυρίου και είπε· “Κατηραμένος θα είναι ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος θα ανοικοδομήση και θα οχυρώση την πόλιν αυτήν. Αν τολμήση να κάμη κάτι τέτοιο, νεκρόν θα θέση ως θεμέλιον της πόλεως τον πρωτότοκον υιόν του και με το νεκρόν σώμα του μικροτέρου υιού του θα στήση τας πύλας αυτής”. Αυτό έκαμε αλλά και αυτό έπαθε ο Οζάς, ο εκ της Βαιθήλ. Αυτός δια του Αβιρών, του πρωτοτόκου υιού του, εθεμελίωσε την πόλιν και με το μικρό του παιδί που του είχε απομείνει έστησε τας πύλας αυτής.
 
ΙτΝ. 6,27 καὶ ἦν Κύριος μετὰ Ἰησοῦ, καὶ ἦν τὸ ὄνομα αὐτοῦ κατὰ πᾶσαν τὴν γῆν.
ΙτΝ. 6,27 Ο δε Κυριος ήτο μετά του Ιησού, του οποίου το όνομα έγινε και έμεινε γνωστόν και θαυμαστόν εις όλην την χώραν.
 
Κεφάλαιο 7ο
ΙτΝ. 7,1 Καὶ ἐπλημμέλησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ πλημμέλειαν μεγάλην καὶ ἐνοσφίσαντο ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος· καὶ ἔλαβεν Ἄχαρ υἱὸς Χαρμὶ υἱοῦ Ζαμβρὶ υἱοῦ Ζαρὰ ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος· καὶ ἐθυμώθη Κύριος ὀργῇ τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 7,1 Οι Ισραηλίται όμως περιέπεσαν εις μεγάλο παράπτωμα, διότι κάποιος από αυτούς επήρε και εκράτησε δια τον εαυτόν του από τα αφιερωμένα στον Κυριον λάφυρα της Ιεριχούς. Ο Αχαρ δηλαδή, υιός του Χαρμί, ο οποίος το υιός του Ζαμβρί, υιού του Ζαρά, από την φυλήν του Ιούδα, εκράτησεν από τα αφιερωθέντα στον Κυριον. Και ωργίσθη ο Κυριος οργήν μεγάλην εναντίον όλων των Ισραηλιτών και η οργή του εξεδηλώθη κατά τον ακόλουθον τρόπον.
 
ΙτΝ. 7,2 καὶ ἀπέστειλεν Ἰησοῦς ἄνδρας εἰς Γαί, ἣ ἐστι κατὰ Βαιθήλ, λέγων· κατασκέψασθε τὴν Γαί·
ΙτΝ. 7,2 Ο Ιησούς έστειλεν άνδρας εις την Γαι, η οποία ευρίσκεται απέναντι από την Βαιθήλ, λέγων· “κατασκοπεύσατε την πόλιν Γαι”.
 
ΙτΝ. 7,3 καὶ ἀνέβησαν οἱ ἄνδρες καὶ κατεσκέψαντο τὴν Γαί. καὶ ἀνέστρεψαν πρὸς Ἰησοῦν καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· μὴ ἀναβήτω πᾶς ὁ λαός, ἀλλ᾿ ὡσεὶ δισχίλιοι ἢ τρισχίλιοι ἄνδρες ἀναβήτωσαν καὶ ἐκπολιορκησάτωσαν τὴν πόλιν· μὴ ἀναγάγῃς ἐκεῖ τὸν λαὸν ἅπαντα, ὀλίγοι γάρ εἰσι.
ΙτΝ. 7,3 Οι άνδρες αυτοί ανήλθον εις την περιοχήν της Γαι, παρετήρησαν την πόλιν, και επέστρεψαν και είπον στον Ιησούν· “Ας μη αναβή όλος ο στρατός, αλλά μόνον δύο έως τρεις χιλιάδες και ας πολιορκήσουν την πόλιν. Μη οδηγήσης εκεί όλον τον στρατόν, διότι οι κάτοικοι της πόλεως είναι ολίγοι”.
 
ΙτΝ. 7,4 καὶ ἀνέβησαν ὡσεὶ τρισχίλιοι ἄνδρες καὶ ἔφυγον ἀπὸ προσώπου ἀνδρῶν Γαί.
ΙτΝ. 7,4 Ανέβησαν πράγματι τρεις περίπου χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι όμως καθώς αντίκρυσαν τους άνδρας της Γαι, ετράπησαν εις φυγήν.
 
ΙτΝ. 7,5 καὶ ἀπέκτειναν ἀπ᾿ αὐτῶν ἄνδρες Γαὶ εἰς τριακονταὲξ ἄνδρας καὶ κατεδίωξαν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς πύλης καὶ συνέτριψαν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ καταφεροῦς· καὶ ἐπτοήθη ἡ καρδία τοῦ λαοῦ καὶ ἐγένετο ὥσπερ ὕδωρ.
ΙτΝ. 7,5 Οι δε άνδρες της Γαι εφόνευσαν τριανταέξ από τους Ισραηλίτας, τους δε άλλους τους κατεδίωξαν από την πύλην της πόλεως μέχρι κάποιας κατωφρερείας, όπου και τους συνέτριψαν. Ο λαός κατελήφθη από πανικόν και η καρδία του έγινεν, ωσάν το νερό.
 
ΙτΝ. 7,6 καὶ διέῤῥηξεν Ἰησοῦς τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ ἔπεσεν Ἰησοῦς ἐπὶ τὴν γῆν ἐπὶ πρόσωπον ἐναντίον Κυρίου ἕως ἑσπέρας, αὐτὸς καὶ οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραήλ, καὶ ἐπεβάλοντο χοῦν ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν.
ΙτΝ. 7,6 Εσχισε τα ιμάτιά του από την λύπην του ο Ιησούς του Ναυη, έπεσε πρηνής κάτω εις την γην ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου μέχρις εσπέρας και μαζή με αυτόν οι πρεσβύτεροι του λαού. Ερριψαν χώμα εις τα κεφάλια των, δια να εκφράσουν την φοβεράν λύπην, που τους κατέλαβεν.
 
ΙτΝ. 7,7 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς· δέομαι Κύριε· ἱνατί διεβίβασεν ὁ παῖς σου τὸν λαὸν τοῦτον τὸν Ἰορδάνην παραδοῦναι αὐτὸν τῷ Ἀμοῤῥαίῳ ἀπολέσαι ἡμᾶς; καὶ εἰ κατεμείναμεν καὶ κατῳκίσθημεν παρὰ τὸν Ἰορδάνην.
ΙτΝ. 7,7 Ο Ιησούς του Ναυή προσηυχήθη και είπε· “σε ικετεύω, Κυριε, φανέρωσέ μου, διατί διεπεραίωσα εγώ ο δούλός σου τον λαόν τούτον από τον Ιορδάνην ποταμόν; Μηπως δια να παραδώσης αυτόν στους Αμορραίους και εκείνοι να μας καταστρέψουν; Είθε να εμέναμεν μονίμως και να κατοικούσαμεν εις τας πέραν του Ιορδάνου περιοχάς.
 
ΙτΝ. 7,8 καὶ τί ἐρῶ, ἐπεὶ μετέβαλεν Ἰσραὴλ αὐχένα ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ αὐτοῦ;
ΙτΝ. 7,8 Τι θα σκεφθώ και τι θα είπω εγώ τώρα, που βλέπω ότι οι Ισραηλίται έστρεψαν τα νώτα στους εχθρούς των; Τρομεροί κίνδυνοι μας απειλούν.
 
ΙτΝ. 7,9 καὶ ἀκούσας ὁ Χαναναῖος καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν περικυκλώσουσιν ἡμᾶς καὶ ἐκτρίψουσιν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς γῆς· καὶ τί ποιήσεις τὸ ὄνομά σου τὸ μέγα;
ΙτΝ. 7,9 Διότι όταν πληροφορηθούν το γεγονός οι Χαναναίοι και όλοι οι άλλοι κάτοικοι της χώρας, θα μας περικυκλώσουν και θα μας εξολοθρεύσουν. Και τι θα πράξης τότε δια το μέγα και Ενδοξον Ονομά Σου;”
 
ΙτΝ. 7,10 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἰησοῦν· ἀνάστηθι, ἱνατί τοῦτο σὺ πέπτωκας ἐπὶ πρόσωπόν σου;
ΙτΝ. 7,10 Είπε δε ο Κυριος προς τον Ιησούν· “σήκω· διατί συ έπεσες πρηνής και καταπτοημένος κάτω εις την γην;
 
ΙτΝ. 7,11 ἡμάρτηκεν ὁ λαὸς καὶ παρέβη τὴν διαθήκην, ἣν διεθέμην πρὸς αὐτούς, καὶ κλέψαντες ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος ἐνέβαλον εἰς τὰ σκεύη αὐτῶν.
ΙτΝ. 7,11 Ο λαός ημάρτησε και παρέβη την εντολήν, την οποίαν έδωκα προς αυτούς. Εκλεψαν από τα αφιερωμένα εις εμέ και τα έκρυψαν εις τας αποσκευάς των.
 
ΙτΝ. 7,12 καὶ οὐ μὴ δύνωνται οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ὑποστῆναι κατὰ πρόσωπον τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν· αὐχένα ἐπιστρέψουσιν ἔναντι τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν, ὅτι ἐγενήθησαν ἀνάθεμα· οὐ προσθήσω ἔτι εἶναι μεθ᾿ ὑμῶν, ἐὰν μὴ ἐξάρητε τὸ ἀνάθεμα ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.
ΙτΝ. 7,12 Δια τούτο οι Ισραηλίται δεν ημπορούν να αντικρούσουν και αντισταθούν ενώπιον των εχθρών των. Θα στρέφουν τα νώτα και θα τρέπωνται εις φυγήν ενώπιον των εχθρών των, διότι έγιναν οι ίδιοι αναθεματισμένοι. Δεν θα μείνω πλέον μαζή σας, εάν δεν βγάλετε από ανάμεσά σας εκείνον, που διέπραξε το ανάθεμα.
 
ΙτΝ. 7,13 ἀναστὰς ἁγίασον τὸν λαὸν καὶ εἰπὸν ἁγιασθῆναι εἰς αὔριον· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· τὸ ἀνάθεμά ἐστιν ἐν ὑμῖν, οὐ δυνήσεσθε ἀντιστῆναι ἀπέναντι τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν, ἕως ἂν ἐξάρητε τὸ ἀνάθεμα ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.
ΙτΝ. 7,13 Σηκω λοιπόν να αγιάσης τον λαόν· διάταξε αυτούς να αγιασθούν και απαλλαγούν από τον ένοχον εντός της αύριον. Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραήλ· Εκείνος που διέπραξε το ανάθεμα ευρίσκεται μεταξύ σας και δια τούτο δεν είναι δυνατόν να αντισταθήτε κατά των εχθρών σας, έως ότου βγάλετε τον αναθεματισμένον από ανάμεσά σας.
 
ΙτΝ. 7,14 καὶ συναχθήσεσθε πάντες τὸ πρωΐ κατὰ φυλάς, καὶ ἔσται ἡ φυλή, ἣν ἂν δείξῃ Κύριος, προσάξετε κατὰ δήμους· καὶ τὸν δῆμον, ὃν ἐὰν δείξῃ Κύριος, προσάξετε κατ᾿ οἶκον· καὶ τὸν οἶκον, ὃν ἐὰν δείξῃ Κύριος, προσάξετε κατ᾿ ἄνδρα·
ΙτΝ. 7,14 Αύριον το πρωϊ θα συναχθήτε όλοι κατά φυλάς. Του ενόχου δε την φυλήν, την οποίαν θα αποκαλύψη ο Κυριος, θα την οδηγήσετε κατά τους δήμους αυτής. Τον δήμον στον οποίον θα ανήκη ο ένοχος, θα τον παρουσιάσετε κατά οικογενείας· και την οικογένειαν, που θα φανερώση ο Κυριος, θα την οδηγήσετε κατ' άνδρα.
 
ΙτΝ. 7,15 καὶ ὃς ἂν ἐνδειχθῇ, κατακαυθήσεται ἐν πυρὶ καὶ πάντα, ὅσα ἐστὶν αὐτῷ, ὅτι παρέβη τὴν διαθήκην Κυρίου καὶ ἐποίησεν ἀνόμημα ἐν Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 7,15 Εκείνον, ο οποίος θα καταδειχθή από τον Κυριον ως ένοχος, θα τον παραδώσετε στο πυρ αυτόν και όλα τα υπάρχοντά του, διότι παρέβη την εντολήν του Κυρίου και διέπραξε παρανομίαν μεταξύ του ισραηλιτικού λαού”.
 
ΙτΝ. 7,16 καὶ ὤρθρισεν Ἰησοῦς καὶ προσήγαγε τὸν λαὸν κατὰ φυλάς, καὶ ἐνεδείχθη ἡ φυλὴ Ἰούδα·
ΙτΝ. 7,16 Ο Ιησούς ηγέρθη πρωί και διέταξεν τον λαόν να παρουσιασθή κατά φυλάς. Ως ένοχος εδείχθη από τον Κυριον η φυλή του Ιούδα.
 
ΙτΝ. 7,17 καὶ προσήχθη κατὰ δήμους, καὶ ἐνεδείχθη δῆμος Ζαραΐ·
ΙτΝ. 7,17 Η φυλή αυτή παρουσιάσθη κατά δήμους και υπεδείχθη ένοχος ο δήμος Ζαραΐ.
 
ΙτΝ. 7,18 καὶ προσήχθη κατ᾿ ἄνδρα, καὶ ἐνεδείχθη Ἄχαρ υἱὸς Ζαμβρὶ υἱοῦ Ζαρά.
ΙτΝ. 7,18 Παρουσιάσθη ο δήμος αυτός κατ' άνδρα και υπεδείχθη ένοχος ο Αχαρ, υιός του Ζαμβρί, υιού του Ζαρά.
 
ΙτΝ. 7,19 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς τῷ Ἄχαρ· δὸς δόξαν σήμερον τῷ Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραὴλ καὶ δὸς τὴν ἐξομολόγησιν καὶ ἀνάγγειλόν μοι τί ἐποίησας καὶ μὴ κρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ.
ΙτΝ. 7,19 Είπε δε ο Ιησούς στον Αχαρ· “δόξασε σήμερον τον Θεόν, ομολόγησε και ανάγγειλον τι έπραξες και μη μου κρύψης τίποτε”.
 
ΙτΝ. 7,20 καὶ ἀπεκρίθη Ἄχαρ τῷ Ἰησοῖ καὶ εἶπεν· ἀληθῶς ἥμαρτον ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ· οὕτως καὶ οὕτως ἐποίησα·
ΙτΝ. 7,20 Απεκρίθη ο Αχαρ στον Ιησούν και είπεν· “αληθώς ημάρτησα ενώπιον Κυρίου του Θεού Ισραήλ. Ετσι και έτσι έκαμα.
 
ΙτΝ. 7,21 εἶδον ἐν τῇ προνομῇ ψιλὴν ποικίλην καλὴν καὶ διακόσια δίδραχμα ἀργυρίου καὶ γλῶσσαν μίαν χρυσῆν πεντήκοντα διδράχμων καὶ ἐνθυμηθεὶς αὐτῶν ἔλαβον, καὶ ἰδοὺ αὐτὰ ἐγκέκρυπται ἐν τῇ σκηνῇ μου καὶ τὸ ἀργύριον κέκρυπται ὑποκάτω αὐτῶν.
ΙτΝ. 7,21 Είδα μεταξύ των λαφύρων ωραίαν πολύχρωμον στολήν, διακόσια δίδραχμα αργυρίου και μίαν ράβδον χρυσήν ομοίαν προς γλώσσαν αξίας πεντήκοντα διδράχμων, επεθύμησα αυτά και τα επήρα. Ιδού όλα αυτά είναι κρυμμένα εις την σκηνήν μου και κάτω από αυτά τα αργυρά δίδραχμα”.
 
ΙτΝ. 7,22 καὶ ἀπέστειλεν Ἰησοῦς ἀγγέλους, καὶ ἔδραμον εἰς τὴν σκηνὴν εἰς τὴν παρεμβολήν· καὶ ταῦτα ἦν κεκρυμμένα εἰς τὴν σκηνὴν αὐτοῦ, καὶ τὸ ἀργύριον ὑποκάτω αὐτῶν.
ΙτΝ. 7,22 Εστειλεν ο Ιησούς απεσταλμένους, οι οποίοι έσπευσαν εις την σκηνήν, που ευρίσκετο στο στρατόπεδον. Και είδον ότι πράγματι τα αντικείμενα αυτά ήσαν κρυμμένα εις την σκηνήν του Αχαρ και τα αργυρά δίδραχμα κάτω από αυτά.
 
ΙτΝ. 7,23 καὶ ἐξήνεγκαν αὐτὰ ἐκ τῆς σκηνῆς καὶ ἤνεγκαν πρὸς Ἰησοῦν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους Ἰσραήλ, καὶ ἔθηκαν αὐτὰ ἔναντι Κυρίου.
ΙτΝ. 7,23 Τα έβγαλαν από την σκηνήν, τα έφεραν στον Ιησούν και τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ και τα απέθεσαν ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου.
 
ΙτΝ. 7,24 καὶ ἔλαβεν Ἰησοῦς τὸν Ἄχαρ υἱὸν Ζαρὰ καὶ ἀνήγαγεν αὐτὸν εἰς φάραγγα Ἀχὼρ καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ τὰς θυγατέρας αὐτοῦ καὶ τοὺς μόσχους αὐτοῦ καὶ τὰ ὑποζύγια αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ πρόβατα αὐτοῦ καὶ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ πᾶς ὁ λαὸς μετ᾿ αὐτοῦ· καὶ ἀνήγαγεν αὐτοὺς εἰς Ἐμεκαχώρ.
ΙτΝ. 7,24 Επήρε τότε ο Ιησούς τον Αχαρ, τον υιόν του Ζαρά, και τον ωδήγησεν εις την φάραγγα Αχώρ, αυτόν και τα παιδιά του και τας θυγατέρας του και τα μοσχάρια του, τα υποζύγιά του και όλα τα πρόβατά του, την σκηνήν και όλα τα υπάρχοντά του. Μαζή δέ με αυτόν επορεύθη και όλος ο λαός. Ωδήγησε δε αυτούς ο Ιησούς του Ναυή εις την κοιλάδα του Αχώρ.
 
ΙτΝ. 7,25 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς τῷ Ἄχαρ· τί ὠλόθρευσας ἡμᾶς; ἐξολοθρεύσαι σε Κύριος καθὰ καὶ σήμερον. καὶ ἐλιθοβόλησαν αὐτὸν λίθοις πᾶς Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 7,25 Εκεί δε είπεν ο Ιησούς του Ναυή στον Αχαρ· “διατί μας κατέστρεψες; Ετσι και σε σήμερον θα καταστρέψη ο Θεός”. Και όλοι οι Ισραηλίται ελιθοβόλησαν αυτόν και τον εφόνευσαν με τους λίθους.
 
ΙτΝ. 7,26 καὶ ἐπέστησαν αὐτῷ σωρὸν λίθων μέγαν. καὶ ἐπαύσατο Κύριος τοῦ θυμοῦ τῆς ὀργῆς· διὰ τοῦτο ἐπωνόμασεν αὐτὸ Ἐμεκαχὼρ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
ΙτΝ. 7,26 Εμάζεψαν δε και έστησαν μεγάλον σωρόν λίθων επάνω στο πτώμα του. Ετσι δε κατέπαυσεν η οργή του Κυρίου εναντίον του λαού. Δια τούτο ο τόπος εκείνος ωνομάσθη μέχρι της σήμερον Εμέκ Αχώρ, δηλαδή κοιλάς του Αχώρ.
 
Κεφάλαιο 8ο
ΙτΝ. 8,1 Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἰησοῦν· μὴ φοβηθῇς μηδὲ δειλιάσῃς, λάβε μετὰ σοῦ πάντας τοὺς ἄνδρας τοὺς πολεμιστὰς καὶ ἀναστὰς ἀνάβηθι εἰς Γαί· ἰδοὺ δέδωκα εἰς τὰς χεῖράς σου τὸν βασιλέα Γαὶ καὶ τὴν γῆν αὐτοῦ.
ΙτΝ. 8,1 Είπεν ο Κυριος προς τον Ιησούν· “μη φοβηθής, ούτε και να δειλιάσης. Παρε μαζή σου όλους τους πολεμιστάς άνδρας και ξεκίνα, δια να αναβής εις την Γαι. Ιδού έχω παραδώσει εις τα χέρια σου τον βασιλέα της Γαι και την χώραν του.
 
ΙτΝ. 8,2 καὶ ποιήσεις τὴν Γαὶ ὃν τρόπον ἐποίησας τὴν Ἱεριχὼ καὶ τὸν βασιλέα αὐτῆς, καὶ τὴν προνομὴν τῶν κτηνῶν προνομεύσεις σεαυτῷ. κατάστησον δὲ σεαυτῷ ἔνεδρα τῇ πόλει εἰς τὰ ὀπίσω.
ΙτΝ. 8,2 Θα κάμης εναντίον της Γαι, ο,τι εναντίον της Ιεριχούς και του βασιλέως αυτής. Από τα λάφυρα μόνον τα ζώα θα πάρης δια τον εαυτόν σου. Πισω από την πόλιν να στήσης ενέδραν”.
 
ΙτΝ. 8,3 καὶ ἀνέστη Ἰησοῦς καὶ πᾶς ὁ λαὸς ὁ πολεμιστὴς ὥστε ἀναβῆναι εἰς Γαί. ἐπέλεξε δὲ Ἰησοῦς τριάκοντα χιλιάδας ἀνδρῶν δυνατοὺς ἐν ἰσχύϊ καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς νυκτός.
ΙτΝ. 8,3 Εσηκώθη και ητοιμάσθη ο Ιησούς και όλοι οι μάχιμοι άνδρες με αυτόν, δια να αναβούν εις την Γαι. Εξέλεξε δε ο Ιησούς τριάκοντα χιλιάδας γενναίους άνδρας, τους έστειλε κατά την νύκτα,
 
ΙτΝ. 8,4 καὶ ἐνετείλατο αὐτοῖς λέγων· ὑμεῖς ἐνεδρεύσατε ὀπίσω τῆς πόλεως· μὴ μακρὰν γίνεσθε ἀπὸ τῆς πόλεως καὶ ἔσεσθε πάντες ἕτοιμοι.
ΙτΝ. 8,4 και διέταξεν αυτούς λέγων· “σεις θα στήσετε ενέδραν πίσω από την πόλιν, οχι όμως μακράν από αυτήν, και να είσθε όλοι έτοιμοι.
 
ΙτΝ. 8,5 καὶ ἐγὼ καὶ πάντες οἱ μετ᾿ ἐμοῦ προσάξομεν πρὸς τὴν πόλιν, καὶ ἔσται ὡς ἂν ἐξέλθωσιν οἱ κατοικοῦντες Γαὶ εἰς συνάντησιν ἡμῖν, καθάπερ καὶ πρῴην, καὶ φευξόμεθα ἀπὸ προσώπου αὐτῶν.
ΙτΝ. 8,5 Εγώ δε και όλοι οι άνδρες, που θα είναι μαζή μου, θα πλησιάσωμεν εις την πόλιν. Οταν δε οι κάτοικοι της Γαι εξέλθουν εναντίον μας, όπως έκαμαν και προηγουμένως, ημείς θα προσποιηθώμεν ότι τρεπόμεθα εις φυγήν από εμπρός των.
 
ΙτΝ. 8,6 καὶ ὡς ἂν ἐξέλθωσιν ὀπίσω ἡμῶν, ἀποσπάσομεν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς πόλεως, καὶ ἐροῦσι· φεύγουσιν οὗτοι ἀπὸ προσώπου ἡμῶν, ὃν τρόπον καὶ ἔμπροσθεν.
ΙτΝ. 8,6 Οταν δε εκείνοι εξέλθουν από την πόλιν, δια να μας καταδιώξουν, ημείς θα τους παρασύρωμεν φεύγοντες μακράν από την πόλιν και εκείνοι θα λέγουν· φεύγουν αυτοί από εμπρός μας, όπως και την προηγουμένην φοράν. Ας τους καταδιώξωμεν.
 
ΙτΝ. 8,7 ὑμεῖς δὲ ἐξαναστήσεσθε ἐκ τῆς ἐνέδρας καὶ πορεύσεσθε εἰς τὴν πόλιν.
ΙτΝ. 8,7 Σεις τότε θα σηκωθήτε από την ενέδραν σας και θα εισέλθετε εις την πόλιν.
 
ΙτΝ. 8,8 κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦτο ποιήσετε· ἰδοὺ ἐντέταλμαι ὑμῖν.
ΙτΝ. 8,8 Οπως σας είπα, έτσι θα κάμετε. Ιδού τι σας διατάσσω”.
 
ΙτΝ. 8,9 καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς Ἰησοῦς, καὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν ἐνέδραν καὶ ἐνεκάθισαν ἀνὰ μέσον Βαιθὴλ καὶ ἀνὰ μέσον Γαί, ἀπὸ θαλάσσης τῆς Γαί.
ΙτΝ. 8,9 Ο Ιησούς απέστειλεν αυτούς και εκείνοι επορεύθησαν να στήσουν την ενέδραν. Εκρύβησαν μεταξύ των πόλεων Βαιθήλ και Γαι, προς δυσμάς της Γαι.
 
ΙτΝ. 8,10 καὶ ὀρθρίσας Ἰησοῦς τὸ πρωΐ ἐπεσκέψατο τὸν λαόν· καὶ ἀνέβησαν αὐτὸς καὶ οἱ πρεσβύτεροι κατὰ πρόσωπον τοῦ λαοῦ ἐπὶ Γαί.
ΙτΝ. 8,10 Ο Ιησούς ηγέρθη λίαν πρωί και επεθεώρησε τον λαόν. Επειτα δε αυτός και οι πρεσβύτεροι προπορευόμενοι του στρατού εβάδισαν κατά της πόλεως Γαι.
 
ΙτΝ. 8,11 καὶ πᾶς ὁ λαὸς ὁ πολεμιστὴς μετ᾿ αὐτοῦ ἀνέβησαν καὶ πορευόμενοι ἦλθον ἐξεναντίας τῆς πόλεως ἀπὸ ἀνατολῶν,
ΙτΝ. 8,11 Ολος δε ο μάχιμος ισραηλιτικός λαός ανέβαινε μαζή του. Πορευόμενοι δε ήλθον απέναντι της πόλεως Γαι από το ανατολικόν μέρος.
 
ΙτΝ. 8,12 καὶ τὰ ἔνεδρα τῆς πόλεως ἀπὸ θαλάσσης.
ΙτΝ. 8,12 Η ενέδρα ευρίσκετο δυτικώς της πόλεως.
 
ΙτΝ. 8,14 καὶ ἐγένετο ὡς εἶδε βασιλεὺς Γαί, ἔσπευσε καὶ ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν αὐτοῖς ἐπ᾿ εὐθείας εἰς τὸν πόλεμον, αὐτὸς καὶ πᾶς ὁ λαὸς ὁ μετ᾿ αὐτοῦ. καὶ αὐτὸς οὐκ ᾔδει ὅτι ἔνεδρα αὐτῷ ἐστιν ὀπίσω τῆς πόλεως.
ΙτΝ. 8,14 Οταν ο βασιλεύς της Γαι είδε τον στρατόν του Ισραήλ έσπευσε και εξήλθεν από την πόλιν, δια να επιτεθή εναντίον των κατ' ευθείαν, χωρίς να ασφαλίση τα νώτα του, αυτός και όλος ο λαός που ευρίσκετο μαζή του. Δεν εγνώριζε δε ότι πίσω από την πόλιν είχε στηθή ενέδρα εναντίον του.
 
ΙτΝ. 8,15 καὶ εἶδε καὶ ἀνεχώρησεν Ἰησοῦς καὶ Ἰσραὴλ ἀπὸ προσώπου αὐτῶν.
ΙτΝ. 8,15 Ο Ιησούς και οι Ισραηλίται πολεμισταί, όταν είδαν εξερχομένους αυτούς, έφυγαν απ' αυτούς, τραπέντες τάχα εις φυγήν.
 
ΙτΝ. 8,16 καὶ κατεδίωξαν ὀπίσω τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ αὐτοὶ ἀπέστησαν ἀπὸ τῆς πόλεως·
ΙτΝ. 8,16 Εκείνοι κατεδίωξαν τους Ισραηλίτας και έτσι απεμακρύνθησαν από την πόλιν.
 
ΙτΝ. 8,17 οὐ κατελείφθη οὐδεὶς ἐν τῇ Γαί, ὃς οὐ κατεδίωξεν ὀπίσω Ἰσραήλ· καὶ κατέλιπον τὴν πόλιν ἠνεῳγμένην καὶ κατεδίωξαν ὀπίσω Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 8,17 Κανείς δεν έμεινεν εις την Γαι, ο οποίος να μη εξήλθεν εις καταδίωξιν των Ισραηλιτών. Εγκατέλειψαν την πόλιν ανοικτήν και αφρούρητον και κατεδίωξαν τους Ισραηλίτας.
 
ΙτΝ. 8,18 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἰησοῦν· ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου ἐν τῷ γαισῷ τῷ ἐν τῇ χειρί σου ἐπὶ τὴν πόλιν, εἰς γὰρ τὰς χεῖράς σου παραδέδωκα αὐτήν, καὶ τὰ ἔνεδρα ἐξαναστήσονται ἐν τάχει ἐκ τοῦ τόπου αὐτῶν. καὶ ἐξέτεινεν Ἰησοῦς τὴν χεῖρα αὐτοῦ, τὸν γαισόν, ἐπὶ τὴν πόλιν,
ΙτΝ. 8,18 Είπε τότε ο Κυριος προς τον Ιησούν· “ύψωσε το χέρι σου και τον κοντόν που κρατάς προς το μέρος της πόλεως, διότι παρέδωκα αυτήν εις τα χέρια σου, και οι ενεδρεύοντες στρατιώται θα εγερθούν αμέσως από τον τόπον των και θα ορμήσουν”. Υψωσεν ο Ιησούς το χέρι του και τον κοντόν προς την κατεύθυνσιν της πόλεως.
 
ΙτΝ. 8,19 καὶ τὰ ἔνεδρα ἐξανέστησαν ἐν τάχει ἐκ τοῦ τόπου αὐτῶν καὶ ἐξήλθοσαν, ὅτε ἐξέτεινε τὴν χεῖρα, καὶ εἰσήλθοσαν ἐπὶ τὴν πόλιν καὶ κατελάβοντο αὐτὴν καὶ σπεύσαντες ἐνέπρησαν τὴν πόλιν ἐν πυρί.
ΙτΝ. 8,19 Οι ενεδρεύοντες τότε Ισραηλίται εσηκώθησαν από τον τόπον της ενέδρας των αμέσως μόλις ύψωσε το χέρι του ο Ιησούς, εισήλθον εις την πόλιν, την κατέλαβον και την παρέδωσαν αμέσως στο πυρ.
 
ΙτΝ. 8,20 καὶ περιβλέψαντες οἱ κάτοικοι Γαὶ εἰς τὰ ὀπίσω αὐτῶν καὶ ἐθεώρουν καπνὸν ἀναβαίνοντα ἐκ τῆς πόλεως εἰς τὸν οὐρανόν· καὶ οὐκ ἔτι εἶχον ποῦ φύγωσιν ὧδε ἢ ὧδε.
ΙτΝ. 8,20 Οι κάτοικοι της Γαι όταν έστρεψαν τα βλέματά των προς τα οπίσω, είδον έντρομοι καπνόν να ανεβαίνη από την πόλιν των στον ουρανόν. Και δεν είχον πλέον που να φύγουν από έδω η από εκεί.
 
ΙτΝ. 8,21 καὶ Ἰησοῦς καὶ πᾶς Ἰσραὴλ εἶδον ὅτι ἔλαβον τὰ ἔνεδρα τὴν πόλιν καὶ ὅτι ἀνέβη ὁ καπνὸς τῆς πόλεως εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ μεταβαλόμενοι ἐπάταξαν τοὺς ἄνδρας τῆς Γαί.
ΙτΝ. 8,21 Ο Ιησούς και όλος ο στρατός του Ισραήλ είδον ότι κατέλαβον την πόλιν οι ενεδρεύοντες και ότι ο καπνός από την καιομένην πόλιν ανέβαινεν στον ουρανόν. Εκαμαν μεταβολήν και επετέθησαν εναντίον των ανδρών της Γαι.
 
ΙτΝ. 8,22 καὶ οὗτοι ἐξήλθοσαν ἐκ τῆς πόλεως εἰς συνάντησιν καὶ ἐγενήθησαν ἀνὰ μέσον τῆς παρεμβολῆς, οὗτοι ἐντεῦθεν καὶ οὗτοι ἐντεῦθεν· καὶ ἐπάταξαν αὐτοὺς ἕως τοῦ μὴ καταλειφθῆναι αὐτῶν σεσωσμένον καὶ διαπεφευγότα.
ΙτΝ. 8,22 Οι ενεδρεύοντες δέ, που κατέλαβον την πόλιν, εξήλθαν από αυτήν εις συνάντησιν των εχθρών και έτσι οι κάτοικοι της Γαι ευρέθησαν ανάμεσα στους δύο στρατούς του Ισραήλ, διότι ούτοι μεν από τους Ισραηλίτας ευρίσκοντο από έδω και οι άλλοι από εκεί. Οι Ισραηλίται εκτύπησαν και εφόνευσαν όλους, μέχρις ότου κανείς δεν εσώθη και κανείς δεν κατώρθωσε να διαφύγη.
 
ΙτΝ. 8,23 καὶ τὸν βασιλέα τῆς Γαὶ συνέλαβον ζῶντα καὶ προσήγαγον αὐτὸν πρὸς Ἰησοῦν.
ΙτΝ. 8,23 Συνέλαβον δε ζώντα και τον βασιλέα της Γαι και τον οδήγησαν ενώπιον του Ιησού.
 
ΙτΝ. 8,24 καὶ ὡς ἐπαύσαντο οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀποκτείνοντες πάντας τοὺς ἐν τῇ Γαί, τοὺς ἐν τοῖς πεδίοις καὶ ἐν τῷ ὄρει ἐπὶ τῆς καταβάσεως, οὗ κατεδίωξαν αὐτοὺς ἀπ᾿ αὐτῆς εἰς τέλος, καὶ ἐπέστρεψεν Ἰησοῦς εἰς Γαὶ καὶ ἐπάταξεν αὐτὴν ἐν στόματι ῥομφαίας.
ΙτΝ. 8,24 Οταν οι Ισραηλίται ετελείωσαν να φονεύουν όλους τους κατοίκους της Γαι, οι οποίοι ήσαν εις τας πεδιάδας και στο όρος και εις την κατωφέρειαν, όπου και κατεδίωξαν αυτούς εκεί μέχρι τέλους, επέστρεψεν ο Ιησούς εις την Γαι και επέρασεν εν στόματι μαχαίρας όσους είχαν απομείνει εκεί.
 
ΙτΝ. 8,25 καὶ ἐγενήθησαν οἱ πεσόντες ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀπὸ ἀνδρὸς καὶ ἕως γυναικὸς δώδεκα χιλιάδες, πάντας τοὺς κατοικοῦντας Γαί,
ΙτΝ. 8,25 Κατά την ημέραν εκείνην όλοι οι φονευθέντες από ανδρός έως γυναικός, όλοι οι κάτοικοι της Γαι, έφθασαν τας δώδεκα χιλιάδας.
 
ΙτΝ. 8,27 πλὴν τῶν κτηνῶν καὶ τῶν σκύλων τῶν ἐν τῇ πόλει, πάντα ἃ ἐπρονόμευσαν ἑαυτοῖς οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ κατὰ πρόσταγμα Κυρίου, ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Ἰησοῖ.
ΙτΝ. 8,27 Από όσα υπήρχον εις την πόλιν μόνον τα ζώα και τα λάφυρα επήραν οι Ισραηλίται, τα οποία επήραν ως λείαν πολέμου, σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, όπως διέταξεν ο Κυριος.
 
ΙτΝ. 8,28 καὶ ἐνεπύρισεν Ἰησοῦς τὴν πόλιν ἐν πυρί· χῶμα ἀοίκητον εἰς τὸν αἰῶνα ἔθηκεν αὐτὴν ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
ΙτΝ. 8,28 Ο Ιησούς κατέκαυσεν εξ ολοκλήρου την πόλιν. Εις ερείπια και εις χώμα ακατοίκητον μετέβαλεν αυτήν έως σήμερα.
 
ΙτΝ. 8,29 καὶ τὸν βασιλέα τῆς Γαὶ ἐκρέμασεν ἐπὶ ξύλου διδύμου, καὶ ἦν ἐπὶ τοῦ ξύλου ἕως ἑσπέρας· καὶ ἐπιδύνοντος τοῦ ἡλίου συνέταξεν Ἰησοῦς καὶ καθείλοσαν τὸ σῶμα αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ξύλου καὶ ἔῤῥιψαν αὐτὸ εἰς τὸν βόθρον καὶ ἐπέστησαν αὐτῷ σωρὸν λίθων, ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
ΙτΝ. 8,29 Τον δε βασιλέα της Γαι εκρέμασεν εις διχαλωτόν ξύλον και τον αφήκεν εκεί έως την εσπέραν. Κατά την δύσιν του ηλίου διέταξεν ο Ιησούς και κατεβίβασαν το πτώμα του από το ξύλον, το έρριψαν στον λάκκον και εσώριασαν επάνω εις αυτό λίθους, οι οποίοι και υπάρχουν εκεί μέχρι σήμερα.
 
Κεφάλαιο 9ο
ΙτΝ. 9,1 Ὡς δὲ ἤκουσαν οἱ βασιλεῖς τῶν Ἀμοῤῥαίων οἱ ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, οἱ ἐν τῇ ὀρεινῇ καὶ οἱ ἐν τῇ πεδινῇ καὶ οἱ ἐν πάσῃ τῇ παραλίᾳ τῆς θαλάσσης τῆς μεγάλης καὶ οἱ πρὸς τῷ Ἀντιλιβάνῳ καὶ οἱ Χετταῖοι καὶ οἱ Χαναναῖοι καὶ οἱ Φερεζαῖοι καὶ οἱ Εὐαῖοι καὶ οἱ Ἀμοῤῥαῖοι καὶ οἱ Γεργεσαῖοι καὶ οἱ Ἰεβουσαῖοι,
ΙτΝ. 9,1 Οταν δε επληροφορήθησαν τα γεγονότα αυτά οι βασιλείς των Αμορραίων που ευρίσκοντο εις την ορεινήν και πεδινήν περιοχήν δυτικύς του Ιορδάνου, και όσοι κατοικούσαν εις όλην την παραλίαν της μεγάλης θαλάσσης, της Μεσογείου, και οι προς τα μέρη του Αντιλιβάνου, όπως επίσης οι Χετταίοι και οι Χαναναίοι και οι Φερεζαίοι, οι Ευαίοι, οι Αμορραίοι, οι Γεργεσαίοι και οι Ιεβουσαίοι,
 
ΙτΝ. 9,2 συνήλθοσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐκπολεμῆσαι Ἰησοῦν καὶ Ἰσραὴλ ἅμα πάντες.
ΙτΝ. 9,2 συνεκεντρώθησαν όλοι συγχρόνως επί το αυτό, δια να πολεμήσουν μαζή τον Ιησούν και τον ίσραηλιτικόν λαόν.
 
ΙτΝ. 9,2α Τότε ᾠκοδόμησεν Ἰησοῦς θυσιαστήριον Κυρίῳ τῷ Θεῷ Ἰσραὴλ ἐν ὄρει Γαιβάλ,
ΙτΝ. 9,2α Τοτε ο Ιησούς έκτισε θυσιαστήριον στο όρος Γαιβάλ, προς τιμήν και λατρείαν Κυρίου του Θεού του Ισραήλ,
 
ΙτΝ. 9,2β καθότι ἐνετείλατο Μωυσῆς ὁ θεράπων Κυρίου τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, καθὰ γέγραπται ἐν τῷ νόμῳ Μωυσῆ, θυσιαστήριον λίθων ὁλοκλήρων, ἐφ᾿ οὓς οὐκ ἐπεβλήθη σίδηρος, καὶ ἀνεβίβασεν ἐκεῖ ὁλοκαυτώματα Κυρίῳ καὶ θυσίαν σωτηρίου.
ΙτΝ. 9,2β όπως ο Μωϋσής, ο δούλος του Κυρίου, είχε δώσει εντολήν στους Ισραηλίτας, σύμφωνα με όσα έχουν γραφή στον Νομον του Μωϋσή, να κτισθή δηλαδή θυσιαστήριον από ακατεργάστους λίθους,επί των οποίων δεν εκτύπησε και δεν ειργάσθη σιδηρούν εργαλείον. Ο Ιησούς εθυσίασεν εκεί ολοκαυτώματα εις τιμήν του Κυρίου και ευχαριστήριον θυσίαν δια την σωτηρίαν των.
 
ΙτΝ. 9,2γ καὶ ἔγραψεν Ἰησοῦς ἐπὶ τῶν λίθων τὸ δευτερονόμιον, νόμον Μωυσῆ, ὃν ἔγραψεν ἐνώπιον τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ
ΙτΝ. 9,2γ Εχάραξε δε επάνω στους λίθους το Δευτερονόμιον, τον νόμον του Μωϋσή, τον οποίον αυτός είχε γράψει εμπρός στους Ισραηλίτας.
 
ΙτΝ. 9,2δ καὶ πᾶς Ἰσραὴλ καὶ οἱ πρεσβύτεροι αὐτῶν καὶ οἱ δικασταὶ καὶ οἱ γραμματεῖς αὐτῶν παρεπορεύοντο ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κιβωτοῦ ἀπέναντι, καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται ᾖραν τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου, καὶ ὁ προσήλυτος καὶ ὁ αὐτόχθων, οἳ ἦσαν ἥμισυ πλησίον ὄρους Γαριζίν, καὶ οἳ ἦσαν ἥμισυ πλησίον ὄρους Γαιβάλ, καθότι ἐνετείλατο Μωυσῆς ὁ θεράπων Κυρίου εὐλογῆσαι τὸν λαὸν ἐν πρώτοις.
ΙτΝ. 9,2δ Ολος ο ισραηλιτικός λαός, οι πρεσβύτεροι, οι δικασταί και οι γραμματείς αυτών επορεύοντο από το ένα και από το άλλο μέρος της Κιβωτού και απέναντι. Οι δε ιερείς και οι Λευίται μετέφεραν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου. Οι ξένοι και οι Ισραηλίται, ήσαν οι μισοί από αυτούς πλησίον του όρους Γαριζίν και οι άλλοι μισοί πλησίον του όρους Γαιβάλ, όπως είχε διατάξει προηγουμένως ο Μωϋσής ο υπηρέτης του Θεού, δια να ευλογηθή ο λαός κατά πρώτον.
 
ΙτΝ. 9,2ε καὶ μετὰ ταῦτα οὕτως ἀνέγνω Ἰησοῦς πάντα τὰ ῥήματα τοῦ νόμου τούτου, τὰς εὐλογίας καὶ τὰς κατάρας, κατὰ πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωυσῆ·
ΙτΝ. 9,2ε Μετά ταύτα ανέγνωσε μεγαλοφώνως ο Ιησούς όλους τους λόγους του Νομου τούτου, τας ευλογίας δηλαδή και τας κατάρας, όπως ακριβώς ήσαν γραμμένα στον Νομον του Μωϋσή.
 
ΙτΝ. 9,2ζ οὐκ ἦν ῥῆμα ἀπὸ πάντων ὧν ἐνετείλατο Μωυσῆς τῷ Ἰησοῖ, ὃ οὐκ ἀνέγνω Ἰησοῦς εἰς τὰ ὦτα πάσης ἐκκλησίας υἱῶν Ἰσραήλ, τοῖς ἀνδράσι καὶ ταῖς γυναιξὶ καὶ τοῖς παιδίοις καὶ τοῖς προσηλύτοις τοῖς προσπορευομένοις τῷ Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 9,2ζ Δεν υπήρξε κανένας λόγος, από όσους διέταξεν ο Μωϋσής στον Ιησούν, τον οποίον να μη ανέγνωσεν ο Ιησούς εις επήκοον όλης της συγκεντρώσεως των Ισραηλιτών, στους άνδρας και τας γυναίκας και τα παιδία και τους ξένους, οι οποίοι συνεβάδιζαν με τους Ισραηλίτας.
 
ΙτΝ. 9,3 Καὶ οἱ κατοικοῦντες Γαβαὼν ἤκουσαν πάντα, ὅσα ἐποίησε Κύριος τῇ Ἱεριχὼ καὶ τῇ Γαί.
ΙτΝ. 9,3 Οι κάτοικοι της Γαβαών επληροφορήθησαν όλα, όσα έκαμεν ο Κυριος εις την Ιεριχώ και την Γαι.
 
ΙτΝ. 9,4 καὶ ἐποίησαν καί γε αὐτοὶ μετὰ πανουργίας καὶ ἐλθόντες ἐπεσιτίσαντο καὶ ἡτοιμάσαντο καὶ λαβόντες σάκκους παλαιοὺς ἐπὶ τῶν ὄνων αὐτῶν καὶ ἀσκοὺς οἴνου παλαιοὺς καὶ κατεῤῥωγότας ἀποδεδεμένους,
ΙτΝ. 9,4 Αυτοί όμως επενόησαν ένα πανούργον τρόπον διαφυγής των. Εξεκίνησαν εις συνάντησιν των Ισραηλιτών, αφού έλαβον προμηθείας δια την πορείαν των. Ελαβον δηλαδή και εφόρτωσαν στους όνους των παλαιούς σάκκους και ασκούς με κρασί παλαιούς, σκισμένους και δεμένους.
 
ΙτΝ. 9,5 καὶ τὰ κοῖλα τῶν ὑποδημάτων αὐτῶν, καὶ τὰ σανδάλια αὐτῶν παλαιὰ καὶ καταπεπελματωμένα ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν. καὶ τὰ ἱμάτια αὐτῶν πεπαλαιωμένα ἐπάνω αὐτῶν, καὶ ὁ ἄρτος αὐτῶν τοῦ ἐπισιτισμοῦ ξηρὸς καὶ εὐρωτιῶν καὶ βεβρωμένος.
ΙτΝ. 9,5 Τα πέλματα των υποδημάτων των και τα υποδήματά των ήσαν παλαιά και μπαλωμένα. Επίσης δε και τα ενδύματα που έφεραν επάνω τους ήσαν παλαιά. Ολο το ψωμί το οποίον έφεραν μαζή των προς διατροφήν των, ήτο ξηρόν, μουχλιασμένον και αποσυντεθειμένον.
 
ΙτΝ. 9,6 καὶ ἤλθοσαν πρὸς Ἰησοῦν εἰς τὴν παρεμβολὴν Ἰσραὴλ εἰς Γάλγαλα καὶ εἶπαν πρὸς Ἰησοῦν καὶ Ἰσραήλ· ἐκ γῆς μακρόθεν ἥκαμεν, καὶ νῦν διάθεσθε ἡμῖν διαθήκην.
ΙτΝ. 9,6 Αυτοί ήλθαν προς τον Ιησούν στο ισραηλιτικόν στρατόπεδον, που ευρίσκετο εις τα Γαλγαλα, και είπον προς αυτόν και τους Ισραηλίτας· “έχομεν έλθει από μακρυνήν χώραν· και τώρα σας παρακαλούμεν συνάψατε συμφωνίαν με ημάς”.
 
ΙτΝ. 9,7 καὶ εἶπαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ πρὸς τὸν Χοῤῥαῖον· ὅρα μὴ ἐν ἐμοὶ κατοικεῖς, καὶ πῶς σοι διαθῶμαι διαθήκην;
ΙτΝ. 9,7 Οι Ισραηλίται απήντησαν προς αυτούς, τους Χορραίους· “προσέξατε μήπως μένετε πολύ πλησίον μας. Διότι έτσι πως είναι δυνατόν να συνάψωμεν με σας συμφωνίαν φιλίας;”
 
ΙτΝ. 9,8 καὶ εἶπαν πρὸς Ἰησοῦν· οἰκέται σού ἐσμεν. καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Ἰησοῦς· πόθεν ἐστὲ καὶ πόθεν παραγεγόνατε;
ΙτΝ. 9,8 Εκείνοι απήντησαν προς τον Ιησούν· “είμεθα δούλοι σου”. Είπε δε προς αυτούς ο Ιησούς· “από που κατάγεσθε και από που ήλθατε;”
 
ΙτΝ. 9,9 καὶ εἶπαν· ἐκ γῆς μακρόθεν σφόδρα ἥκασιν οἱ παῖδές σου ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου· ἀκηκόαμεν γὰρ τὸ ὄνομα αὐτοῦ καὶ ὅσα ἐποίησεν ἐν Αἰγύπτῳ
ΙτΝ. 9,9 Εκείνοι απήντησαν· “ημείς οι δούλοι σου, έχομεν έλθει από χώραν πολύ μακρυνήν εν ονόματι Κυρίου του Θεού σας. Διότι ηκούσαμεν το όνομά του και όσα θαύματα έκαμεν εις την Αίγυπτον.
 
ΙτΝ. 9,10 καὶ ὅσα ἐποίησε τοῖς βασιλεῦσι τῶν Ἀμοῤῥαίων, οἳ ἦσαν πέραν τοῦ Ἰορδάνου, τῷ Σηὼν βασιλεῖ τῶν Ἀμοῤῥαίων καὶ τῷ Ὢγ βασιλεῖ τῆς Βασάν, ὃς κατῴκει ἐν Ἀσταρὼθ καὶ ἐν Ἐδραΐν.
ΙτΝ. 9,10 Και όσα έκαμεν εναντίον των βασιλέων των Αμορραίων, οι οποίοι ήσαν ανατολικώς πέραν του Ιορδάνου, στον Σηών, τον βασιλέα των Αμορραίων και στον Ωγ, βασιλέα της χώρας Βασάν, ο οποίος κατοικούσε εις τας πόλεις Ασταρώθ και Εδραΐν.
 
ΙτΝ. 9,11 καὶ ἀκούσαντες εἶπαν πρὸς ἡμᾶς οἱ πρεσβύτεροι ἡμῶν καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν ἡμῶν λέγοντες· λάβετε ἑαυτοῖς ἐπισιτισμὸν εἰς τὴν ὁδὸν καὶ πορεύθητε εἰς συνάντησιν αὐτῶν καὶ ἐρεῖτε πρὸς αὐτούς· οἰκέται σού ἐσμεν, καὶ νῦν διάθεσθε ἡμῖν τὴν διαθήκην.
ΙτΝ. 9,11 Πληροφορηθέντες τα γεγονότα αυτά οι πρεσβύτεροι αρχηγοί μας και όλοι οι κάτοικοι της χώρας μας είπαν· Παρέτε μαζή σας τροφοδοσίαν δια τον δρόμον, πηγαίνετε να συναντήσετε τους Ισραηλίτας και θα είπετε προς αυτούς· είμεθα δούλοι σας, κλείσατε μαζή μας συμφωνίαν φιλίας.
 
ΙτΝ. 9,12 οὗτοι οἱ ἄρτοι, θερμοὺς ἐφωδιάσθημεν αὐτοὺς ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐξήλθομεν παραγενέσθαι πρὸς ὑμᾶς. νῦν δὲ ἐξηράνθησαν καὶ γεγόνασι βεβρωμένοι.
ΙτΝ. 9,12 Αυτοί οι άρτοι, με τους οποίους εφωδιάσθημεν, ήσαν ζεστοί την ημέραν που εξήλθομεν προς συνάντησίν σας. Τωρα έγιναν ξηροί και μουχλιασμένοι.
 
ΙτΝ. 9,13 καὶ οὗτοι οἱ ἀσκοὶ τοῦ οἴνου, οὓς ἐπλήσαμεν καινούς, καὶ οὗτοι ἐῤῥώγασι· καὶ τὰ ἱμάτια ἡμῶν καὶ τὰ ὑποδήματα ἡμῶν πεπαλαίωται ἀπὸ τῆς πολλῆς ὁδοῦ σφόδρα.
ΙτΝ. 9,13 Οι ασκοί αυτοί του οίνου ήσαν καινούργιοι, όταν τους εγεμίσαμεν, και τώρα έχουν σχισθή. Τα ενδύματά μας και τα υποδήματά μας επάληωσαν και εφθάρησαν από την πολύ μακρυνήν πορείαν, που εκάμαμε έως εδώ”.
 
ΙτΝ. 9,20 καὶ ἔλαβον οἱ ἄρχοντες τοῦ ἐπισιτισμοῦ αὐτῶν καὶ Κύριον οὐκ ἐπηρώτησαν.
ΙτΝ. 9,20 Οι άρχοντες του ισραηλιτικού λαού επήραν από τους άρτους εκείνων (τους είδαν μουχλιασμένους και παρεδέχθησαν ως αληθινήν την ιστορίαν των Γαβαωνιτών) και επροχώρησαν εις σύναψιν συνθήκης, χωρίς να ερωτήσουν τον Κυριον.
 
ΙτΝ. 9,21 καὶ ἐποίησεν Ἰησοῦς πρὸς αὐτοὺς εἰρήνην καὶ διέθεντο πρὸς αὐτοὺς διαθήκην τοῦ διασῶσαι αὐτούς, καὶ ὤμοσαν αὐτοῖς οἱ ἄρχοντες τῆς συναγωγῆς.
ΙτΝ. 9,21 Ο Ιησούς έκλεισε με αυτούς ειρήνην και συνήψε μαζή των συνθήκην να σεβασθή την ζωήν των. Οι άρχοντες του λαού ωρκίσθησαν εις αυτούς δια την συμφωνίαν.
 
ΙτΝ. 9,22 καὶ ἐγένετο μετὰ τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὸ διαθέσθαι πρὸς αὐτοὺς διαθήκην, ἤκουσαν ὅτι ἐγγύθεν αὐτῶν εἰσι, καὶ ὅτι ἐν αὐτοῖς κατοικοῦσι.
ΙτΝ. 9,22 Μετά τρεις ημέρας αφού συνήφθη η συνθήκη με τους Γαβαωνίτας, επληροφορήθησαν ότι αυτοί ευρίσκοντο πλησίον των, ότι κατοικούν εκεί κοντά των.
 
ΙτΝ. 9,23 καὶ ἀπῇραν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ ἦλθον εἰς τὰς πόλεις αὐτῶν· αἱ δὲ πόλεις αὐτῶν Γαβαὼν καὶ Κεφιρὰ καὶ Βηρὼθ καὶ πόλεις Ἰαρίν.
ΙτΝ. 9,23 Οι Ισραηλίται ανεχώρησαν και ήλθαν εις τας πόλεις των Γαβαωνιτών. Αι πόλεις των ήσαν· Η Γαβαών, η Κεφιρά, η Βηρώθ και αι πόλεις Ιαρίν.
 
ΙτΝ. 9,24 καὶ οὐκ ἐμαχέσαντο αὐτοῖς οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, ὅτι ὤμοσαν αὐτοῖς πάντες οἱ ἄρχοντες Κύριον τὸν Θεὸν Ἰσραήλ· καὶ διεγόγγυσαν πᾶσα ἡ συναγωγὴ ἐπὶ τοῖς ἄρχουσι.
ΙτΝ. 9,24 Οι Ισραηλίται δεν επολέμησαν εναντίον των και δεν τους εφόνευσαν, διότι όλοι οι άρχοντες είχαν δώσει δι' αυτό όρκον εις Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ. Δια τούτο όλον το πλήθος του ισραηλιτικού λαού εγόγγυζαν εναντίον των αρχόντων.
 
ΙτΝ. 9,25 καὶ εἶπαν οἱ ἄρχοντες πάσῃ τῇ συναγωγῇ· ἡμεῖς ὠμόσαμεν αὐτοῖς Κύριον τὸν Θεὸν Ἰσραὴλ καὶ νῦν οὐ δυνησόμεθα ἅψασθαι αὐτῶν·
ΙτΝ. 9,25 Είπαν τότε οι άρχοντες εις όλην την συγκέντρωσιν του λαού· “ημείς εδώσαμεν δι' αυτούς όρκον ενώπιον Κυρίου του Θεού των Ισραηλιτών. Εχομεν δεσμευθή και δεν ημπορούμεν να τους εγγίσωμεν.
 
ΙτΝ. 9,26 τοῦτο ποιήσομεν, ζωγρῆσαι αὐτούς, καὶ περιποιησόμεθα αὐτούς, καὶ οὐκ ἔσται καθ᾿ ἡμῶν ὀργὴ διὰ τὸν ὅρκον, ὃν ὠμόσαμεν αὐτοῖς·
ΙτΝ. 9,26 Τούτο μόνον θα κάμωμεν. Θα τους αφήσωμεν ζωντανούς, θα σεβασθώμεν την ζωήν των και έτσι δεν θα οργισθή ο Κυριος εναντίον μας, διότι ετηρήσαμεν τον όρκον που εδώσαμεν εις αυτούς.
 
ΙτΝ. 9,27 ζήσονται καὶ ἔσονται ξυλοκόποι καὶ ὑδροφόροι πάσῃ τῇ συναγωγῇ, καθάπερ εἶπαν αὐτοῖς οἱ ἄρχοντες.
ΙτΝ. 9,27 Θα ζήσουν λοιπόν αυτοί, θα είναι όμώς ξυλοκόποι και νεροφόροι όλου του Εβραϊκού λαού, όπως είπαν προς αυτούς οι άρχοντες”.
 
ΙτΝ. 9,28 καὶ συνεκάλεσεν αὐτοὺς Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· διατί παρελογίσασθέ με λέγοντες, μακρὰν ἀπὸ σοῦ ἐσμεν σφόδρα, ὑμεῖς δὲ ἐγχώριοί ἐστε τῶν κατοικούντων ἐν ἡμῖν;
ΙτΝ. 9,28 Προσεκάλεσε κατόπιν ο Ιησούς τους Γαβαωνίτας και τους είπε· “διατί με εξηπατήσατε και μου είπατε ότι ανήκετε εις χώραν πολύ μακρυνήν, ενώ σεις είσθε εις την πραγματικότητα εντόπιοι και κατοικείτε εις την περιοχήν μας;
 
ΙτΝ. 9,29 καὶ νῦν ἐπικατάρατοί ἐστε· οὐ μὴ ἐκλίπῃ ἐξ ὑμῶν δοῦλος οὐδὲ ξυλοκόπος οὐδὲ ὑδροφόρος ἐμοὶ καὶ τῷ Θεῷ μου.
ΙτΝ. 9,29 Επικατάρατοι να είσθε τώρα. Ποτέ δεν θα λείψουν από σας δούλοι, ξυλοκόποι και υδροφόροι δι' εμέ και τον Θεόν”.
 
ΙτΝ. 9,30 καὶ ἀπεκρίθησαν τῷ Ἰησοῖ λέγοντες· ἀνηγγέλη ἡμῖν ὅσα συνέταξε Κύριος ὁ Θεός σου Μωυσῇ τῷ παιδὶ αὐτοῦ, δοῦναι ὑμῖν τὴν γῆν ταύτην καὶ ἐξολοθρεῦσαι ἡμᾶς καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐπ᾿ αὐτῆς πρὸ προσώπου ὑμῶν, καὶ ἐφοβήθημεν σφόδρα περὶ τῶν ψυχῶν ἡμῶν ἀπὸ προσώπου ὑμῶν καὶ ἐποιήσαμεν τὸ πρᾶγμα τοῦτο.
ΙτΝ. 9,30 Οι Γαβαωνίται απεκρίθησαν στον Ιησούν και είπαν· “ανηγγέλθησαν εις ημάς όλα εκείνα, που διέταξε Κυριος ο Θεός σου στον Μωϋσήν τον δούλον του, ότι δηλαδή θα δώση εις σας την χώραν αυτήν και θα εξολοθρεύση από εμπρός σας όλους ημάς που κατοικούμεν εις αυτήν, και εφοβήθημεν πάρα πολύ από σας δια την ζωήν μας, δια τούτο δε και κατεφύγαμεν εις την πράξιν αυτήν.
 
ΙτΝ. 9,31 καὶ νῦν ἰδοὺ ἡμεῖς ὑποχείριοι ὑμῖν· ὡς ἀρέσκει ὑμῖν καὶ ὡς δοκεῖ ὑμῖν, ποιήσατε ἡμῖν.
ΙτΝ. 9,31 Και τώρα ιδού, ημείς είμεθα δούλοι σας. Οπως θέλετε και όπως νομίζετε, κάμετε εις ημάς”.
 
ΙτΝ. 9,32 καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς οὕτως· καὶ ἐξείλατο αὐτοὺς Ἰησοῦς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐκ χειρῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἀνεῖλον αὐτούς.
ΙτΝ. 9,32 Οι Ισραηλίται έκαμαν εις αυτούς, όπως είχαν είπει. Ο Ιησούς του Ναυή τους εγλύτωσεν από τα χέρια των Ισραηλιτών και δεν τους εφόνευσαν.
 
ΙτΝ. 9,33 καὶ κατέστησεν αὐτοὺς Ἰησοῦς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ξυλοκόπους καὶ ὑδροφόρους πάσῃ τῇ συναγωγῇ καὶ τῷ θυσιαστηρίῳ τοῦ Θεοῦ· διὰ τοῦτο ἐγένοντο οἱ κατοικοῦντες Γαβαὼν ξυλοκόποι καὶ ὑδροφόροι τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ Θεοῦ ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας, καὶ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος.
ΙτΝ. 9,33 Αλλά από την ημέραν εκείνην υπεχρέωσεν αυτούς να είναι ξυλοκόποι και νεροφόροι εις όλον τον εβραϊκόν λαόν και στο θυσιαστήριον του Θεού. Δια τούτο έγιναν οι κάτοικοι της Γαβαών ξυλοκόποι και νεροφόροι στο θυσιαστήριον του Θεού, δηλαδή την Σκηνήν του Μαρτυρίου, μέχρι σήμερον, θα είναι δε και βραδύτερον εις ιερόν τόπον, τον οποίον θα εκλέξη ο Κυριος, ως ναόν του.
 
Κεφάλαιο 10ο
ΙτΝ. 10,1 Ὡς δὲ ἤκουσεν Ἀδωνιβεζὲκ βασιλεὺς Ἱερουσαλὴμ ὅτι ἔλαβεν Ἰησοῦς τὴν Γαὶ καὶ ἐξωλόθρευσεν αὐτήν, ὃν τρόπον ἐποίησαν τὴν Ἱεριχὼ καὶ τὸν βασιλέα αὐτῆς, οὕτως ἐποίησαν καὶ τὴν Γαὶ καὶ τὸν βασιλέα αὐτῆς, καὶ ὅτι ηὐτομόλησαν οἱ κατοικοῦντες Γαβαὼν πρὸς Ἰησοῦν καὶ πρὸς Ἰσραήλ,
ΙτΝ. 10,1 Ο Αδωνιβεζέκ, βασιλεύς της Ιερουσαλήμ, όταν επληροφορήθη, ότι ο Ιησούς του Ναυή κατέλαβε την Γαι και εξωλόθρευσεν αυτήν, όταν μάλιστα ειδικώτερον έμαθεν όσα οι Ισραηλίται έκαναν εις την Γαι και τον βασιλέα της, ο,τι είχαν κάμει εις την Ιεριχώ και τον βασιλέα αυτής, όταν ακόμη έμαθεν ότι οι κάτοικοι της Γαβαών παρεδόθησαν στον Ιησούν και τους Ισραηλίτας,
 
ΙτΝ. 10,2 καὶ ἐφοβήθησαν ἀπ᾿ αὐτῶν σφόδρα· ἤδει γὰρ ὅτι πόλις μεγάλη Γαβαών, ὡσεὶ μία τῶν μητροπόλεων, καὶ πάντες οἱ ἄνδρες αὐτῆς ἰσχυροί·
ΙτΝ. 10,2 αυτός και ο λαός του εφοβήθησαν πάρα πολύ. Εφοβήθησαν, διότι εγνώριζαν ότι η Γαβαών είναι πόλις μεγάλη, όπως είναι αι μητροπόλεις, και ότι όλοι οι άνδρες της είναι δυνατοί και ανδρείοι.
 
ΙτΝ. 10,3 καὶ ἀπέστειλεν Ἀδωνιβεζὲκ βασιλεὺς Ἱερουσαλὴμ πρὸς Ἐλὰμ βασιλέα Χεβρὼν καὶ πρὸς Φιδὼν βασιλέα Ἱεριμοὺθ καὶ πρὸς Ἰεφθὰ βασιλέα Λαχὶς καὶ πρὸς Δαβὶν βασιλέα Ὀδολλὰμ λέγων·
ΙτΝ. 10,3 Ο Αδωνιδεζέκ λοιπόν, ο βασιλεύς της Ιερουσαλήμ, έστειλεν αγγελιαφόρους προς τον Ελάμ, βασιλέα της Χεβρών, προς τον Φιδών, βασιλέα Ιεριμούθ, προς τον Ιεφθά, βασιλέα Λαχίς και προς τον Δαδίν, βασιλέα της Οδολλάμ και είπεν·
 
ΙτΝ. 10,4 δεῦτε, ἀνάβητε πρός με καὶ βοηθήσατέ μοι, καὶ ἐκπολεμήσωμεν Γαβαών· ηὐτομόλησαν γὰρ πρὸς Ἰησοῦν καὶ πρὸς τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 10,4 “ελάτε, αναβήτε προς εμέ και βοηθήσατέ με να πολεμήσωμεν μαζή εναντίον των Γαβαωνιτών, διότι αυτοί ηυτομόλησαν προς τον Ιησούν και τους Ισραηλίτας”.
 
ΙτΝ. 10,5 καὶ ἀνέβησαν οἱ πέντε βασιλεῖς τῶν Ἰεβουσαίων, βασιλεὺς Ἱερουσαλὴμ καὶ βασιλεὺς Χεβρὼν καὶ βασιλεὺς Ἱεριμοὺθ καὶ βασιλεὺς Λαχὶς καὶ βασιλεὺς Ὀδολλάμ, αὐτοὶ καὶ πᾶς ὁ λαὸς αὐτῶν καὶ περιεκάθισαν τὴν Γαβαὼν καὶ ἐξεπολιόρκουν αὐτήν.
ΙτΝ. 10,5 Συνεννοήθησαν μεταξύ των, συνεφώνησαν οι πέντε βασιλείς των Ιεβουσαίων, ο βασιλεύς της Ιερουσαλήμ, ο βασιλεύς της Χεβρών, ο βασιλεύς της Ιεριμούθ, ο βασιλεύς της Λαχίς και ο βασιλεύς της Οδολλάμ και ανέβησαν αυτοί και όλος ο στρατός των, εστρατοπέδευσαν γύρω από την Γαβαών και ήρχισαν να την πολιορκούν στενά.
 
ΙτΝ. 10,6 καὶ ἀπέστειλαν οἱ κατοικοῦντες Γαβαὼν πρὸς Ἰησοῦν εἰς τὴν παρεμβολὴν Ἰσραὴλ εἰς Γάλγαλα λέγοντες· μὴ ἐκλύσῃς τὰς χεῖράς σου ἀπὸ τῶν παίδων σου· ἀνάβηθι πρὸς ἡμᾶς τὸ τάχος καὶ βοήθησον ἡμῖν καὶ ἐξελοῦ ἡμᾶς· ὅτι συνηγμένοι εἰσὶν ἐφ᾿ ἡμᾶς πάντες οἱ βασιλεῖς τῶν Ἀμοῤῥαίων, οἱ κατοικοῦντες τὴν ὀρεινήν.
ΙτΝ. 10,6 Οι κάτοικοι της Γαβαών έστειλαν τότε αγελλιαφόρους προς τον Ιησούν στο Ισραηλιτικόν στρατόπεδον, που ευρίσκετο εις Γαλγαλα και είπαν· “μη αποσύρης τα προστατευτικά σου χέρια από τους δούλους σου. Ελα όσον το δυνατόν συντομώτερον, βοήθησέ μας και γλύτωσέ μας, διότι συνησπίσθησαν εναντίον μας και συνεκεντρώθησαν γύρω από την πόλιν όλοι οι βασιλείς των Αμορραίων, οι οποίοι κατοικούν την ορεινήν περιοχήν”.
 
ΙτΝ. 10,7 καὶ ἀνέβη Ἰησοῦς ἐκ Γαλγάλων, αὐτὸς καὶ πᾶς ὁ λαὸς ὁ πολεμιστὴς μετ᾿ αὐτοῦ, πᾶς δυνατὸς ἐν ἰσχύϊ.
ΙτΝ. 10,7 Ο Ιησούς και όλος ο μάχιμος λαός, όλοι οι πολεμισταί, κάθε ενας που ήτο ισχυρός να κρατή όπλα ανέβησαν από τα Γαλγαλα, δια να βοηθήσουν τους Γαβαωνίτας.
 
ΙτΝ. 10,8 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἰησοῦν· μὴ φοβηθῇς αὐτούς, εἰς γὰρ τὰς χεῖράς σου παραδέδωκα αὐτούς, οὐχ ὑπολειφθήσεται ἐξ αὐτῶν οὐδεὶς ἐνώπιον ὑμῶν.
ΙτΝ. 10,8 Ο δε Κυριος είπε προς τον Ιησούν. “Μη φοβηθής αυτούς τους βασιλείς και τους στρατούς των. Τους έχω ήδη παραδώσει εις τα χέρια σας. Κανείς δεν θα υπολειφθή ενώπιόν σας”.
 
ΙτΝ. 10,9 καὶ ἐπεὶ παρεγένετο Ἰησοῦς ἐπ᾿ αὐτοὺς ἄφνω, ὅλην τὴν νύκτα εἰσεπορεύθη ἐκ Γαλγάλων.
ΙτΝ. 10,9 Και ο λόγος του Κυρίου επραγματοιήθη· διότι ο Ιησούς του Ναυή κατέφθασεν αιφνιδίως εναντίον των όλην την νύκτα επορεύθη με τον στρατόν του από τα Γαλγαλα εις Γαβαών.
 
ΙτΝ. 10,10 καὶ ἐξέστησεν αὐτοὺς Κύριος ἀπὸ προσώπου τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ συνέτριψεν αὐτοὺς Κύριος συντρίψει μεγάλῃ ἐν Γαβαών, καὶ κατεδίωξαν αὐτοὺς ὁδὸν ἀναβάσεως Ὠρωνὶν καὶ κατέκοπτον αὐτοὺς ἕως Ἀζηκὰ καὶ ἕως Μακηδά.
ΙτΝ. 10,10 Ο δε Κυριος ενέβαλε τρόμον και πανικόν εις αυτούς, καθώς αντίκρυσαν τους Ισραηλίτας, και τους συνέτριψεν ο Κυριος δια μεγάλης καταστροφής εις την περιοχήλ Γαβαών. Οι δε Ισραηλίται κατεδίωκαν και εφόνευαν αυτούς στον δρόμον, που ανέβαινεν εις Ωρωνίν μέχρι της Αζηκά και Μακηδά.
 
ΙτΝ. 10,11 ἐν δὲ τῷ φεύγειν αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπὶ τῆς καταβάσεως Ὠρωνὶν καὶ Κύριος ἐπέῤῥιψεν αὐτοῖς λίθους χαλάζης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἕως Ἀζηκά, καὶ ἐγένοντο πλείους οἱ ἀποθανόντες διὰ τοὺς λίθους τῆς χαλάζης ἢ οὓς ἀπέκτειναν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ μαχαίρᾳ ἐν τῷ πολέμῳ.
ΙτΝ. 10,11 Καθώς δε εκείνοι πανικόβλητοι έφευγαν ενώπιον των Ισραηλιτών εις την κατάβασιν Ωρωνίν, έρριψεν ο Κυριος εναντίον των χαλάζι ωσάν πέτρες από τον ουρανόν μέχρι της Αζηκά. Περισσότεροι δε ήσαν εκείνοι που εφονεύθησαν από τα λιθάρια της χαλάζης, παρά εκείνοι που εσφάγησαν από τους Ισραηλίτας κατά την μάχην.
 
ΙτΝ. 10,12 Τότε ἐλάλησεν Ἰησοῦς πρὸς Κύριον, ᾗ ἡμέρᾳ παρέδωκεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀμοῤῥαῖον ὑποχείριον Ἰσραήλ, ἡνίκα συνέτριψεν αὐτοὺς ἐν Γαβαὼν καὶ συνετρίβησαν ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ εἶπεν Ἰησοῦς· στήτω ὁ ἥλιος κατὰ Γαβαὼν καὶ ἡ σελήνη κατὰ φάραγγα Αἰλών.
ΙτΝ. 10,12 Κατά την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν είχεν ήδη αποφασίσει και παραδώσει ο Κυριος υποχειρίους τους Αμορραίους στους Ισραηλίτας, όταν δηλαδή συνέτριψεν αυτούς ο Ιησούς εις την Γαβαών και συνετρίβησαν πράγματι ενώπιον των Ισραηλιτών, είπε τότε ο Ιησούς προς τον Κυριον· “ας σταθή ο ήλιος επάνω από την Γαβαών και η σελήνη επάνω από την κοιλάδα Αιλών”.
 
ΙτΝ. 10,13 καὶ ἔστη ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη ἐν στάσει, ἕως ἠμύνατο ὁ Θεὸς τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν. καὶ ἔστη ὁ ἥλιος κατὰ μέσον τοῦ οὐρανοῦ, οὐ προεπορεύετο εἰς δυσμὰς εἰς τέλος ἡμέρας μιᾶς.
ΙτΝ. 10,13 Και πράγματι εστάθη ο ήλιος και έμεινεν εις την θέσιν της η σελήνη, μέχρις ότου ο Θεός απέκρουσε τελείως τους εχθρούς των Ισραηλιτών. Ο ήλιος εσταμάτησεν ακίνητος στο μέσον του ουρανού. Δεν επροχώρει προς δυσμάς επί μίαν ολόκληρον ημέραν.
 
ΙτΝ. 10,14 καὶ οὐκ ἐγένετο ἡμέρα τοιαύτη οὐδὲ τὸ πρότερον οὐδὲ τὸ ἔσχατον, ὥστε ἐπακοῦσαι Θεὸν ἀνθρώπου, ὅτι Κύριος συνεξεπολέμησε τῷ Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 10,14 Τοσον μεγάλη και επιφανής ημέρα δεν έγινεν ποτέ προηγουμένως, ούτε στο απώτατον, ούτε στο εγγύς παρελθόν, να ακούση δηλαδή ο Θεός τοιαύτην αίτησιν από άνθρωπον. Εγινε δε αυτό το πρωτοφανές και μοναδικόν θαύμα, διότι ο Κυριος επολέμησε μαζή με τους Ισραηλίτας.
 
ΙτΝ. 10,16 Καὶ ἔφυγον οἱ πέντε βασιλεῖς οὗτοι καὶ κατεκρύβησαν εἰς τὸ σπήλαιον τὸ ἐν Μακηδά.
ΙτΝ. 10,16 Οι πέντε βασιλείς πανικόβλητοι ετράπησαν εις φυγήν και εκρύφθησαν επιμελώς στο σπήλαιον, που ευρίσκετο εις Μακηδά.
 
ΙτΝ. 10,17 καὶ ἀπηγγέλη τῷ Ἰησοῦ λέγοντες· εὕρηνται οἱ πέντε βασιλεῖς κεκρυμμένοι ἐν τῷ σπηλαίῳ τῷ ἐν Μακηδά.
ΙτΝ. 10,17 Μερικοί όμως που τους είδαν, ανήγγειλαν στον Ιησούν, ότι οι πέντε βασιλείς ευρίσκονται κρυμμένοι στο σπήλαιον της Μακηδά.
 
ΙτΝ. 10,18 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς· κυλίσατε λίθους ἐπὶ τὸ στόμα τοῦ σπηλαίου καὶ καταστήσατε ἄνδρας φυλάσσειν ἐπ᾿ αὐτούς,
ΙτΝ. 10,18 Ο Ιησούς είπεν στους στρατιώτας του· “κυλίσατε λίθους μεγάλους εις την είσοδον του σπηλαίου και εγκαταστήσατε άνδρας να τους φυλάσσουν·
 
ΙτΝ. 10,19 ὑμεῖς δὲ μὴ ἑστήκατε καταδιώκοντες ὀπίσω τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν καὶ καταλάβετε τὴν οὐραγίαν αὐτῶν καὶ μὴ ἀφῆτε εἰσελθεῖν εἰς τὰς πόλεις αὐτῶν· παρέδωκε γὰρ αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν.
ΙτΝ. 10,19 σεις δε μη σταματήσετε την καταδίωξιν των εχθρών σας. Κτυπήσατε τα μετόπισθεν αυτών τμήματα και μη τους αφήσετε να εισέλθουν εις τας πόλεις των· διότι Κυριος ο Θεός τους παρέδωκεν εις τα χέρια σας”.
 
ΙτΝ. 10,20 καὶ ἐγένετο ὡς κατέπαυσεν Ἰησοῦς καὶ πᾶς υἱὸς Ἰσραὴλ κόπτοντες αὐτοὺς κοπὴν μεγάλην σφόδρα ἕως εἰς τέλος, καὶ οἱ διασῳζόμενοι διεσώθησαν εἰς τὰς πόλεις τὰς ὀχυράς,
ΙτΝ. 10,20 Οταν τέλος ο Ιησούς και όλος ο Ισραηλιτικός λαός έπαυσαν την εξοντωτικήν καταστροφήν των Αμορραίων, εκείνοι που κατώρθωσαν να διασωθούν, κατέφυγαν δι' ασφάλειάν των εις τας οχυράς πόλεις των.
 
ΙτΝ. 10,21 καὶ ἀπεστράφη πᾶς ὁ λαὸς πρὸς Ἰησοῦν εἰς Μακηδὰ ὑγιεῖς, καὶ οὐκ ἔγρυξεν οὐδεὶς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ τῇ γλώσσῃ αὐτοῦ.
ΙτΝ. 10,21 Τοτε όλος ο ισραηλιτικός λαός σώος και ακέραιος επέστρεψε προς τον Ιησούν εις Μακηδά, κανείς δεν εγκρίνιαξε και δεν εμουρμούρισέ με την γλώσσαν του, μολονότι επίπονος και θυελλώδης υπήρξεν ο πόλεμος.
 
ΙτΝ. 10,22 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς· ἀνοίξατε τὸ σπήλαιον καὶ ἐξαγάγετε τοὺς πέντε βασιλεῖς τούτους ἐκ τοῦ σπηλαίου.
ΙτΝ. 10,22 Είπεν ο Ιησούς· “ανοίξατε το σπήλαιον και βγάλτε από αυτό τους πέντε βασιλείς”.
 
ΙτΝ. 10,23 καὶ ἐξηγάγοσαν τοὺς πέντε βασιλεῖς ἐκ τοῦ σπηλαίου, τὸν βασιλέα Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸν βασιλέα Χεβρὼν καὶ τὸν βασιλέα Ἱεριμοὺθ καὶ τὸν βασιλέα Λαχὶς καὶ τὸν βασιλέα Ὀδολλάμ.
ΙτΝ. 10,23 Εβγαλαν τους πέντε βασιλείς από το σπήλαιον, τον βασιλέα της Ιερουσαλήμ, τον βασιλέα της Χεβρών, τον βασιλέα της Ιεριμούθ, τον βασιλέα της Λαχίς και τον βασιλέα της Οδολλάμ.
 
ΙτΝ. 10,24 καὶ ἐπεὶ ἐξήγαγον αὐτοὺς πρὸς Ἰησοῦν, καὶ συνεκάλεσεν Ἰησοῦς πάντα Ἰσραήλ, καὶ τοὺς ἐναρχομένους τοῦ πολέμου τοὺς συμπορευομένους αὐτῷ, λέγων αὐτοῖς· προπορεύεσθε καὶ ἐπίθετε τοὺς πόδας ὑμῶν ἐπὶ τοὺς τραχήλους αὐτῶν. καὶ προσελθόντες ἐπέθηκαν τοὺς πόδας αὐτῶν ἐπὶ τοὺς τραχήλους αὐτῶν.
ΙτΝ. 10,24 Ο Ιησούς, όταν έφεραν αυτούς ενώπιόν του, συνεκάλεσεν όλους τους Ισραηλίτας, και τους αρχηγούς του πολέμου που είχαν συνεκστρατεύσει με αυτό και τους είπε· “πλησιάσατε προς τους βασιλείς και θέσατε τα ποδια σας στους τραχήλους των”. Προσήλθαν οι αρχηγοί και έθεσαν τα πόδια των στους τραχήλους των πέντε βασιλέων.
 
ΙτΝ. 10,25 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς πρὸς αὐτούς· μὴ φοβηθῆτε αὐτοὺς μηδὲ δειλιάσητε· ἀνδρίζεσθε καὶ ἰσχύετε, ὅτι οὕτω ποιήσει Κύριος πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς ὑμῶν, οὓς ὑμεῖς καταπολεμεῖτε αὐτούς.
ΙτΝ. 10,25 Είπεν ο Ιησούς προς τους αρχηγούς του στρατού· “μη φοβηθήτε από αυτούς και μη δειλιάσετε ενώπιον των οιωνδήποτε εχθρών σας. Φανήτε ανδρείοι και γενναίοι, διότι ο Κυριος έτσι θα κάμη εναντίον όλων των εχθρών σας, τους οποίους σεις θα καταπολεμήσετε.
 
ΙτΝ. 10,26 καὶ ἀπέκτεινεν αὐτοὺς Ἰησοῦς καὶ ἐκρέμασεν αὐτοὺς ἐπὶ πέντε ξύλων, καὶ ἦσαν κρεμάμενοι ἐπὶ τῶν ξύλων ἕως ἑσπέρας.
ΙτΝ. 10,26 Κατόπιν διέταξεν ο Ιησούς και εφόνευσαν αυτούς και τους εκρέμασαν εις πέντε ξύλα. Εμειναν δε κρεμασμένοι επί των ξύλων μέχρι της εσπέρας.
 
ΙτΝ. 10,27 καὶ ἐγενήθη πρὸς ἡλίου δυσμὰς ἐνετείλατο Ἰησοῦς καὶ καθεῖλον αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ξύλων καὶ ἔῤῥιψαν αὐτοὺς εἰς τὸ σπήλαιον, εἰς ὃ κατεφύγοσαν ἐκεῖ, καὶ ἐπεκύλισαν λίθους ἐπὶ τὸ σπήλαιον ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.
ΙτΝ. 10,27 Κατά την δύσιν του ηλίου διέταξεν ο Ιησούς και τους εξεκρέμασαν από τα ξύλα, τους έρριψαν στο σπήλαιον στο οποίον είχον καταφύγει και εκύλισαν λίθους μεγάλους εις την είσοδον του σπηλαίου, οι οποίοι και υπάρχουν μέχρι σήμερον.
 
ΙτΝ. 10,28 Καὶ τὴν Μακηδὰ ἐλάβοσαν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ ἐφόνευσαν αὐτὴν ἐν στόματι ξίφους καὶ ἐξωλόθρευσαν πᾶν ἐμπνέον, ὃ ἦν ἐν αὐτῇ, καὶ οὐ κατελείφθη οὐδεὶς ἐν αὐτῇ διασεσωσμένος καὶ διαπεφευγώς· καὶ ἐποίησαν τῷ βασιλεῖ Μακηδὰ ὃν τρόπον ἐποίησαν τῷ βασιλεῖ Ἱεριχώ.
ΙτΝ. 10,28 Κατά την ιδίαν ημέραν κατέλαβον οι Ισραηλίται την πόλιν Μακηδά, επέρασαν εν στόματι μαχαίρας κάθε άνθρωπον και εξωλόθρευσαν κάθε τι που ανέπνεε και εζούσε εις την πόλιν αυτήν, ώστε δεν απέμεινε κανείς εις αυτήν, δεν διεσώθη και δεν διέφυγε τον θάνατον κανείς. Εφέρθησαν προς τον βασιλέα της Μακηδά, όπως εφέρθησαν προς τον βασιλέα της Ιεριχούς.
 
ΙτΝ. 10,29 καὶ ἀπῆλθεν Ἰησοῦς καὶ πᾶς Ἰσραὴλ μετ᾿ αὐτοῦ ἐκ Μακηδὰ εἰς Λεβνὰ καὶ ἐπολιόρκει Λεβνά.
ΙτΝ. 10,29 Επειτα ο Ιησούς με όλον τον ισραηλιτικόν λαόν μαζή του μετέβη από την Μακηδά εις την πόλιν Λεβνά και την επολιόρκει.
 
ΙτΝ. 10,30 καὶ παρέδωκεν αὐτὴν Κύριος εἰς χεῖρας Ἰσραήλ, καὶ ἔλαβον αὐτὴν καὶ τὸν βασιλέα αὐτῆς καὶ ἐφόνευσαν αὐτὴν ἐν στόματι ξίφους καὶ πᾶν ἐμπνέον ἐν αὐτῇ, καὶ οὐ κατελείφθη ἐν αὐτῇ διασεσωσμένος καὶ διαπεφευγώς· καὶ ἐποίησαν τῷ βασιλεῖ αὐτῆς ὃν τρόπον ἐποίησαν τῷ βασιλεῖ Ἱεριχώ.
ΙτΝ. 10,30 Ο δε Κυριος παρέδωκε και αυτήν την πόλιν εις τα χέρια των Ισραηλιτών, οι οποίοι και την κατέλαβον. Επέρασαν εν στόματι μαχαίρας τον βασιλέα της, τον λαόν της και κάθε τι που ανέπνεε και εζούσε εις αυτήν. Δεν διεσώθη και δεν διέφυγε κανείς. Εκαμαν στον βασιλέα αυτής, ο,τι είχαν κάμει στον βασιλέα της Ιεριχούς.
 
ΙτΝ. 10,31 καὶ ἀπῆλθεν Ἰησοῦς καὶ πᾶς Ἰσραὴλ μετ᾿ αὐτοῦ ἐκ Λεβνὰ εἰς Λαχὶς καὶ περιεκάθισεν αὐτὴν καὶ ἐπολιόρκει αὐτήν.
ΙτΝ. 10,31 Επειτα ο Ιησούς μαζή με όλον τον ισραηλιτικόν λαόν ανεχώρησεν από την Λεβνά εις την Λαχίς, περιεκύκλωσεν αυτήν και την επολιόρκησεν.
 
ΙτΝ. 10,32 καὶ παρέδωκε Κύριος τὴν Λαχὶς εἰς τὰς χεῖρας Ἰσραήλ, καὶ ἔλαβεν αὐτὴν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ δευτέρᾳ καὶ ἐφόνευσαν αὐτὴν ἐν στόματι ξίφους καὶ ἐξωλόθρευσαν αὐτήν, ὃν τρόπον ἐποίησαν τὴν Λεβνά.
ΙτΝ. 10,32 Ο Κυριος παρέδωκε την Λαχίς εις τας χείρας των Ισραηλιτών. Ο Ιησούς κατέλαβεν αυτήν την επομένην ημέραν της πολιορκίας της. Οι Ισραηλίται επέρασαν εν στόματι μαχαίρας τους κατοίκους της και εξωλόθρευσαν αυτήν όπως είχον εξολοθρεύσει την Λεβνά.
 
ΙτΝ. 10,33 τότε ἀνέβη Ἐλὰμ βασιλεὺς Γαζὲρ βοηθήσων τῇ Λαχίς, καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν Ἰησοῦς ἐν στόματι ξίφους καὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ ἕως τοῦ μὴ καταλειφθῆναι αὐτῶν σεσωσμένον καὶ διαπεφευγότα.
ΙτΝ. 10,33 Τοτε ο βασιλεύς της πόλεως Γαζέρ μετέβη να βοηθήση την Λαχίς. Ο Ιησούς όμως εκτύπησεν αυτόν, τον ενίκησε και επέρασεν εν στόματι μαχαίρας αυτόν και τον λαόν του, ώστε κανείς δεν εσώθη από τον θάνατον. Κανείς δεν εγλύτωσε δια φυγής.
 
ΙτΝ. 10,34 καὶ ἀπῆλθεν Ἰησοῦς καὶ πᾶς Ἰσραὴλ μετ᾿ αὐτοῦ ἐκ Λαχὶς εἰς Ὀδολλὰμ καὶ περιεκάθισεν αὐτὴν καὶ ἐξεπολιόρκησεν αὐτήν.
ΙτΝ. 10,34 Επειτα ο Ιησούς και όλος ο ισραηλιτικός λαός μαζή του επροχώρησαν από την Λαχίς εις την πόλιν Οδολλάμ, την περιεκύκλωσε και την επολιόρκησεν.
 
ΙτΝ. 10,35 καὶ παρέδωκεν αὐτὴν Κύριος ἐν χειρὶ Ἰσραήλ, καὶ ἔλαβεν αὐτὴν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ ἐφόνευσεν αὐτὴν ἐν στόματι ξίφους, καὶ πᾶν ἐμπνέον ἐν αὐτῇ ἐφόνευσαν, ὃν τρόπον ἐποίησαν τῇ Λαχίς.
ΙτΝ. 10,35 Ο Κυριος παρέδωκεν και αυτήν εις τα χέρια των Ισραηλιτών. Ο Ιησούς την κατέλαβε κατά την ιδίαν εκείνην ημέραν, επέρασεν εν στόματι μαχαίρας κάθε άνθρωπον, εξωλόθρευσε κάθε τι που είχε ζωήν και αναπνοήν, όπως είχαν κάμει και εις την Λαχίς.
 
ΙτΝ. 10,36 καὶ ἀπῆλθεν Ἰησοῦς καὶ πᾶς Ἰσραὴλ μετ᾿ αὐτοῦ εἰς Χεβρὼν καὶ περιεκάθισεν αὐτήν.
ΙτΝ. 10,36 Από εκεί μετέβη ο Ιησούς και όλος ο ισραηλιτικός λαός μαζή με αυτόν εις την Χεβρών και την περιεκύκλωσαν.
 
ΙτΝ. 10,37 καὶ ἐπάταξεν αὐτὴν ἐν στόματι ξίφους καὶ πᾶν τὸ ἐμπνέον, ὅσα ἦν ἐν αὐτῇ, οὐκ ἦν διασεσωσμένος· ὃν τρόπον ἐποίησαν τὴν Ὀδολλάμ, ἐξωλόθρευσαν αὐτὴν καὶ ὅσα ἦν ἐν αὐτῇ.
ΙτΝ. 10,37 Την εκτύπησαν, την κατέλαβον και επέρασαν εν στόματι μαχαίρας τους κατοίκους της και κάθε τι που εζούσε και ανέπνεεν εις αυτήν. Τιποτε δεν διέφυγε τον όλεθρον. Οπως έκαμαν εις την Οδολλάμ, έτσι εξωλόθρευσαν και την Χεβρών και όλα όσα εζούσαν εις αυτήν.
 
ΙτΝ. 10,38 καὶ ἀπέστρεψεν Ἰησοῦς καὶ πᾶς Ἰσραὴλ εἰς Δαβὶρ καὶ περικαθίσαντες αὐτὴν
ΙτΝ. 10,38 Ο Ιησούς και όλος ο Ισραηλιτικός λαός εστράφησαν εναντίον της πόλεως Δαβίρ και την περιεκύκλωσαν.
 
ΙτΝ. 10,39 ἔλαβον αὐτὴν καὶ τὸν βασιλέα αὐτῆς καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ ἐπάταξεν αὐτὴν ἐν στόματι ξίφους καὶ ἐξωλόθρευσαν αὐτὴν καὶ πᾶν ἐμπνέον ἐν αὐτῇ καὶ οὐ κατέλιπον αὐτῇ οὐδένα διασεσωσμένον· ὃν τρόπον ἐποίησαν τῇ Χεβρὼν καὶ τῷ βασιλεῖ αὐτῆς, οὕτως ἐποίησαν τῇ Δαβὶρ καὶ τῷ βασιλεῖ αὐτῆς.
ΙτΝ. 10,39 Κατέλαβαν αυτήν και τον βασιλέα της και τας κωμοπόλεις αυτής. Επέρασαν εν στόματι μαχαίρας τους κατοίκους της και κάθε τι που ανέπνεεν εντός αυτής, και δεν αφήκαν τίποτε να διαφύγη τον όλεθρον. Οπως έκαμαν εις την Χεβρών και τον βασιλέα της έτσι έκαμαν εις την Δαβίρ και τον βασιλέα της.
 
ΙτΝ. 10,40 καὶ ἐπάταξεν Ἰησοῦς πᾶσαν τὴν γῆν τῆς ὀρεινῆς καὶ τὴν Ναγὲβ καὶ τὴν πεδινὴν καὶ τὴν Ἀσηδὼθ καὶ τοὺς βασιλεῖς αὐτῆς, οὐ κατέλιπον αὐτῶν σεσωσμένον· καὶ πᾶν ἐμπνέον ζωῆς ἐξωλόθρευσεν, ὃν τρόπον ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ,
ΙτΝ. 10,40 Ο Ιησούς εκτύπησε και κατενίκησεν όλην την ορεινήν περιοχήν της νοτίου Παλαιστίνης, την Ναγέβ της νοτίου Παλαιστίνης, την πεδινήν περιοχήν και την Ασιδώθ και τους βασιλείς αυτής. Δεν αφήκαν κανένα εν ζωή. Εξωλόθρευσαν κάθε ζώσαν ύπαρξιν, όπως τους είχε διατάξει Κυριος ο Θεός του Ισραήλ.
 
ΙτΝ. 10,41 ἀπὸ Κάδης Βαρνῆ ἕως Γάζης, πᾶσαν τὴν Γοσὸμ ἕως τῆς Γαβαών,
ΙτΝ. 10,41 Από την Καδης Βαρνή έως την Γαζαν, όλην την χώραν Γοσόμ μέχρι της Γαβαών,
 
ΙτΝ. 10,42 καὶ πάντας τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν καὶ τὴν γῆν αὐτῶν ἐπάταξεν Ἰησοῦς εἰσάπαξ, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ συνεπολέμει τῷ Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 10,42 όλους τους βασιλείς και τους κατοίκους των χωρών αυτών ενίκησε και συνέτριψεν ο Ιησούς κατά μίαν και μόνην εκστρατείαν, διότι Κυριος ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού επολεμούσε μαζή με τον λαόν εναντίον των εχθρών.
 
Κεφάλαιο 11ο
ΙτΝ. 11,1 Ὡς δὲ ἤκουσεν Ἰαβὶν βασιλεὺς Ἀσώρ, ἀπέστειλε πρὸς Ἰαβὰβ βασιλέα Μαρὼν καὶ πρὸς βασιλέα Συμοὼν καὶ πρὸς βασιλέα Ἀζίφ
ΙτΝ. 11,1 Ο Ιαβίν, ο βασιλεύς της Ασώρ, όταν επληροφορήθη αυτά τα γεγονότα, έστειλεν αγγελιαφόρους προς τον Ιωβάβ, βασιλέα της Μαρών, προς τον βασιλέα της Συμοών, προς τον βασιλέα της Αζίφ
 
ΙτΝ. 11,2 καὶ πρὸς βασιλεῖς τοὺς κατὰ Σιδῶνα τὴν μεγάλην, εἰς τὴν ὀρεινὴν καὶ εἰς Ἄραβα ἀπέναντι Κενερὼθ καὶ εἰς τὸ πεδίον καὶ εἰς Φεναεδδὼρ
ΙτΝ. 11,2 και προς τους βασιλείς, οι οποίοι ήσαν εις την Σιδώνα την μεγάλην πόλιν, εις την ορεινήν χώραν, εις την Αραβα απέναντι της Γεννησαρέτ, εις την πεδιάδα και εις την Φεναεδδώρ.
 
ΙτΝ. 11,3 καὶ εἰς τοὺς παραλίους Χαναναίους ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ εἰς τοὺς παραλίους Ἀμοῤῥαίους καὶ τοὺς Χετταίους καὶ Φερεζαίους καὶ Ἰεβουσαίους τοὺς ἐν τῷ ὄρει καὶ τοὺς Εὐαίους καὶ τοὺς ὑπὸ τὴν Ἀερμὼν εἰς γῆν Μασσηφά.
ΙτΝ. 11,3 Εστειλεν στους προς δυσμάς και τους προς ανατολάς Χαναναίους, στους Αμορραίους που κατοικούσαν τα παράλια της Μεσογείου και στους Χετταίους, στους Φερεζαίους και τους Ιεβουσαίους που κατοικούσαν την ορεινήν περιοχήν, στους Ευαίους και τους κατοικούντας εις τας υπωρείας του Αερμών εις την χώραν Μασσηφά.
 
ΙτΝ. 11,4 καὶ ἐξῆλθον αὐτοὶ καὶ οἱ βασιλεῖς αὐτῶν μετ᾿ αὐτῶν, ὥσπερ ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης τῷ πλήθει, καὶ ἵπποι καὶ ἅρματα πολλὰ σφόδρα.
ΙτΝ. 11,4 Εκάλεσεν όλους αυτούς εις πόλεμον κατά των Ισραηλιτών. Εξήλθαν οι λαοί αυτοί μαζή με τους βασιλείς των, αναρίθμητοι όπως η άμμος της θαλάσσης, με ίππους και άρματα πάρα πολλά.
 
ΙτΝ. 11,5 καὶ συνῆλθον πάντες οἱ βασιλεῖς αὐτοὶ καὶ παρεγένοντο ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ παρενέβαλον ἐπὶ τοῦ ὕδατος Μαρὼν πολεμῆσαι τὸν Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 11,5 Συνεκεντρώθησαν όλοι αυτοί οι βασιλείς, επροχώρησαν μαζή και εστρατοπέδευσαν πλησίον των υδάτων της λίμνης Μαρών, δια να πολεμήσουν εναντίον των Ισραηλιτών.
 
ΙτΝ. 11,6 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἰησοῦν· μὴ φοβηθῇς ἀπὸ προσώπου αὐτῶν, ὅτι αὔριον ταύτην τὴν ὥραν ἐγὼ παραδίδωμι τετροπωμένους αὐτοὺς ἐναντίον τοῦ Ἰσραήλ· τοὺς ἵππους αὐτῶν νευροκοπήσεις καὶ τὰ ἅρματα αὐτῶν κατακαύσεις ἐν πυρί.
ΙτΝ. 11,6 Ο Κυριος είπε τότε προς τον Ιησούν· “μη φοβηθής από αυτούς, διότι αύριον, αυτήν την ώραν θα παραδώσω αυτούς πανικοβλήτους εις φυγήν ενώπιον των Ισροηλιτών. Θα κόψης τα νεύρα των ίππων δια να τους αχρηστεύσης, τα δε άρματά των θα τα παραδώσης στο πυρ.
 
ΙτΝ. 11,7 καὶ ἦλθεν Ἰησοῦς καὶ πᾶς ὁ λαὸς ὁ πολεμιστὴς ἐπ᾿ αὐτοὺς ἐπὶ τὸ ὕδωρ Μαρὼν ἐξάπινα καὶ ἐπέπεσαν ἐπ᾿ αὐτοὺς ἐν τῇ ὀρεινῇ.
ΙτΝ. 11,7 Ο Ιησούς και όλος ο μάχιμος λαός ήλθεν αιφνιδίως εναντίον αυτών εις την λίμνην Μαρών και επέπεσε κατ' αυτών εις την ορεινήν περιοχήν.
 
ΙτΝ. 11,8 καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς Κύριος ὑποχειρίους Ἰσραήλ, καὶ κόπτοντες αὐτοὺς κατεδίωκον ἕως Σιδῶνος τῆς μεγάλης καὶ ἕως Μασερὼν καὶ ἕως τῶν πεδίων Μασσὼχ κατ᾿ ἀνατολὰς καὶ κατέκοψαν αὐτοὺς ἕως τοῦ μὴ καταλειφθῆναι αὐτῶν διασεσωσμένον.
ΙτΝ. 11,8 Ο Κυριος παρέδωκεν αυτούς εις τα χέρια των Ισραηλιτών. Οι δε Ισραηλίται εκτυπούσαν και κατεδίωκον αυτούς έως την Σιδώνα την πόλιν την μεγάλην, έως την λίμνην Μασερών και έως εις τας πεδιάδας Μασσώχ προς ανατολάς. Κατετρόπωσαν και εφόνευσαν αυτούς μέχρις ότου κανείς δεν διεσώθη.
 
ΙτΝ. 11,9 καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς Ἰησοῦς ὃν τρόπον ἐνετείλατο αὐτῷ Κύριος· τοὺς ἵππους αὐτῶν ἐνευροκόπησε καὶ τὰ ἅρματα αὐτῶν ἐνέπρησε πυρί.
ΙτΝ. 11,9 Εκαμεν ο Ιησούς εις αυτούς, όπως τον είχε διατάξει ο Κυριος· έκοψε τα νεύρα των ίππων και παρέδωσεν εις την φωτιάν τα άρματά των.
 
ΙτΝ. 11,10 Καὶ ἀπεστράφη Ἰησοῦς ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ κατελάβετο Ἀσὼρ καὶ τὸν βασιλέα αὐτῆς· ἦν δὲ Ἀσὼρ τὸ πρότερον ἄρχουσα πασῶν τῶν βασιλειῶν τούτων.
ΙτΝ. 11,10 Χωρίς δε να σταματήση εστράφη και κατέλαβε την Ασώρ και τον βασιλέα της. Η Ασώρ ήτο προηγουμένως πρωτεύουσα εις όλας αυτάς τας βασιλείας.
 
ΙτΝ. 11,11 καὶ ἀπέκτειναν πᾶν ἐμπνέον ἐν αὐτῇ ἐν ξίφει καὶ ἐξωλόθρευσαν πάντας, καὶ οὐ κατελείφθη ἐν αὐτῇ ἐμπνέον· καὶ τὴν Ἀσὼρ ἐνέπρησαν ἐν πυρί.
ΙτΝ. 11,11 Οι Ισραηλίται επέρασαν εν στόματι μαχαίρας κάθε τι που ανέπνεε και εζούσε, εξωλόθρευσαν όλους και δεν αφήκαν τίποτε το ζωντανόν. Την δε Ασώρ παρέδωσαν στο πυρ.
 
ΙτΝ. 11,12 καὶ πάσας τὰς πόλεις τῶν βασιλειῶν καὶ τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν ἔλαβεν Ἰησοῦς καὶ ἀνεῖλεν αὐτοὺς ἐν στόματι ξίφους, καὶ ἐξωλόθρευσαν αὐτούς, ὃν τρόπον συνέταξε Μωυσῆς ὁ παῖς Κυρίου.
ΙτΝ. 11,12 Ο Ιησούς κατέλαβεν όλας τας πόλεις των βασιλείων αυτών, συνέλαβε τους βασιλείς των και επέρασεν όλους αυτούς εν στόματι μαχαίρας, τους εξωλόθρευσεν, όπως είχε διατάξει ο Μωϋοής ο δούλος του Κυρίου.
 
ΙτΝ. 11,13 ἀλλὰ πάσας τὰς πόλεις τὰς κεχωματισμένας οὐκ ἐνέπρησεν Ἰσραήλ, πλὴν Ἀσὼρ μόνην ἐνέπρησεν Ἰσραὴλ
ΙτΝ. 11,13 Αλλά οι Ισραηλίται δεν έκαυσαν τας πόλεις που ήσαν κτισμένες επάνω εις υψώματα, πλην της Ασώρ, την οποίαν και μόνην επυρπόλησαν.
 
ΙτΝ. 11,14 καὶ πάντα τὰ σκῦλα αὐτῆς ἐπρονόμευσαν ἑαυτοῖς οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, αὐτοὺς δὲ πάντας ἐξωλόθρευσαν ἐν στόματι ξίφους, ἕως ἀπώλεσεν αὐτούς, οὐ κατέλιπον ἐξ αὐτῶν οὐδὲν ἐμπνέον.
ΙτΝ. 11,14 Επίσης δεν έκαυσαν τα λάφυρα των εχθρών, άλλα τα επήραν δια τον εαυτόν των. Ολους όμως τους άλλους τους εξωλόθρευσαν εν στόματι μαχαίρας μέχρις ότου τους κατέστρεψαν τελείως και δεν αφήκαν καμμίαν ζωντανήν ύπαρξιν.
 
ΙτΝ. 11,15 ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ τῷ παιδὶ αὐτοῦ, καὶ Μωυσῆς ὡσαύτως ἐνετείλατο τῷ Ἰησοῖ, καὶ οὕτως ἐποίησεν Ἰησοῦς· οὐ παρέβη οὐδὲν ἀπὸ πάντων, ὧν συνέταξεν αὐτῷ Μωυσῆς.
ΙτΝ. 11,15 Οπως διέταξεν ο Κυριος τον δούλον του Μωϋσήν και όπως επίσης διέταξεν ο Μωϋσής τον Ιησούν, έτσι έκαμεν ο Ιησούς. Δεν παρέβη τίποτε από όλα όσα τον διέταξεν ο Μωϋσής.
 
ΙτΝ. 11,16 Καὶ ἔλαβεν Ἰησοῦς πᾶσαν τὴν γῆν τὴν ὀρεινὴν καὶ πᾶσαν τὴν γῆν Ναγὲβ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν Γοσὸμ καὶ τὴν πεδινὴν καὶ τὴν πρὸς δυσμαῖς καὶ τὸ ὄρος Ἰσραὴλ καὶ τὰ ταπεινὰ τὰ πρὸς τῷ ὄρει
ΙτΝ. 11,16 Ο Ιησούς κατέλαβεν όλην την ορεινήν χώραν, όλην την χώραν Ναγέβ, όλην την χώραν Γοσόμ και την πεδινήν πεοιοχήν, την προς δυσμάς, το όρος του Ισραήλ και τα χαμηλώματα τα πλησίον του όρους τούτου.
 
ΙτΝ. 11,17 ἀπὸ ὄρους Χελχὰ καὶ ὃ προσαναβαίνει εἰς Σηεὶρ καὶ ἕως Βααλγὰδ καὶ τὰ πεδία τοῦ Λιβάνου ὑπὸ τὸ ὄρος τὸ Ἀερμὼν καὶ πάντας τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν ἔλαβε καὶ ἀνεῖλε καὶ ἀπέκτεινε.
ΙτΝ. 11,17 Κατέλαβεν επίσης από το όρος Χελχά, το οποίον υψώνεται εις την περιοχήν Σηείρ έως Βααλγάδ και τας πεδιάδας του Λιβάνου έως πρόποδας του Αερμών. Συνέλαβε δε και όλους τους βασιλείς αυτών των χωρών τους οποίους και εφόνευσεν.
 
ΙτΝ. 11,18 καὶ ἡμέρας πλείους ἐποίησεν Ἰησοῦς πρὸς τοὺς βασιλεῖς τούτους τὸν πόλεμον,
ΙτΝ. 11,18 Επί αρκετόν χρόνον επολέμησεν ο Ιησούς κατά των βασιλέων τούτων.
 
ΙτΝ. 11,19 καὶ οὐκ ἦν πόλις, ἣν οὐκ ἔλαβεν Ἰσραήλ, πάντα ἐλάβοσαν ἐν πολέμῳ.
ΙτΝ. 11,19 Αλλά και δεν υπήρξε πόλις, την οποίαν δεν κατέλαβον οι Ισραηλίται. Τα πάντα κατέλαβον δια του νικηφόρου πολέμου των.
 
ΙτΝ. 11,20 ὅτι διὰ Κυρίου ἐγένετο κατισχῦσαι αὐτῶν τὴν καρδίαν συναντᾶν εἰς πόλεμον πρὸς Ἰσραήλ, ἵνα ἐξολοθρευθῶσιν, ὅπως μὴ δοθῇ αὐτοῖς ἔλεος, ἀλλ᾿ ἵνα ἐξολοθρευθῶσιν, ὃν τρόπον εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν.
ΙτΝ. 11,20 Τούτο δε έγινε με την δύναμιν του Κυρίου, ο οποίος έκαμε τας καρδίας των λαών αυτών να σκληρυνθούν, να επιχειρήσουν πόλεμον εναντίον των Ισραηλιτών δια να εξολοθρευθούν και να μη εύρουν έλεος· να εξολοθρευθούν όπως είχεν είπει ο Κυριος προς τον Μωϋσήν.
 
ΙτΝ. 11,21 Καὶ ἦλθεν Ἰησοῦς ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ ἐξωλόθρευσε τοὺς Ἐνακὶμ ἐκ τῆς ὀρεινῆς, ἐκ Χεβρὼν καὶ ἐκ Δαβὶρ καὶ ἐξ Ἀναβὼθ καὶ ἐκ παντὸς γένους Ἰσραὴλ καὶ ἐκ παντὸς ὄρους Ἰούδα σὺν ταῖς πόλεσιν αὐτῶν, καὶ ἐξωλόθρευσεν αὐτοὺς Ἰησοῦς.
ΙτΝ. 11,21 Ο Ιησούς κατά τον καιρόν εκείνον επροχώρησε και εξωλόθρευσε τους Ενακίμ (τους γίγαντας) από τας ορεινάς περιοχάς, από την Χεβρών, από την Δαβίρ, από την Αναβώθ και από παντού όπου είχεν απλωθή ο ισραηλιτικός λαός, από τα όρη της φυλής Ιούδα μαζή με τας πόλεις των· εξωλόθρευσεν όλους αυτούς.
 
ΙτΝ. 11,22 οὐ κατελείφθη τῶν Ἐνακὶμ ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ἀλλὰ πλὴν ἐν Γάζῃ καὶ ἐν Γὲθ καὶ ἐν Ἀσεδὼθ κατελείφθη.
ΙτΝ. 11,22 Δεν απέμεινε κανείς από τους Ενακίμ μεταξύ των Ισραηλιτών. Μονον υπελείφθησαν μερικοί εις την Γαζαν, εις την Γεθ και εις την Ασεδώθ.
 
ΙτΝ. 11,23 καὶ ἔλαβεν Ἰησοῦς πᾶσαν τὴν γῆν, καθότι ἐνετείλατο Κύριος τῷ Μωυσῇ καὶ ἔδωκεν αὐτοὺς Ἰησοῦς ἐν κληρονομίᾳ Ἰσραὴλ ἐν μερισμῷ κατὰ φυλὰς αὐτῶν. καὶ ἡ γῆ κατέπαυσε πολεμουμένη.
ΙτΝ. 11,23 Ο Ιησούς κατέλαβεν όλην την χώραν, όπως ο Κυριος είχε διατάξει στον Μωϋσήν, και έδωκεν αυτήν ο Ιησούς ως κληρονομίαν στους Ισραηλίτας, δια διανομής αυτής κατά τμήματα εις τας φυλάς των Ισραηλιτών. Ετσι δε ησύχασε και ανεπαύθη η χώρα από τον πόλεμον.
 
Κεφάλαιο 12ο
ΙτΝ. 12,1 Καὶ οὗτοι οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, οὓς ἀνεῖλον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ κατεκληρονόμησαν τὴν γῆν αὐτῶν πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἀφ᾿ ἡλίου ἀνατολῶν ἀπὸ φάραγγος Ἀρνῶν ἕως τοῦ ὄρους Ἀερμὼν καὶ πᾶσαν τὴν γῆν Ἄραβα ἀπ᾿ ἀνατολῶν·
ΙτΝ. 12,1 Οι βασιλείς των χωρών τους οποίους εφόνευσαν οι Ισροηλίται και εκληρονόμησαν τας χώρας των πέραν του Ιορδάνου προς ανατολάς, από την κοιλάδα Αρνών έως το όρος Αερμών και το βαθύπεδον Αραβα το ανατολικώς του Ιορδάνου είναι οι εξής·
 
ΙτΝ. 12,2 Σηὼν τὸν βασιλέα τῶν Ἀμοῤῥαίων, ὃς κατῴκει ἐν Ἐσεβὼν κυριεύων ἀπὸ Ἀροήρ, ἣ ἐστιν ἐν τῇ φάραγγι, κατὰ μέρος τῆς φάραγγος, καὶ τὸ ἥμισυ τῆς Γαλαὰδ ἕως Ἰαβόκ, ὅρια υἱῶν Ἀμμών,
ΙτΝ. 12,2 Ο Σηών, ο βασιλεύς των Αμορραίων, ο οποίος κατοικούσεν εις την πόλιν Εσεβών. Αυτός εκυριαρχούσε από την Αροήρ, η οποία ευρίσκετο εις την κοιλάδα, παραπλεύρως της κοιλάδος μέχρι και του ημίσεος Γαλαάδ έως στον χείμαρρον Ιαβόκ και τα σύνορα των Αμμωνιτών·
 
ΙτΝ. 12,3 καὶ Ἄραβα ἕως τῆς θαλάσσης Χενερὲθ κατ᾿ ἀνατολὰς καὶ ἕως τῆς θαλάσσης Ἄραβα, θάλασσαν τῶν ἁλῶν ἀπὸ ἀνατολῶν, ὁδὸν τὴν κατὰ Ἀσειμώθ, ἀπὸ Θαιμὰν τὴν ὑπὸ Ἀσηδὼθ Φασγά·
ΙτΝ. 12,3 από Αραβα το βαθύπεδον του Ιορδάνου, προς βορράν μέχρι της λίμνης Γεννησαρέτ και προς ανατολάς μέχρι της λίμνης που κείται στο βαθύπεδον αυτό, μέχρι δηλαδή της Νεκράς Θαλάσσης που περνά ο δρόμος προς την Ασειμώθ, δηλαδή από Θαιμάν προς την Ασηδώθ, η οποία ευρίσκετο στο όρος Φασγά.
 
ΙτΝ. 12,4 καὶ Ὢγ βασιλεὺς Βασὰν ὑπελείφθη ἐκ τῶν γιγάντων ὁ κατοικῶν ἐν Ἀσταρὼθ καὶ ἐν Ἐδραΐν,
ΙτΝ. 12,4 Ο Ωγ, ο βασιλεύς της Βασάν, ο μόνος από την γενεάν των γιγάντων, ο οποίος κατοικούσε εις τας πόλεις Ασταρώθ και Εδραΐν.
 
ΙτΝ. 12,5 ἄρχων ἀπὸ ὄρους Ἀερμὼν καὶ ἀπὸ Σελχοὶ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν Βασὰν ἕως ὁρίων Γεσουρὶ καὶ τὴν Μαχὶ καὶ τὸ ἡμισυ Γαλαὰδ ὁρίων Σηὼν βασιλέως Ἐσεβών.
ΙτΝ. 12,5 Η κυριαρχία αυτού εξετείνετο από το όρος Αερμών από Σελχούς εις όλην την χώραν Βασάν μέχρι των συνόρων Γεσουρί και Μαχί, και στο ήμισυ της χώρας Γαλαάδ, η οποία ευρίσκετο εις τα σύνορα του Σηών, του βασιλέως της Εσεβών.
 
ΙτΝ. 12,6 Μωυσῆς ὁ παῖς Κυρίου καὶ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐπάταξαν αὐτούς, καὶ ἔδωκεν αὐτὴν Μωυσῆς ἐν κληρονομίᾳ Ῥουβὴν καὶ Γὰδ καὶ τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῇ.
ΙτΝ. 12,6 Ο Μωϋσής ο δούλος του Κυρίου εκτύπησε και κατενίκησεν αυτούς, κατέλαβε την χώραν των, την οποίαν ο Μωϋσής έδωκεν ως κληρονομίαν εις τας δύο φυλάς Ρουβήν και Γαδ και στο το ήμισυ της φυλής Μανασσή.
 
ΙτΝ. 12,7 Καὶ οὗτοι οἱ βασιλεῖς τῶν Ἀμοῤῥαίων, οὓς ἀνεῖλεν Ἰησοῦς καὶ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου παρὰ θάλασσαν Βααλγὰδ ἐν τῷ πεδίῳ τοῦ Λιβάνου καὶ ἕως ὄρους τοῦ Χελχὰ ἀναβαινόντων εἰς Σηείρ, καὶ ἔδωκεν αὐτὴν Ἰησοῦς ταῖς φυλαῖς Ἰσραὴλ κληρονομεῖν κατὰ κλῆρον αὐτῶν,
ΙτΝ. 12,7 Αυτοί δε ήσαν οι βασιλείς των Αμορραίων, που τους εφόνευσαν οι Ισραηλίται εις την δυτικώς του Ιορδάνου περιοχήν, από της Βααλγάδ εις την πεδιάδα του Λιβάνου, έως το όρος Χελχά, το οποίον ανυψώνεται εις Σηείρ και τας οποίας περιοχάς εμοίρασε δια κλήρου ο 'Ιησους του Ναυή εις τας φυλάς του Ισραήλ.
 
ΙτΝ. 12,8 ἐν τῷ ὄρει καὶ ἐν τῷ πεδίῳ καὶ ἐν Ἄραβα καὶ ἐν Ἀσηδὼθ καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ Ναγέβ, τὸν Χετταῖον καὶ τὸν Ἀμοῤῥαῖον καὶ τὸν Χαναναῖον καὶ τὸν Φερεζαῖον καὶ τὸν Εὐαῖον καὶ τὸν Ἰεβουσαῖον·
ΙτΝ. 12,8 Εκυρίευσεν επίσης ο Ιησούς του Ναυή την ορεινήν περιοχήν, όπως και την πεδινήν έως στο βαθύπεδον του Ιορδάνου και εις την Ασηδώθ, έως εις την έρημον και την Ναγέβ. Κατέλαβον δε τους Χετταίους, τους Αμορραίους, τους Χαναναίους, τους Φερεζαίους, τους Ευαίους και τους Ιεβουσαίους. Αυτοί δε είναι οι νικηθέντες και συλληφθέντες βασιλείς·
 
ΙτΝ. 12,9 τὸν βασιλέα Ἱεριχὼ καὶ τὸν βασιλέα τῆς Γαί, ἥ ἐστι πλησίον Βαιθήλ,
ΙτΝ. 12,9 Ο βασιλεύς της Ιεριχούς και ο βασιλεύς της Γαι, η οποία ευρίσκεται πλησίον της Βαιθήλ,
 
ΙτΝ. 12,10 βασιλέα Ἱερουσαλήμ, βασιλέα Χεβρών,
ΙτΝ. 12,10 ο βασιλεύς της Ιερουσαλήμ και ο βασιλεύς της Χεβρών,
 
ΙτΝ. 12,11 βασιλέα Ἱεριμούθ, βασιλέα Λαχίς,
ΙτΝ. 12,11 ο βασιλεύς της Ιεριμούθ και ο βασιλεύς της Λαχίς,
 
ΙτΝ. 12,12 βασιλέα Αἰλάμ, βασιλέα Γαζέρ,
ΙτΝ. 12,12 ο βασιλεύς του Αιλάμ και ο βασιλεύς της Γαζέρ,
 
ΙτΝ. 12,13 βασιλέα Δαβίρ, βασιλέα Γαδέρ,
ΙτΝ. 12,13 ο βασιλεύς της Δαβίρ και ο βασιλεύς της Γαδέρ,
 
ΙτΝ. 12,14 βασιλέα Ἑρμάθ, βασιλέα Ἀράθ,
ΙτΝ. 12,14 ο βασιλεύς Ερμάθ και ο βασιλεύς Αράθ,
 
ΙτΝ. 12,15 βασιλέα Λεβνά, βασιλέα Ὀδολλάμ,
ΙτΝ. 12,15 ο βασιλεύς της Λεβνά και ο βασιλεύς της Οδολλάμ,
 
ΙτΝ. 12,16 βασιλέα Ἠλάθ,
ΙτΝ. 12,16 ο βασιλεύς Ηλάθ,
 
ΙτΝ. 12,17 βασιλέα Ταφούγ, βασιλέα Ὀφέρ,
ΙτΝ. 12,17 ο βασιλεύς Ταφούγ και ο βασιλεύς Οφέρ,
 
ΙτΝ. 12,18-22 βασιλέα Ἀφὲκ τῆς Σαρών, βασιλέα Ἀσώρ, βασιλέα Συμοών, βασιλέα Μαρών, βασιλέα Ἀζίφ, βασιλέα Κάδης, βασιλέα Τανάχ, βασιλέα Μαγεδών, βασιλέα Ἰεκονὰμ τοῦ Χερμέλ,
ΙτΝ. 12,18-22 ο βασιλεύς της Αφέκ, της πεδιάδος Σαρών, ο βασιλεύς Ασώρ, ο βασιλεύς Συμοών, ο βασιλεύς Μαρών, ο βασιλεύς Αζίφ, ο βασιλεύς Καδης, ο βασιλεύς Τανάχ, ο βασιλεύς Μαγεδών, ο βασιλεύς Ιεκονάμ του όρους Καρμηλος
 
ΙτΝ. 12,23 βασιλέα Δὼρ τοῦ Ναφεδδώρ, βασιλέα Γωΐμ τῆς Γαλιλαίας,
ΙτΝ. 12,23 ο βασιλεύς Δωρ του Ναφεδδώρ, ο βασιλεύς Γωΐμ της Γαλιλαίας
 
ΙτΝ. 12,24 βασιλέα Θαρσά· πάντες οὗτοι βασιλεῖς εἴκοσιν ἐννέα.
ΙτΝ. 12,24 και ο βασιλεύς Θαρσά. Είκοσι εννέα ήσαν εν συνόλω αυτοί οι βασιλείς.
 
Κεφάλαιο 13ο
ΙτΝ. 13,1 Καὶ Ἰησοῦς πρεσβύτερος προβεβηκὼς τῶν ἡμερῶν. καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἰησοῦν· σὺ προβέβηκας τῶν ἡμερῶν, καὶ ἡ γῆ ὑπολέλειπται πολλὴ εἰς κληρονομίαν.
ΙτΝ. 13,1 Ο Ιησούς του Ναυή ήτο γέρων πλέον προχωρημένος εις την ηλικίαν. Είπε δε τότε ο Κυριος προς τον Ιησούν· “συ έχεις πλέον προχωρήσει πολύ εις την ηλικίαν, η δε χώρα που υπολείπεται εις κατάκτησιν είναι μεγάλη.
 
ΙτΝ. 13,2 καὶ αὕτη ἡ γῆ καταλελειμμένη· ὅρια Φυλιστιείμ, ὁ Γεσιρὶ καὶ ὁ Χαναναῖος·
ΙτΝ. 13,2 Η χώρα που περικλείεται εις τα όρια των Φιλισταίων, χώρα των Γεσιρί και των Χαναναίων.
 
ΙτΝ. 13,3 ἀπὸ τῆς ἀοικήτου τῆς κατὰ πρόσωπον Αἰγύπτου ἕως τῶν ὁρίων Ἀκκαρὼν ἐξ εὐωνύμων τῶν Χαναναίων προσλογίζεται ταῖς πέντε σατραπείαις τῶν Φυλιστιείμ, τῷ Γαζαίῳ καὶ τῷ Ἀζωτίῳ καὶ τῷ Ἀσκαλωνίτῃ καὶ τῷ Γετθαίῳ καὶ τῷ Ἀκκαρωνίτῃ· καὶ τῷ Εὐαίῳ
ΙτΝ. 13,3 Επίσης η χώρα η οποία αρχίζει νοτίως από την έρημον ανατολικώς της Αιγύπτου και προς βορράν φθάνει μέχρι της Ακκαρών, αριστερά της χώρας των Χαναναίων. Η χώρα αυτή περιλαμβάνει τας πέντε σατραπείας των Φιλισταίων, δηλαδή των Γαζαίων, των Αζωτίων, των Ασκαλωνιτών, των Γετθαίων, των Ακκαρωνιτών και των Ευαίων.
 
ΙτΝ. 13,4 ἐκ Θαιμὰν καὶ πάσῃ γῇ Χαναὰν ἐναντίον Γάζης, καὶ οἱ Σιδώνιοι ἕως Ἀφέκ, ἕως τῶν ὁρίων τῶν Ἀμοῤῥαίων,
ΙτΝ. 13,4 Επίσης η χώρα από Θαιμάν, η οποία περιλαμβάνει όλην την χώραν των Χαναναίων που είναι απέναντι της Γαζης, και την χώραν των Σιδωνίων έως την Αφέκ και έως τα σύνορα των Αμορραίων.
 
ΙτΝ. 13,5 καὶ πᾶσαν τὴν γῆν Γαβλὶ Φυλιστιείμ· καὶ πάντα τὸν Λίβανον ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου, ἀπὸ Γαλγὰλ ὑπὸ τὸ ὄρος τὸ Ἀερμὼν ἕως τῆς εἰσόδου Ἐμάθ·
ΙτΝ. 13,5 Επίσης όλη η χώρα των Γαβλιτών Φιλισταίων, όλον το όρος Λιβανον προς ανατολάς από το Γαλγάλ, το κείμενον εις τας υπωρείας του όρους Αερμών μέχρι και της εισόδου της χώρας Εμάθ.
 
ΙτΝ. 13,6 πᾶς ὁ κατοικῶν τὴν ὀρεινὴν ἀπὸ τοῦ Λιβάνου ἕως τῆς Μασερεφωθαίμ, πάντας τοὺς Σιδωνίους, ἐγὼ αὐτοὺς ἐξολοθρεύσω ἀπὸ προσώπου Ἰσραήλ· ἀλλὰ διάδος αὐτὴν ἐν κλήρῳ τῷ Ἰσραήλ, ὃν τρόπον σοι ἐνετειλάμην.
ΙτΝ. 13,6 Ολους αυτούς που κατοικούν εις την ορεινήν περιοχήν του Λιβάνου μέχρι της Μασερεφωθαίμ και όλους τους Σιδωνίους, εγώ θα τους εξολοθρεύσω από το πρόσωπον των Ισραηλιτών. Συ όμως διαμοίρασε από τώρα με κλήρον στους Ισραηλίτας τας χώρας όπως εγώ σε διέταξα.
 
ΙτΝ. 13,7 καὶ νῦν μέρισον τὴν γῆν ταύτην ἐν κληρονομίᾳ ταῖς ἐννέα φυλαῖς καὶ τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῆ· ἀπὸ τοῦ Ἰορδάνου ἕως τῆς θαλάσσης τῆς μεγάλης κατὰ δυσμὰς ἡλίου δώσεις αὐτήν, ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη ὁριεῖ.
ΙτΝ. 13,7 Τωρα δηλαδή μοίρασε την χώραν αυτήν εις κληρονομίαν των εννέα φυλών και του ημίσεος της φυλής Μανασσή, από την ανατολικώς του Ιορδάνου περιοχήν και μέχρι της Μεσογείου Θαλάσσης προς δυσμάς. Η Μεσόγειος θα αποτελή τα όρια της χώρας την οποίαν δια κλήρου θα δώσης στους Ισραηλίτας”.
 
ΙτΝ. 13,8 ταῖς δυσὶ φυλαῖς καὶ τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῆ, τῷ Ῥουβὴν καὶ τῷ Γάδ, ἔδωκε Μωυσῆς ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου· κατ᾿ ἀνατολὰς ἡλίου δέδωκεν αὐτὴν Μωυσῆς ὁ παῖς Κυρίου,
ΙτΝ. 13,8 Εις τας δύο φυλάς Ρουβήν και Γαδ και στο ήμισυ της φυλής Μανασσή, ο Μωϋσής έδωκε προς κληρονομίαν την πέραν του Ιορδάνου χώραν· την ανατολικώς του Ιορδάνου την έδωσεν εις αυτούς ο Μωϋσής ο δούλος Κυρίου.
 
ΙτΝ. 13,9 ἀπὸ Ἀροήρ, ἥ ἐστιν ἐπὶ τοῦ χείλους χειμάῤῥου Ἀρνῶν, καὶ τὴν πόλιν τὴν ἐν μέσῳ τῆς φάραγγος καὶ πᾶσαν τὴν Μισὼρ ἀπὸ Μαιδαβὰ ἕως Δαιβάν,
ΙτΝ. 13,9 Η χώρα αυτή αρχίζει από την Αροήρ, η οποία ευρίσκεται επί της όχθης του Χειμάρρου Αρνών, από την πόλιν, η οποία ευρίσκεται, στο μέσον της κοιλάδος, όλην την περιοχήν Μισώρ από Μαιδαβά έως Δαιβάν.
 
ΙτΝ. 13,10 πάσας τὰς πόλεις Σηὼν βασιλέως Ἀμοῤῥαίων, ὃς ἐβασίλευσεν ἐν Ἐσεβών, ἕως τῶν ὁρίων υἱῶν Ἀμμῶν,
ΙτΝ. 13,10 'Ολας τας πόλστου Σηών, βασιλέως των Αμορραίων, ο οποίος εβασίλευσεν εις την πόλιν Εσεβών, μέχρι των συνόρων των Αμμωνιτών.
 
ΙτΝ. 13,11 καὶ τὴν Γαλααδίτιδα καὶ τὰ ὅρια Γεσιρὶ καὶ τοῦ Μαχατί, πᾶν ὄρος Ἀερμὼν καὶ πᾶσαν τὴν Βασανίτιν ἕως Σελλά,
ΙτΝ. 13,11 Ολην την χώραν Γαλαάδ, την περιοχήν Γεσιρί και Μαχατί, όλον το όρος Αερμών και όλην την Βασανίτιδα χώραν έως την Σελλά.
 
ΙτΝ. 13,12 πᾶσαν τὴν βασιλείαν Ὢγ ἐν τῇ Βασανίτιδι, ὃς ἐβασίλευσεν ἐν Ἀσταρὼθ καὶ ἐν Ἐδραΐν· οὗτος κατελείφθη ἀπὸ τῶν γιγάντων, καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν Μωυσῆς καὶ ἐξωλόθρευσε.
ΙτΝ. 13,12 Ολην την χώραν Βασάν, βασιλείαν του Ωγ, ο οποίος είχεν ως πρωτεύουσαν την Ασταρώθ και την Εδραΐν. Ο Ωγ είναι ο μόνος που απέμεινε από την φυλήν των γιγάντων. Αυτόν εκτύπησεν ο Μωϋσής και τον εξωλόθρευσεν.
 
ΙτΝ. 13,13 καὶ οὐκ ἐξωλόθρευσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸν Γεσιρὶ καὶ τὸν Μαχατὶ καὶ τὸν Χαναναῖον, καὶ κατῴκει βασιλεὺς Γεσιρὶ καὶ ὁ Μαχατὶ ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.
ΙτΝ. 13,13 Οι Ισραηλίται δεν εδωλόθρευσαν όμως τους Γεσιρί, τους Μαχατί και τους Χαναναίους. Ο δε βασιλεύς των Γεσιρί και των Μαχατί ευρίσκεται μέχρι της ημέρας αυτής μεταξύ των Ισραηλιτών.
 
ΙτΝ. 13,14 πλὴν τῆς φυλῆς Λευὶ οὐκ ἐδόθη κληρονομία· Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, οὗτος κληρονομία αὐτῶν, καθὰ εἶπεν αὐτοῖς Κύριος. καὶ οὗτος ὁ καταμερισμός, ὃν κατεμέρισε Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ἐν Ἀραβὼθ Μωὰβ ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου κατὰ Ἱεριχώ.
ΙτΝ. 13,14 Εις την φυλήν όμώς του Λευϊ δεν εδόθη καμμία κληρονομία. Κληρονομία αυτών είναι Κυριος ο Θεός του Ισραήλ, όπως έχει ορίσει ο ίδιος ο Θεός. Αυτή είναι η διανομή την οποίαν έκαμεν ο Μωϋσής μεταξύ των Ισραηλιτών, των δυόμισυ δηλαδή φυλών, όταν ήτο εις την Αραβώθ Μωάβ, ανατολικώς του Ιορδάνου, απέναντι από την Ιεριχώ.
 
ΙτΝ. 13,15 Καὶ ἔδωκε Μωυσῆς τῇ φυλῇ Ῥουβὴν κατὰ δήμους αὐτῶν.
ΙτΝ. 13,15 Ο Μωϋσής διένειμεν εις την φυλήν του Ρουβήν την κληρονομίαν κατά τους δήμους αυτής.
 
ΙτΝ. 13,16 καὶ ἐγενήθη αὐτῶν τὰ ὅρια ἀπὸ Ἀροήρ, ἥ ἐστι κατὰ πρόσωπον φάραγγος Ἀρνῶν, καὶ ἡ πόλις ἡ ἐν τῇ φάραγγι Ἀρνῶν. καὶ πᾶσαν τὴν Μισὼρ ἕως Ἐσεβὼν
ΙτΝ. 13,16 Τα όρια της φυλής αυτής ήρχιζαν από την Αροήρ, η οποία ευρίσκεται επί της όχθης ανατολικώς του χειμάρρου Αρνών. Εις την περιοχήν του Ρουβήν, ήσαν· Η πόλις που ευρίσκεται εις την κοιλάδα Αρνών, όλη η περιοχή Μισώρ έως την Εσεβών·
 
ΙτΝ. 13,17 καὶ πάσας τὰς πόλεις τὰς οὔσας ἐν τῇ Μισὼρ καὶ Δαιβὼν καὶ Βαμωθβάαλ καὶ οἴκου Βεελμὼν
ΙτΝ. 13,17 Ολαι αι πόλεις αι οποίαι ευρίσκονται εις την περιοχήν Μισώρ, η Δαιβών, η Βαμωθβάαλ, ο οίκος Βεελμών,
 
ΙτΝ. 13,18 καὶ Ἰασσὰ καὶ Κεδημὼθ καὶ Μεφαὰθ
ΙτΝ. 13,18 η Ιασσά, η Κεδημώθ, η Μεφαάθ,
 
ΙτΝ. 13,19 καὶ Καριαθαὶμ καὶ Σεβαμὰ καὶ Σεραδὰ καὶ Σιὼρ ἐν τῷ ὄρει Ἐμὰκ
ΙτΝ. 13,19 η Καριαθαίμ, η Σεβαμά, η Σεραδά, η Σιώρ στο όρος Εμάκ·
 
ΙτΝ. 13,20 καὶ Βαιθφογὸρ καὶ Ἀσηδὼθ Φασγὰ καὶ Βαιθασειμὼθ
ΙτΝ. 13,20 η Βαιθφογόρ, η Ασηδώθ Φασγά και η Βαιθασειμώθ·
 
ΙτΝ. 13,21 καὶ πάσας τὰς πόλεις τοῦ Μισὼρ καὶ πᾶσαν τὴν βασιλείαν τοῦ Σηὼν βασιλέως τῶν Ἀμοῤῥαίων, ὃν ἐπάταξε Μωυσῆς αὐτὸν καὶ τοὺς ἡγουμένους Μαδιὰμ καὶ τὸν Εὐὶ καὶ τὸν Ῥοκὸμ καὶ τὸν Σοὺρ καὶ τὸν Οὒρ καὶ τὸν Ῥοβὲ ἄρχοντας παρὰ Σηὼν καὶ τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν.
ΙτΝ. 13,21 όλαι αι πόλεις της περιοχής Μισώρ, εν συνόλω η βασιλεία του Σηών του βασιλέως των Αμορραίων. Αυτόν εφόνευσεν ο Μωϋσής, όπως επίσης τους αρχηγούς της Μαδιάμ, τον Ευϊ, τον Ροκόμ, τον Σούρ, τον Ουρ και τον Ροβέ, αξιωματούχους πλησίον του βασιλέως Σηών και όσους κατοικούσαν εις την γην αυτήν·
 
ΙτΝ. 13,22 καὶ τὸν Βαλαὰμ τὸν τοῦ Βεώρ, τὸν μάντιν, ἀπέκτειναν ἐν τῇ ῥοπῇ.
ΙτΝ. 13,22 Και ο μάγος Βαλαάμ, ο υιός του Βεώρ ήτο εξ εκείνων που, μεταξύ των άλλων, εφόνευσαν εις την επίθεσιν.
 
ΙτΝ. 13,23 ἐγένετο δὲ τὰ ὅρια Ῥουβήν· Ἰορδάνης ὅριον, αὕτη ἡ κληρονομία υἱῶν Ῥουβὴν κατὰ δήμους αὐτῶν, αἱ πόλεις αὐτῶν καὶ αἱ ἐπαύλεις αὐτῶν.
ΙτΝ. 13,23 Τα δυτικά όρια της φυλής Ρουβήν ήτο ο Ιορδάνης ποταμός. Αυτή είναι η κληρονομία, αι πόλεις και αι αγροικίαι της φυλής Ρουβήν κατά δήμους.
 
ΙτΝ. 13,24 ἔδωκε δὲ Μωυσῆς τοῖς υἱοῖς Γὰδ κατὰ δήμους αὐτῶν.
ΙτΝ. 13,24 Ο Μωϋσής έδωκεν στους υιούς Γαδ κατά δήμους άλλας χώρας.
 
ΙτΝ. 13,25 καὶ ἐγένετο τὰ ὅρια αὐτῶν Ἰαζήρ, πᾶσαι πόλεις Γαλαὰδ καὶ τὸ ἥμισυ γῆς υἱῶν Ἀμμῶν ἕως Ἀροήρ, ἥ ἐστι κατὰ πρόσωπον Ῥαββά,
ΙτΝ. 13,25 Τα σύνορα αυτών ήρχιζαν από την Ιαζήρ. Περιελαμβάνοντο εις αυτά αι πόλεις Γαλαάδ, το ήμισυ της χώρας των Αμμωνιτών μέχρι της Αροήρ, η οποία ευρίσκεται απέναντι της Ραββά,
 
ΙτΝ. 13,26 καὶ ἀπὸ Ἐσεβὼν ἕως Ῥαμὼθ κατὰ τὴν Μασσηφὰ καὶ Βοτανὶμ καὶ Μααναΐν ἕως τῶν ὁρίων Δαβίρ,
ΙτΝ. 13,26 από την Εσεβών έως την Ραμώθ πλησίον της Μασσηφά, την Βοτανίμ και Μααναΐν έως τα όρια της Δαβίρ·
 
ΙτΝ. 13,27 καὶ Ἐμὲκ Βαιθαρὰμ Βανθαναβρὰ καὶ Σοκχωθὰ καὶ Σαφὰν καὶ τὴν λοιπὴν βασιλείαν Σηὼν βασιλέως Ἐσεβών, καὶ ὁ Ἰορδάνης ὁριεῖ ἕως μέρους τῆς θαλάσσης Χενερὲθ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἀπ᾿ ἀνατολῶν.
ΙτΝ. 13,27 την Εμέκ, την Βαιθαράμ, την Βανθαναβρά, την Σοκχωθά και την Σαφάν και το υπόλοιπον της βασιλείας του Σιών, βασιλέως της Εσεβών. Οριον προς δυσμάς ήτο ο Ιορδάνης ποταμός μέχρι της λίμνης Γεννησαρέτ όλη η προς ανατολάς αυτού περιοχή.
 
ΙτΝ. 13,28 αὕτη ἡ κληρονομία υἱῶν Γὰδ κατὰ δήμους αὐτῶν, αἱ πόλεις αὐτῶν καὶ αἱ ἐπαύλεις αὐτῶν.
ΙτΝ. 13,28 Αυτή ήτο η κληρονομία εις πόλεις και αγροικίας της φυλής Γαδ, η διανεμηθείσα κατά τους δήμους αυτής.
 
ΙτΝ. 13,29 καὶ ἔδωκε Μωυσῆς τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῆ κατὰ δήμους αὐτῶν.
ΙτΝ. 13,29 Εδωκεν ο Μωυσής στο ήμισυ της φυλής Μανασσή, κατά τους δήμους αυτής την εξής χώραν·
 
ΙτΝ. 13,30 καὶ ἐγένετο τὰ ὅρια αὐτῶν ἀπὸ Μααναΐμ καὶ πᾶσα βασιλεία Βασανὶ καὶ πᾶσα βασιλεία Ὢγ βασιλέως τῆς Βασὰν καὶ πάσας τὰς κώμας Ἰαΐρ, αἵ εἰσιν ἐν τῇ Νασανίτιδι, ἑξήκοντα πόλεις,
ΙτΝ. 13,30 Τα όρια της χώρας αυτής ήρχιζαν από την Μααναΐμ και περιελάμβαναν όλην την βασιλείαν Βασάν, όλην την χώραν του βασιλέως της Βασάν Ωγ, όλας τας κώμας της περιοχής Ιαΐρ, εξήκοντα εν όλω πόλεις αι οποίαι ευρίσκοντο εις την χώραν Βασάν·
 
ΙτΝ. 13,31 καὶ τὸ ἥμισυ τῆς Γαλαὰδ καὶ ἐν Ἀσταρὼθ καὶ ἐν Ἐδραΐν, πόλεις βασιλείας Ὢγ ἐν τῇ Βασανίτιδι καὶ ἐδόθησαν τοῖς υἱοῖς Μαχὶρ υἱοῦ Μανασσῆ, κατὰ δήμους αὐτῶν.
ΙτΝ. 13,31 το ήμισυ της χώρας Γαλαάδ, τας πόλεις Ασταρώθ και Εδραΐν της βασιλείας του Ωγ εις την χώραν Βασάν, αι οποίαι εδόθησαν εις τας οικογενείας Μαχίρ, υιού του Μανασσή κατά τους δήμους αυτών.
 
ΙτΝ. 13,32 οὗτοι οὓς κατεκληρονόμησε Μωυσῆς πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐν Ἀραβὼθ Μωὰβ ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου τοῦ κατὰ Ἱεριχὼ ἀπ᾿ ἀνατολῶν.
ΙτΝ. 13,32 Αυταί είναι αι χώραι, αι πέραν του Ιορδάνου, τας οποίας ο Μωϋσής έδωκεν εις εκείνους κληρονομίαν, όταν ευρίσκετο εις Αραβώθ της Μωάβ, ανατολικώς του Ιορδάνου απέναντι της Ιεριχούς.
 
Κεφάλαιο 14ο
ΙτΝ. 14,1 Καὶ οὗτοι οἱ κατακληρονομήσαντες υἱῶν Ἰσραὴλ ἐν τῇ γῇ Χαναάν, οἷς κατεκληρονόμησαν αὐτοῖς Ἐλεάζαρ ὁ ἱερεὺς καὶ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυὴ καὶ οἱ ἄρχοντες πατριῶν φυλῶν τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 14,1 Αυτοί είναι οι Ισραηλίται που επήραν κληρονομίαν εις την χώραν Χαναάν Εις αυτούς δια κλήρου εμοίρασαν την χώραν Ελεάζαρ ο αρχιερεύς, Ιησούς του Ναυή και οι αρχηγοί των φυλών και των πατριών των Ισραηλιτών.
 
ΙτΝ. 14,2 κατὰ κλήρους ἐκληρονόμησαν, ὃν τρόπον ἐνετείλατο Κύριος ἐν χειρὶ Ἰησοῦ ταῖς ἐννέα φυλαῖς καὶ τῷ ἡμίσει φυλῆς ἀπὸ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου,
ΙτΝ. 14,2 Δια κλήρου έλαβον αυτοί την κληρονομίαν των όπως είχε διατάξει ο Κυριος. Δια της χειρός του Ιησού του Ναυή έγινεν η διανομή αυτή εις τας δυτικώς του Ιορδάνου εννέα φυλάς και στο ήμισυ της μιας φυλής
 
ΙτΝ. 14,3 καὶ τοῖς Λευίταις οὐκ ἔδωκε κλῆρον ἐν αὐτοῖς,
ΙτΝ. 14,3 Εις τους Λευΐτας δεν έδωκε κληρονομίαν μεταξύ αυτών.
 
ΙτΝ. 14,4 ὅτι ἦσαν οἱ υἱοὶ Ἰωσὴφ δύο φυλαὶ Μανασσῆ καὶ Ἐφραίμ, καὶ οὐκ ἐδόθη μερὶς ἐν τῇ γῇ τοῖς Λευίταις, ἀλλ᾿ ἢ πόλεις κατοικεῖν καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῶν τοῖς κτήνεσι καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν.
ΙτΝ. 14,4 Οι δε υιοί του Ιωσήφ απετέλουν δύο φυλάς την φυλήν Μανασσή και την φυλήν Εφραίμ. Εις του Λευΐτας δεν εδόθη μερίδιον γης παρά μόνον πόλεις να κατοικούν αυτοί και αι γύρω βοσκήσιμοι περιοχαί δια τα κτήνη των
 
ΙτΝ. 14,5 ὃν τρόπον ἐνετείλατο Κύριος τῷ Μωυσῇ, οὕτως ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ ἐμέρισαν τὴν γῆν.
ΙτΝ. 14,5 Οπως διέταξεν ο Κυριος τον Μωϋσήν έτσι εκαμαν οι Ισραηλίται και διεμοίρασαν την χώραν.
 
ΙτΝ. 14,6 Καὶ προσήλθοσαν οἱ υἱοὶ Ἰούδα πρὸς Ἰησοῦν ἐν Γαλγάλ, καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Χάλεβ ὁ τοῦ Ἰεφονὴ ὁ Κενεζαῖος· σὺ ἐπίστῃ τὸ ῥῆμα, ὃ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ περὶ ἐμοῦ καὶ σοῦ ἐν Κάδης Βαρνή·
ΙτΝ. 14,6 Οι της φυλής του Ιούδα προσήλθον εις τα Γαλγαλα προς τον Ιησούν, και είπε προς αυτόν ο Χαλεβ ο υιός του Ιεφονή ο Κενεζαίος· “συ γνωρίζστον λόγον τον οποίον είπεν ο Κυριος προς το Μωϋσήν, τον άνθρωπον του Θεού, περί εμού και σου εις Καδης Βαρνή.
 
ΙτΝ. 14,7 τεσσαράκοντα γὰρ ἐτῶν ἤμην ὅτε ἀπέστειλέ με Μωυσῆς ὁ παῖς τοῦ Θεοῦ ἐκ Κάδης Βαρνὴ κατασκοπεῦσαι τὴν γῆν, καὶ ἀπεκρίθην αὐτῷ λόγον κατὰ τὸν νοῦν αὐτοῦ,
ΙτΝ. 14,7 Τεσσαράκοντα ετών ήμην, όταν ο Μωϋσής ο δούλος του Θεού με έστειλεν από την Καδης Βαρνή να κατασκοπεύσω την γην. Και όταν επέστρεψα έδωσα απάντησιν εις αυτόν σύμφωνα με την αγαθήν του διάθεσιν.
 
ΙτΝ. 14,8 οἱ ἀδελφοί μου οἱ ἀναβάντες μετ᾿ ἐμοῦ μετέστησαν τὴν καρδίαν τοῦ λαοῦ, ἐγὼ δὲ προσετέθην ἐπακολουθῆσαι Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου,
ΙτΝ. 14,8 Οι άλλοι όμως αδελφοί μου, ο οποίοι ανέβησαν μαζή με εμέ να κατασκοπεύσουν την χώραν, μετέστρεψαν και κατεπτόησαν την καρδίαν του λαού, εν εγώ ηκολούθησα Κυριον τον Θεόν μου και είπα την αλήθειαν.
 
ΙτΝ. 14,9 καὶ ὤμοσε Μωυσῆς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ λέγων· ἡ γῆ, ἐφ᾿ ἣν ἐπέβης, σοὶ ἔσται ἐν κλήρῳ καὶ τοῖς τέκνοις σου εἰς τὸν αἰῶνα, ὅτι προσετέθης ἐπακολουθῆσαι ὀπίσω Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
ΙτΝ. 14,9 Κατά την ημέραν εκείνην ο Μωϋσής υπεσχέθη με όρκον και είπεν· η χώρα εις την οποία εισήλθες θα είναι δική σου κληρονομία και των παιδιών σου δια παντός, διότι συ ηκολούθησες πιστώς Κυριον τον Θεο μας.
 
ΙτΝ. 14,10 καὶ νῦν διέθρεψέ με Κύριος, ὃν τρόπον εἶπε, τοῦτο τεσσαρακοστὸν καὶ πέμπτον ἔτος, ἀφ᾿ οὗ ἐλάλησε Κύριος τὸ ῥῆμα τοῦτο πρὸς Μωυσῆν καὶ ἐπορεύθη Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ. καὶ νῦν ἰδοὺ ἐγὼ σήμερον ὀγδοήκοντα καὶ πέντε ἐτῶν·
ΙτΝ. 14,10 Ιδού λοιπόν τώρα, ότι ο Κυριος με διετήρησεν εις την ζωήν όπως μου υπεσχέθη. Αυτό δε είναι το τεσσαροκοστόν πέμπτον έτος, από τότε που είπεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν τον λόγο αυτόν, όταν οι Ισραηλίται εβάδιζαν ακόμη εις την έρημον. Και να ότι τώρα είμαι εγώ ογδόηκοντα πέντε ετών.
 
ΙτΝ. 14,11 ἔτι εἰμὶ σήμερον ἰσχύων, ὡσεὶ ὅτε ἀπέστειλέ με Μωυσῆς, ὡσαύτως ἰσχύω νῦν ἐξελθεῖν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὸν πόλεμον.
ΙτΝ. 14,11 Είμαι ακόμη σήμερον ισχυρός και ακμαίος όπως τότε που με έστειλεν ο Μωϋσής. Εχω και τώρα επίσης την ιδίαν δύναμιν να εξέρχωμαι από τας πόλεις και να λαμβάνω μέρος εις τας μάχας.
 
ΙτΝ. 14,12 καὶ νῦν αἰτοῦμαί σε τὸ ὄρος τοῦτο, καθὰ εἶπε Κύριος τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· ὅτι σὺ ἀκήκοας τὸ ῥῆμα τοῦτο ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ. νῦν δὲ οἱ Ἐνακὶμ ἐκεῖ εἰσι, πόλεις ὀχυραὶ καὶ μεγάλαι· ἐὰν οὖν Κύριος μετ᾿ ἐμοῦ ᾖ, ἐξολοθρεύσω αὐτούς, ὃν τρόπον εἰπέ μοι Κύριος.
ΙτΝ. 14,12 Και τώρα σε παρακαλώ δος μου το όρος τούτο, όπως υπεσχέθη ο Κυριος κατά την ημέραν εκείνην· διότι και συ ήκουσες τον λόγον αυτόν κατά την ημέραν εκείνην. Τωρα υπάρχουν ακόμη εκεί οι Ενακίμ, οι γίγαντες, υπάρχουν πόλεις μεγάλαι και ωχυρωμέναι. Αλλά, εφόσον ο Κυριος είναι μαζή μου, θα εξολοθρεύσω αυτούς, όπως μου το είπεν ο Κυριος”.
 
ΙτΝ. 14,13 καὶ εὐλόγησεν αὐτὸν Ἰησοῦς καὶ ἔδωκε Χεβρὼν τῷ Χάλεβ υἱῷ Ἰεφονὴ υἱῷ Κενὲζ ἐν κλήρῳ.
ΙτΝ. 14,13 Ο Ιησούς ευλόγησεν αυτόν και έδωκεν στον Χαλεβ, τον υιόν του Ιεφονή, υιόν του Κενέζ, την Χεβρών ως κληρονομίαν.
 
ΙτΝ. 14,14 διὰ τοῦτο ἐγενήθη ἡ Χεβρὼν τῷ Χάλεβ τῷ τοῦ Ἰεφονὴ τοῦ Κενεζαίου ἐν κλήρῳ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, διὰ τὸ αὐτὸν ἐπακολουθῆσαι τῷ προστάγματι Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 14,14 Διο τούτο η πόλις Χεβρών Εγινε πλέον κληρονομία και ιδιοκτησία στον Χαλεβ, τον υιόν του Ιεφονή του Κενεζαίου, μέχρι της ημέρας αυτής, διότι αυτός ηκολούθησε πιστώς την εντολήν Κυρίου του Θεού των Ισραηλιτών.
 
ΙτΝ. 14,15 τὸ δὲ ὄνομα τῆς Χεβρὼν ἦν τὸ πρότερον πόλις Ἀρβόκ· μητρόπολις τῶν Ἐνακὶμ αὕτη. καὶ ἡ γῆ ἐκόπασε τοῦ πολέμου.
ΙτΝ. 14,15 Το δε όνομα της Χεβρών ήτο προηγουμένως Αρβόκ, πρωτεύουσα των Ενακίμ. Η χώρα πλέον ησύχασεν από τον πόλεμον και ανεπαύθη.
 
Κεφάλαιο 15ο
ΙτΝ. 15,1 Καὶ ἐγένετο τὰ ὅρια φυλῆς Ἰούδα κατὰ δήμους αὐτῶν ἀπὸ τῶν ὁρίων τῆς Ἰδουμαίας ἀπὸ τῆς ἐρήμου Σὶν ἕως Κάδης πρὸς λίβα.
ΙτΝ. 15,1 Τα όρια της χώρας η οποία εδόθη εις την φυλήν του Ιούδα και διενεμήθη κατά τους δήμους αυτής είναι προς τα νοτιοδυτικά από τα σύνορα της Ιδουμαίας και της ερήμου Σιν μέχρι Καδης.
 
ΙτΝ. 15,2 καὶ ἐγενήθη αὐτῶν τὰ ὅρια ἀπὸ λιβὸς ἕως μέρους θαλάσσης τῆς ἁλυκῆς, ἀπὸ τῆς λοφιᾶς τῆς φερούσης ἐπὶ λίβα
ΙτΝ. 15,2 Δηλαδή τα όρια της περιοχής αυτής εκτείνονται νοτιοδυτικώς μέχρι της Νεκράς Θαλάσσης και από την λωρίδα της θαλάσσης κατευθύνονται προς νότον,
 
ΙτΝ. 15,3 καὶ διαπορεύεται ἀπέναντι τῆς προσαναβάσεως Ἀκραβὶν καὶ ἐκπεριπορεύεται Σενὰ καὶ ἀναβαίνει ἀπὸ λιβὸς ἐπὶ Κάδης Βαρνὴ καὶ ἐκπορεύεται Ἀσωρὼν καὶ προσαναβαίνει εἰς Σάραδα καὶ ἐκπορεύεται τὴν κατὰ δυσμὰς Κάδης
ΙτΝ. 15,3 διέρχονται απέναντι της ανωφερείας Ακραβίν, παρακάμπτουν την Σενά, ανέρχονται από τα νοτιοδυτικά προς Καδης Βαρνή, προχωρούν εις Ασωρών, ανέρχονται εις Σαραδα, και εξέρχονται προς δυσμάς της Καδης.
 
ΙτΝ. 15,4 καὶ ἐκπορεύεται ἐπὶ Σελμωνὰν καὶ διεκβάλλει ἕως φάραγγος Αἰγύπτου, καὶ ἔσται αὐτοῦ ἡ διέξοδος τῶν ὁρίων ἐπὶ τὴν θάλασσαν· τοῦτό ἐστιν αὐτῶν ὅρια ἀπὸ λιβός.
ΙτΝ. 15,4 Διέρχονται κατόπιν εις την Σελμωνάν, εξέρχονται έως την κοιλάδα προς το μέρος της Αιγύπτου και έτσι τα μεσημβρινά όρια της φυλής Ιούδα καταλήγουν εις την Μεσόγειον Θαλασσαν. Αυτά είναι τα όρια από τα νοτιοδυτικά.
 
ΙτΝ. 15,5 καὶ τὰ ὅρια ἀπὸ ἀνατολῶν· πᾶσα ἡ θάλασσα ἡ ἁλυκὴ ἕως τοῦ Ἰορδάνου. καὶ τὰ ὅρια αὐτῶν ἀπὸ βοῤῥᾶ καὶ ἀπὸ τῆς λοφιᾶς τῆς θαλάσσης καὶ ἀπὸ τοῦ μέρους τοῦ Ἰορδάνου·
ΙτΝ. 15,5 Τα δε νοτιοανατολικά είναι· Ολη η Νεκρά Θαλασσα μέχρι τις εκβολής του Ιορδάνου. Τα βόρεια σύνορα αρχίζουν από την προς βορράν λωρίδα της Νεκράς Θαλάσσης από το μέρος όπου εκβάλλει εις αυτήν ο Ιορδάνης.
 
ΙτΝ. 15,6 ἐπιβαίνει τὰ ὅρια ἐπὶ Βαιθαγλὰ καὶ παραπορεύεται ἀπὸ Βοῤῥᾶ ἐπὶ Βαιθάραβα, καὶ προσαναβαίνει τὰ ὅρια ἐπὶ λίθον Βαιὼν υἱοῦ Ῥουβήν,
ΙτΝ. 15,6 Ανέρχονται προς Βαιθαγλά, παρακάμπτουν από βορρά την Βαιθάραβα και ανέρχονται τα όρια αυτά μέχρι της τοποθεσίας «Λιθος Βαιών» της φυλής Ρουβήν.
 
ΙτΝ. 15,7 καὶ προσαναβαίνει τὰ ὅρια ἐπὶ τὸ τέταρτον τῆς φάραγγος Ἀχὼρ καὶ καταβαίνει ἐπὶ Γαλγάλ, ἥ ἐστιν ἀπέναντι τῆς προσβάσεως Ἀδδαμίν, ἥ ἐστι κατὰ λίβα τῇ φάραγγι, καὶ διεκβάλλει ἐπὶ τὸ ὕδωρ πηγῆς τοῦ ἡλίου, καὶ ἔσται αὐτοῦ ἡ διέξοδος πηγὴ Ῥωγήλ,
ΙτΝ. 15,7 Ανέρχονται έπειτα στο τέταρτον τμήμα της κοιλάδος Αχώρ, καταβαίνουν προς τα Γαλγαλα, τα οποία είναι απέναντι της ανωφερείας Αδδαμίν, η οποία ευρίσκεται νοτίως της κοιλάδος. Τα όρια εν συνεχεία διέρχονται προ της πηγής “του Ηλίου” και καταλήγουν εις την πηγήν “Ρωγήλ”.
 
ΙτΝ. 15,8 καὶ ἀναβαίνει τὰ ὅρια εἰς φάραγγα Ὀνὸμ ἐπὶ νώτου Ἰεβοῦς ἀπὸ λιβὸς (αὕτη ἐστὶν Ἱερουσαλὴμ) καὶ διεκβάλλει τὰ ὅρια ἐπὶ κορυφὴν ὄρους, ἥ ἐστι κατὰ πρόσωπον φάραγγος Ὀνὸμ πρὸς θαλάσσης, ἥ ἐστιν ἐκ μέρους γῆς Ῥαφαΐν ἐπὶ βοῤῥᾶ,
ΙτΝ. 15,8 Επειτα ανέρχονται δια της κοιλάδος Ονόμ επί της μεσημβρινής πλευράς της Ιεβούς (αυτή είναι η Ιερουσαλήμ) φθάνουν εις την κορυφήν του όρους, η οποία κορυφή είναι απέναντι της κοιλάδος Ονόμ προς δυσμάς και εις την ακραίαν περιοχήν της χώρας των Ραφαΐν προς βορράν.
 
ΙτΝ. 15,9 καὶ διεκβάλλει τὸ ὅριον ἀπὸ κορυφῆς τοῦ ὄρους ἐπὶ πηγὴν ὕδατος Ναφθὼ καὶ διεκβάλλει εἰς τὸ ὄρος Ἐφρών, καὶ ἄξει τὸ ὅριον εἰς Βαὰλ (αὕτη ἐστὶ πόλις Ἰαρίμ),
ΙτΝ. 15,9 Από την κορυφήν του όρους εξέρχονται τα όρια μέχρι των υδάτων της πηγής Ναφθώ, φθάνουν στο όρος Εφρών και προχωρούν μέχρι της πόλεως Βαάλ (αυτή είναι η πόλις Ιαρίμ).
 
ΙτΝ. 15,10 καὶ περιελεύσεται ὅριον ἀπὸ Βαὰλ ἐπὶ θάλασσαν καὶ παρελεύσεται εἰς ὄρος Ἀσσὰρ ἐπὶ νώτου, Πόλιν Ἰαρὶν ἀπὸ βοῤῥᾶ (αὕτη ἐστὶ Χασλὼν) καὶ καταβήσεται ἐπὶ Πόλιν ἡλίου καὶ παρελεύσεται ἐπὶ λίβα,
ΙτΝ. 15,10 Από την Βαάλ περιελίσσονται προς την Μεσόγειον Θαλασσαν, παρέρχονται προς νότον την πλευράν του όρους Ασσάρ, προς βορράν την πόλιν Ιαρίν (αυτή είναι η Χασλών), κατόπιν κατέρχονται εις την “Ηλίου Πολιν” και προχωρούν προς νότον.
 
ΙτΝ. 15,11 καὶ διεκβάλλει τὸ ὅριον κατὰ νώτου Ἀκκαρὼν ἐπὶ βοῤῥᾶν, καὶ διεκβαλεῖ τὰ ὅρια εἰς Σοκχὼθ καὶ παρελεύσεται ὅρια ἐπὶ λίβα καὶ διεκβαλεῖ ἐπὶ Λεβνά, καὶ ἔσται ἡ διέξοδος τῶν ὁρίων ἐπὶ θάλασσαν. καὶ τὰ ὅρια αὐτῶν ἀπὸ θαλάσσης· ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη ὁριεῖ.
ΙτΝ. 15,11 Από εκεί τα όρια κατευθύνονται επί της βορείας πλευράς του όρους Ακκαρών, διέρχονται εις την Σοκχώθ, προχωρούν προς νότον και καταλήγουν εις Λεβνά. Ετσι δε τα βόρεια αυτά σύνορα φθάνουν μέχρι της Μεσογείου Θαλάσσης. Τα δε δυτικά ορίζονται από την μεγάλην θάλασσαν, δηλαδή την Μεσόγειον.
 
ΙτΝ. 15,12 ταῦτα τὰ ὅρια υἱῶν Ἰούδα κύκλῳ κατὰ δήμους αὐτῶν.
ΙτΝ. 15,12 Αυτά είναι τα όρια που περικλείουν την χώραν της φυλής Ιούδα την διανεμηθείσαν κατά τους δήμους αυτής.
 
ΙτΝ. 15,13 καὶ τῷ Χάλεβ υἱῷ Ἰεφονὴ ἔδωκε μερίδα ἐν μέσῳ υἱῶν Ἰούδα διὰ προστάγματος τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Ἰησοῦς τὴν πόλιν Ἀρβὸκ μητρόπολιν Ἐνὰκ (αὕτη ἐστὶ Χεβρών).
ΙτΝ. 15,13 Εις τον Χαλεβ, τον υιόν του Ιεφονή, έδωκεν ο Ιησούς του Ναυη, σύμφωνα προς την εντολήν του Θεού, την πόλιν Αρβόκ (δηλαδή την Χεβρών), η οποία ήτο πρωτεύουσα των Ενακίμ (γιγάντων).
 
ΙτΝ. 15,14 καὶ ἐξωλόθρευσεν ἐκεῖθεν Χάλεβ υἱὸς Ἰεφονὴ τοὺς τρεῖς υἱοὺς Ἐνάκ, τὸν Σουσὶ καὶ Θολαμὶ καὶ τὸν Ἀχιμᾶ.
ΙτΝ. 15,14 Ο Χαλεβ, ο υιός του Ιεφονή, εξωλόθρευσε τους τρεις υιούς του Ενάκ, τον Σουσί, τον Θολαμί και τον Αχιμά.
 
ΙτΝ. 15,15 καὶ ἀνέβη ἐκεῖθεν Χάλεβ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας Δαβίρ· τὸ δὲ ὄνομα Δαβὶρ ἦν τὸ πρότερον Πόλις γραμμάτων.
ΙτΝ. 15,15 Από εκεί ο Χαλεβ ανέβη εναντίον των κατοίκων της Δαβίρ. Προηγουμένως το όνομα της Δαβίρ ήτο “Πολις Γραμμάτων”.
 
ΙτΝ. 15,16 καὶ εἶπε Χάλεβ· ὃς ἐὰν λάβῃ καὶ ἐκκόψῃ τὴν Πόλιν τῶν γραμμάτων καὶ κυριεύσῃ αὐτῆς, δώσω αὐτῷ τὴν Ἀσχὰν θυγατέρα μου εἰς γυναῖκα·
ΙτΝ. 15,16 Είπε δε ο Χαλεβ στους περί αυτόν άνδρας· “Θα δώσω την θυγατέρα μου Ασχάν ως σύζυγον εις εκείνον, ο οποίος θα κυριεύση και θα καταστρέψη την Πολιν των Γραμμάτων”.
 
ΙτΝ. 15,17 καὶ ἔλαβεν αὐτὴν Γοθονιὴλ υἱὸς Κενὲζ ἀδελφὸς Χάλεβ ὁ νεώτερος καὶ ἔδωκεν αὐτῷ τὴν Ἀσχὰν θυγατέρα αὐτοῦ γυναῖκα.
ΙτΝ. 15,17 Ο Γοθονιήλ, ο υιός του Κενέζ, νεώτερος ανεψιός του Χαλεβ, αυτός κατέλαβε την πόλιν. Ο δε Χαλεβ έδωκε εις αυτόν την θυγατέρα του Ασχάν, ως σύζυγον.
 
ΙτΝ. 15,18 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαι αὐτὴν καὶ συνεβουλεύσατο αὐτῷ λέγουσα· αἰτήσομαι τὸν πατέρα μου ἀγρόν· καὶ ἐβόησεν ἐκ τοῦ ὄνου. καὶ εἶπεν αὐτῇ Χάλεβ· τί ἐστί σοι;
ΙτΝ. 15,18 Οταν δε αυτή, συνοδευομένη από τους συγγενείς αυτής και του συζύγου της, επορεύετο προς τον οίκον του Γοθονιήλ, συνεβουλεύθη τυν σύζυγόν της λέγουσα· “θα ζητήσω από τον πατέρα μου ένα αγρόν”. Καθώς δε εκάθητο επί του όνου, εβόησεν. Ο δε Χαλεβ είπε προς αυτήν “τι σου συμβαίνει;”
 
ΙτΝ. 15,19 καὶ εἶπεν αὐτῷ· δός μοι εὐλογίαν, ὅτι εἰς γῆν Ναγὲβ δέδωκάς με· δός μοι τὴν Γολαθμαίν. καὶ ἔδωκεν αὐτῇ Χάλεβ τὴν Γολαθμαὶν τὴν ἄνω καὶ τὴν Γολαθμαὶν τὴν κάτω.
ΙτΝ. 15,19 Εκείνη του απήντησε· “δος μου ένα δώρον ως ευλογίαν, διότι με υπάνδρευσες και με στέλνεις τώρα εις την χώραν Ναγέβ. Δος μου την Γολαθμαίν”. Ο Χαλεβ έδωσε προς αυτήν την άνω και την κάτω Γολαθμαίν.
 
ΙτΝ. 15,20 αὕτη ἡ κληρονομία φυλῆς υἱῶν Ἰούδα.
ΙτΝ. 15,20 Αυτή είναι η περιοχή από την γην της Επαγγελίας, την οποίαν εκληρονόμησεν η φυλή του Ιούδα.
 
ΙτΝ. 15,21 Ἐγενήθησαν δὲ πόλεις αὐτῶν· πόλις πρώτη φυλῆς υἱῶν Ἰούδα ἐφ᾿ ὁρίων Ἐδὼμ ἐπὶ τῆς ἐρήμου,
ΙτΝ. 15,21 Αι εξής δε πόλεις περιείχοντο εις την φυλήν του Ιούδα· Η πρώτη πόλις της φυλής Ιούδα ευρίσκετο εις τα σύνορα της Ιδουμαίας εις την έρημον. Προς δε νότον ήσαν αι κάτωθι πόλεις·
 
ΙτΝ. 15,22 καὶ Βαισελεὴλ καὶ Ἀρὰ καὶ Ἀσὼρ καὶ Ἰκὰμ καὶ Ῥεγμὰ καὶ Ἀρουὴλ
ΙτΝ. 15,22 Η Βαισελεήλ, η Αρά, η Ασώρ, η Ικάμ, η Ρεγμά, η Αρουήλ,
 
ΙτΝ. 15,23 καὶ Κάδης καὶ Ἀσοριωναὶν καὶ Μαινὰμ
ΙτΝ. 15,23 η Καδης, η Ασοριωναίν, η Μαινάμ,
 
ΙτΝ. 15,24 καὶ Βαλμαινὰν καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν
ΙτΝ. 15,24 η Βαλμαινάν και αι κωμοπόλεις αυτών,
 
ΙτΝ. 15,25 καὶ αἱ πόλεις Ἀσερὼν (αὕτη Ἀσὼρ)
ΙτΝ. 15,25 αι πόλεις Ασερών (αυτή είναι η Ασώρ),
 
ΙτΝ. 15,26 καὶ Σὴν καὶ Σαλμαὰ καὶ Μωλαδᾶ
ΙτΝ. 15,26 η Σην, η Σαλμαά, η Μαλαδά,
 
ΙτΝ. 15,27 καὶ Σερὶ καὶ Βαιφαλὰδ
ΙτΝ. 15,27 η Σερί, η Βαιφαλάδ,
 
ΙτΝ. 15,28 καὶ Χολασεωλὰ καὶ Βηρσαβεὲ καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν καὶ αἱ ἐπαύλεις αὐτῶν,
ΙτΝ. 15,28 η Χολασεωλά, η Βηρσαβεέ, αι κωμοπόλεις και αι αγροκατοικίαι αυτών,
 
ΙτΝ. 15,29 Βαλὰ καὶ Βακὼκ καὶ Ἀσὸμ
ΙτΝ. 15,29 η Βαλάα, η Βακώκ, η Ασόμ,
 
ΙτΝ. 15,30 καὶ Ἐλβωϋδὰδ καὶ Βαιθὴλ καὶ Ἑρμᾶ
ΙτΝ. 15,30 η Ελβωϋδάδ, η Βαιθήλ, η Ερμά,
 
ΙτΝ. 15,31 καὶ Σεκελὰκ καὶ Μαχαρὶμ καὶ Σεθεννὰκ
ΙτΝ. 15,31 η Σεκελάκ, η Μαχαρίμ, η Σεθεννάκ,
 
ΙτΝ. 15,32 καὶ Λαβὼς καὶ Σαλὴ καὶ Ἐρωμώθ, πόλεις εἰκοσιεννέα, καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν.
ΙτΝ. 15,32 η Λαβώς, η Σαλή, η Ερωμώθ, εικοσιεννέα εν συνόλω πόλεις και αι κωμοπόλεις αυτών.
 
ΙτΝ. 15,33 ἐν τῇ πεδινῇ· Ἀσταὼλ καὶ Ῥάα καὶ Ἄσσα
ΙτΝ. 15,33 Εις την πεδιάδα ήσαν αι κάτωθι πόλεις· Η Ασταώλ, η Ραα, η Ασσα,
 
ΙτΝ. 15,34 καὶ Ῥάμεν καὶ Τανὼ καὶ Ἰλουθὼθ καὶ Μαιανὶ
ΙτΝ. 15,34 η Ραμεν, η Τανώ, η Ιλουθώθ, η Μαιανί,
 
ΙτΝ. 15,35 καὶ Ἱερμοὺθ καὶ Ὀδολλὰμ καὶ Μεμβρὰ καὶ Σαωχὼ καὶ Ἀζηκὰ
ΙτΝ. 15,35 η Ιερμούθ, η Οδολλάμ, η Μεμβρά, η Σαωχώ, η Αζηκά,
 
ΙτΝ. 15,36 καὶ Σακαρὶμ καὶ Γάδηρα καὶ αἱ ἐπαύλεις αὐτῆς, πόλεις δεκατέσσαρες καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν·
ΙτΝ. 15,36 η Σακαρίμ, η Γαδηρα και αι αγροκατοικίαι αυτών, δεκατέσσαρες εν συνόλω πόλεις και αι κωμοπόλεις αυτών.
 
ΙτΝ. 15,37 Σεννὰ καὶ Ἀδασὰν καὶ Μαγαδαλγὰδ
ΙτΝ. 15,37 Η Σεννά, η Αδασάν, η Μαγαδολγάδ,
 
ΙτΝ. 15,38 καὶ Δαλὰλ καὶ Μασφὰ καὶ Ἰαχαρεὴλ καὶ Λαχὶς
ΙτΝ. 15,38 η Δαλάλ, η Μασφά, η Ιαχαρεήλ, η Λαχίς,
 
ΙτΝ. 15,39 καὶ Βασηδὼθ καὶ Ἰδεαδαλέα
ΙτΝ. 15,39 η Βασηδώθ, η Ιδεαδαλέα,
 
ΙτΝ. 15,40 καὶ Χαβρὰ καὶ Μαχὲς καὶ Μααχὼς
ΙτΝ. 15,40 η Χαβρά, η Μαχές, η Μααχώς,
 
ΙτΝ. 15,41 καὶ Γεδδὼρ καὶ Βαγαδιὴλ καὶ Νωμὰν καὶ Μαχηδάν, πόλεις ἑκκαίδεκα καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν·
ΙτΝ. 15,41 η Γεδδώρ, η Βαγαδιήλ, η Νωμάν, η Μαχηδάν, δέκα εξ εν συνόλω πόλεις και αι κωμοπόλεις αυτών.
 
ΙτΝ. 15,42 Λεβνὰ καὶ Ἰθὰκ καὶ Ἀνὼχ
ΙτΝ. 15,42 Η Λεβνά, η Ιθάκ, η Ανώχ,
 
ΙτΝ. 15,43 καὶ Ἰανὰ καὶ Νασὶβ
ΙτΝ. 15,43 η Ιανά, η Νασίβ,
 
ΙτΝ. 15,44 καὶ Κεϊλὰμ καὶ Ἀκιεζὶ καὶ Κεζὶβ καὶ Βαθησὰρ καὶ Αἰλώμ, πόλεις δέκα καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν·
ΙτΝ. 15,44 η Κεϊλάμ, η Ακιεζί, η Κεζίβ, η Βαθησάρ, η Αιλώμ, δέκα εν συνόλω πόλεις και αι κωμοπόλεις αυτών.
 
ΙτΝ. 15,45 Ἀκκαρὼν καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς καὶ αἱ ἐπαύλεις αὐτῶν·
ΙτΝ. 15,45 Η Ακκαρών μετά των κωμοπόλεών της και αι αγροκατοικίαι αυτών.
 
ΙτΝ. 15,46 ἀπὸ Ἀκκαρὼν Γεμνὰ καὶ πᾶσαι, ὅσαι εἰσὶ πλησίον Ἀσηδώθ, καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν·
ΙτΝ. 15,46 Από της Ακκαρών Γεμνά μέχρις όλων εκείνων των πόλεων που ήσαν πλησίον της Ασηδώθ μετά των κωμοπόλεων αυτών, ήσαν αι κάτωθι πόλεις·
 
ΙτΝ. 15,47 Ἀσιεδὼθ καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς καὶ αἱ ἐπαύλεις αὐτῆς· Γάζα καὶ αἱ κῶμαι αὐτῆς καὶ αἱ ἐπαύλεις αὐτῆς ἕως τοῦ χειμάῤῥου Αἰγύπτου· καὶ ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη διορίζει.
ΙτΝ. 15,47 Η Ασιεδώθ, αι κωμοπόλεις και αι αγροκατοικίαι αυτής· η Γαζα, αι κωμοπόλεις και αι αγροκατοικίαι αυτής μέχρι της κοιλάδας της Αιγύπτου. Το τελευταίον προς δυσμάς όριον είναι η μεγάλη θάλασσα, η Μεσόγειος.
 
ΙτΝ. 15,48 καὶ ἐν τῇ ὀρεινῇ· Σαμὶρ καὶ Ἰεθὲρ καὶ Σωχὰ
ΙτΝ. 15,48 Εις την ορεινήν περιοχήν ήσαν αι κάτωθι πόλεις· Η Σαμίρ, η Ιεθέρ, η Σωχά,
 
ΙτΝ. 15,49 καὶ Ῥεννὰ καὶ Πόλις γραμμάτων (αὕτη Δαβὶρ)
ΙτΝ. 15,49 η Ρεννά, η “Πολις των Γραμμάτων (αυτή είναι η Δαβίρ),
 
ΙτΝ. 15,50 καὶ Ἀνὼν καὶ Ἐσκαιμὰν καὶ Αἰσὰμ
ΙτΝ. 15,50 η Ανών, η Εσκαιμάν, η Αισάμ,
 
ΙτΝ. 15,51 καὶ Γοσὸμ καὶ Χαλοὺ καὶ Χαννά, πόλεις ἕνδεκα καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν·
ΙτΝ. 15,51 η Γοσόμ, η Χαλού και η Χαννά, ένδεκα εν συνόλω πόλεις μετά των κωμοπόλεων αυτών.
 
ΙτΝ. 15,52 Αἰρὲμ καὶ Ῥεμνὰ καὶ Σομὰ
ΙτΝ. 15,52 Η Αιρέμ, η Ρεμνά, η Σομά,
 
ΙτΝ. 15,53 καὶ Ἰεμαΐν καὶ Βαιθαχοὺ καὶ Φακουὰ
ΙτΝ. 15,53 η Ιεμαΐν, η Βαιθαχού, η Φακουά,
 
ΙτΝ. 15,54 καὶ Εὐμὰ καὶ πόλις Ἀρβὸκ (αὕτη ἐστὶ Χεβρὼν) καὶ Σωραίθ, πόλεις ἐννέα καὶ αἱ ἐπαύλεις αὐτῶν·
ΙτΝ. 15,54 η Ευμά, η πόλις 'Αρβοκ (αυτή είναι η Χεβρών) και η Σωραίθ, εννέα εν συνόλω πόλεις και αι αγροκατοικίαι αυτών.
 
ΙτΝ. 15,55 Μαὼρ καὶ Χερμὲλ καὶ Ὀζὶβ καὶ Ἰτὰν
ΙτΝ. 15,55 Η Μαώρ, η Χερμέλ, η Οζίβ, η Ιτάν,
 
ΙτΝ. 15,56 καὶ Ἰαριὴλ καὶ Ἀρικὰμ καὶ Ζακαναΐμ
ΙτΝ. 15,56 η Ιαριήλ, η Αρικάμ, η Ζακαναΐμ,
 
ΙτΝ. 15,57 καὶ Γαβαὰ καὶ Θαμναθά, πόλεις ἐννέα καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν·
ΙτΝ. 15,57 η Γαβαά και η Θαμναθά, εννέα εν συνόλω πόλεις και αι κωμοπόλεις αυτών.
 
ΙτΝ. 15,58 Ἀλουὰ καὶ Βαιθσοὺρ καὶ Γεδδὼν
ΙτΝ. 15,58 Η Αλουά, η Βαιθσούρ, η Γεδδών,
 
ΙτΝ. 15,59 καὶ Μαγαρὼθ καὶ Βαιθανὰμ καὶ Θεκούμ, πόλεις ἓξ καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν· Θεκὼ καὶ Ἐφραθὰ (αὕτη ἐστὶ Βηθλεὲμ) καὶ Φαγὼρ καὶ Αἰτὰν καὶ Κουλὸν καὶ Τατὰμ καὶ Θωβὴς καὶ Καρὲμ καὶ Γαλὲμ καὶ Θεθὴρ καὶ Μανοχώ, πόλεις ἕνδεκα καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν·
ΙτΝ. 15,59 η Μαγαρώθ, η Βαιθανάμ και η Θεκούμ, εξ εν συνόλω πόλεις και αι κωμοπόλεις αυτών. Η Θεκώ, η Εφραθά (αυτή είναι η Βηθλεέμ), η Φαγώρ, η Αιτάν, η Κουλόν, η Τατάμ, η Θωβής, η Καρέμ, η Γαλέμ, η Θεθήρ και η Μανοχώ, ένδεκα εν συνόλω πόλεις και αι κωμοπόλεις αυτών.
 
ΙτΝ. 15,60 Καριαθβαὰλ (αὕτη ἡ πόλις Ἰαρὶμ) καὶ Σωθηβᾶ, πόλεις δύο καὶ αἱ ἐπαύλεις αὐτῶν
ΙτΝ. 15,60 Η Καριαθβαάλ (αυτή είναι η πόλις Ιαρίμ) και η Σωθηβά, δύο πόλεις και αι αγροκατοικίαι αυτών.
 
ΙτΝ. 15,61 καὶ Βαδδαργεὶς καὶ Θαραβαὰμ καὶ Αἰνὼν
ΙτΝ. 15,61 Η Βαδδαργείς, η Θαραδαάμ, η Αινών,
 
ΙτΝ. 15,62 καὶ Αἰχιοζὰ καὶ Ναφλαζὼν καὶ αἱ πόλεις Σαδὼν καὶ Ἀγκάδης, πόλεις ἑπτὰ καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν.
ΙτΝ. 15,62 η Αιχιοζά, η Ναφλαζών και αι πόλεις Σαδών και Αγκάδης, επτά εν συνόλω πόλεις και αι κωμοπόλεις αυτών.
 
ΙτΝ. 15,63 καὶ ὁ Ἰεβουσαῖος κατῴκει ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἠδυνάσθησαν οἱ υἱοὶ Ἰούδα ἀπολέσαι αὐτούς· καὶ κατῴκησαν οἱ Ἰεβουσαῖοι ἐν Ἱερουσαλὴμ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
ΙτΝ. 15,63 Οι Ιεβουσαίοι κατοικούσαν εις την Ιερουσαλήμ. Οι της φυλής του Ιούδα δεν ηδυνήθησαν να εξολοθρεύσουν αυτούς. Ετσι οι Ιεβουσαίοι κατοικούσαν εις την Ιερουσαλήμ, έως αυτής της ημέρας.
 
Κεφάλαιο 16ο
ΙτΝ. 16,1 Καὶ ἐγένετο τὰ ὅρια υἱῶν Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ Ἰορδάνου τοῦ κατὰ Ἱεριχὼ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ ἀναβήσεται ἀπὸ Ἱεριχὼ εἰς τὴν ὀρεινήν, τὴν ἔρημον, εἰς Βαιθὴλ Λουζά,
ΙτΝ. 16,1 Τα όρια της περιοχής της φυλής Ιωσήφ ήρχιζον από ανατολάς από το μέρος εκείνο του Ιορδάνου που είναι πλησίον της Ιεριχούς. Από εκεί ανέβαιναν δια της Ιεριχούς εις την ορεινήν περιοχήν, εις την έρημον και εις Βαιθήλ Λουζά.
 
ΙτΝ. 16,2 καὶ ἐξελεύσεται εἰς Βαιθὴλ καὶ παρελεύσεται ἐπὶ τὰ ὅρια τοῦ Ἀχαταρωθὶ
ΙτΝ. 16,2 Από την Βαιθήλ εξεκινούσαν, διήρχοντο τα σύνορα του Αχαταρωθί,
 
ΙτΝ. 16,3 καὶ διελεύσεται ἐπὶ τὴν θάλασσαν ἐπὶ τὰ ὅρια Ἀπταλὶμ ἕως τῶν ὁρίων Βαιθωρὼν τὴν κάτω, καὶ ἔσται ἡ διέξοδος αὐτῶν ἐπὶ τὴν θάλασσαν.
ΙτΝ. 16,3 κατήρχοντο προς δυσμάς προς την Μεσόγειον Θαλασσαν εις τα σύνορα Απταλίμ έως εις τα σύνορα της κάτω Βαιθωρών και κατέληγον εις την Μεσόγειον Θαλασσαν.
 
ΙτΝ. 16,4 καὶ ἐκληρονόμησαν οἱ υἱοὶ Ἰωσὴφ Ἐφραὶμ καὶ Μανασσῆ·
ΙτΝ. 16,4 Αι δύο φυλαί Εφραίμ και Μανασσή, των υιών του Ιωσήφ εκληρονόμησαν ως εξής·
 
ΙτΝ. 16,5 καὶ ἐγενήθη ὅρια υἱῶν Ἐφραὶμ κατὰ δήμους αὐτῶν· καὶ ἐγενήθη τὰ ὅρια τῆς κληρονομίας αὐτῶν ἀπ᾿ ἀνατολῶν Ἀταρὼθ καὶ Ἐρὼκ ἕως Βαιθωρὼν τὴν ἄνω καὶ Γαζαρά,
ΙτΝ. 16,5 τα όρια της φυλής Εφραίμ κατά τους δήμους αυτής, τα όρια δηλαδή της κληρονομηθείσης περιοχής ήσαν από ανατολών η Αταρώθ και η Ερώκ έως την άνω Βαιθωρών και Γαζαρά·
 
ΙτΝ. 16,6 καὶ διελεύσεται τὰ ὅρια ἐπὶ τὴν θάλασσαν εἰς Ἰκασμὼν ἀπὸ βοῤῥᾶ Θερμά, περιελεύσεται ἐπ᾿ ἀνατολὰς εἰς Θηνασὰ καὶ Σελλησὰ καὶ παρελεύσεται ἀπ᾿ ἀνατολῶν εἰς Ἰανωκὰ
ΙτΝ. 16,6 διήρχοντο προς δυσμάς προς την Μεσόγειον Θαλασσαν, προς Ικασμών βορείως της Θερμά. Επειτα εστρέφοντο εις τα ανατολικά προς Θηνασά και Σελλησά και κατόπιν διηυθύνοντο πάλιν προς ανατολάς εις Ιανωκά,
 
ΙτΝ. 16,7 καὶ εἰς Μαχώ, καὶ Ἀταρὼθ καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν καὶ ἐλεύσεται ἐπὶ Ἱεριχὼ καὶ διεκβαλεῖ ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην.
ΙτΝ. 16,7 εις Μαχώ και Αταρώθ εις τας κώμας των οποίων τα όρια συναντούν την Ιεριχώ και καταλήγουν στον Ιορδάνην ποταμόν.
 
ΙτΝ. 16,8 καὶ ἀπὸ Τάφου πορεύσεται τὰ ὅρια ἐπὶ θάλασσαν ἐπὶ Χελκανά, καὶ ἔσται ἡ διέξοδος αὐτῶν ἐπὶ θάλασσαν· αὕτη ἡ κληρονομία φυλῆς Ἐφραὶμ κατὰ δήμους αὐτῶν.
ΙτΝ. 16,8 Εκ της Ταφου έπειτα προχωρούν εις δυσμάς εις Χελκανά και καταλήγουν εις την Μεσόγειον Θαλασσαν. Αυτά είναι τα όρια της κληρονομηθείσης περιοχής από την φυλήν Εφραίμ κατά τους δήμους αυτής.
 
ΙτΝ. 16,9 καὶ αἱ πόλεις αἱ ἀφορισθεῖσαι τοῖς υἱοῖς Ἐφραὶμ ἀνὰ μέσον τῆς κληρονομίας υἱῶν Μανασσῆ, πᾶσαι αἱ πόλεις καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν.
ΙτΝ. 16,9 Η φυλή του Εφραίμ είχε κληρονομήσει και ιδιαιτέρας πόλεις από τας πόλεις της κληρονομίας της φυλής Μανασσή. Είχε πόλεις και τας κώμας αι οποίαι ήσαν προσηρτημέναι εις αυτάς.
 
ΙτΝ. 16,10 καὶ οὐκ ἀπώλεσεν Ἐφραὶμ τὸν Χαναναῖον τὸν κατοικοῦντα ἐν Γαζέρ, καὶ κατῴκει ὁ Χαναναῖος ἐν τῷ Ἐφραὶμ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, ἕως ἀνέβη Φαραὼ βασιλεὺς Αἰγύπτου καὶ ἔλαβεν αὐτὴν καὶ ἐνέπρησεν αὐτὴν ἐν πυρί, καὶ τοὺς Χαναναίους καὶ τοὺς Φερεζαίους καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν Γαζὲρ ἐξεκέντησαν, καὶ ἔδωκεν αὐτὴν Φαραὼ ἐν φερνῇ τῇ θυγατρὶ αὐτοῦ.
ΙτΝ. 16,10 Η φυλή του Εφραίμ δεν εξωλόθρευσε τους Χαναναίους οι οποίοι κατοικούσαν εις Γαζέρ και έτσι οι Χαναναίοι κατοικούσαν μέσα εις την περιοχήν της φυλής Εφραίμ μέχρι της ημέρας εκείνης, κατά την οποίαν ο Φαραώ, ο βασιλεύς της Αιγύπτου, επήλθεν εναντίον της φυλής Εφραίμ, κατέλαβεν και κατέκαυσεν αυτήν, τους δε Χαναναίους και τους Φερεζαίους που κατοικούσαν εις την Γαζέρ εφόνευσε. Την πόλιν Γαζέρ έδωκεν ο Φαραώ εις την θυγατέρα του ως προίκα.
 
Κεφάλαιο 17ο
ΙτΝ. 17,1 Καὶ ἐγένετο τὰ ὅρια φυλῆς υἱῶν Μανασσῆ, ὅτι οὗτος πρωτότοκος τῷ Ἰωσήφ· τῷ Μαχὶρ πρωτοτόκῳ Μανασσῆ πατρὶ Γαλαάδ (ἀνὴρ γὰρ πολεμιστὴς ἦν) ἐν τῇ Γαλααδίτιδι καὶ ἐν τῇ Βασανίτιδι.
ΙτΝ. 17,1 Τα όρια της φυλής του Μανασσή, ο οποίος ήτο πρωτότοκος του Ιωσήφ, ετακτοποιήθησαν ως εξής· Ο Μαχίρ ο πρωτότοκος του Μανασσή και πατήρ της Γαλαάδ, επειδή ήτο πολεμικός ανήρ έλαβε την Γαλαάδ και την Βασανίτιδα.
 
ΙτΝ. 17,2 καὶ ἐγενήθη τοῖς υἱοῖς Μανασσῆ τοῖς λοιποῖς κατὰ δήμους αὐτῶν, τοῖς υἱοῖς Ἰεζὲρ καὶ τοῖς υἱοῖς Κελὲζ καὶ τοῖς υἱοῖς Ἱεζιὴλ καὶ τοῖς υἱοῖς Συχὲμ καὶ τοῖς υἱοῖς Συμαρὶμ καὶ τοῖς υἱοῖς Ὀφέρ· οὗτοι ἄρσενες κατὰ δήμους αὐτῶν.
ΙτΝ. 17,2 Εις τους άλλους υιούς του Μανασσή, κατά τους δήμους αυτών, στους υιούς δηλαδή του Ιεζέρ, τους υιούς Κελέζ, τους υιούς του Ιεζιήλ, στους υιούς του Συχέμ, στους υιούς Συμαρίμ και στους υιούς Οφέρ, εις τα άρρενα αυτά τέκνα του Μανασσή έγινε, κατά τους δήμους αυτών, δια κλήρου κατανομή της γης.
 
ΙτΝ. 17,3 καὶ τῷ Σαλπαὰδ υἱῷ Ὀφὲρ οὐκ ἦσαν αὐτῷ υἱοί, ἀλλ᾿ ἢ θυγατέρες. καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν θυγατέρων Σαλπαάδ· Μααλὰ καὶ Νουὰ καὶ Ἐγλὰ καὶ Μελχὰ καὶ Θερσά.
ΙτΝ. 17,3 Ο Σαλπαάδ όμως, ο υιός του Οφέρ, δεν είχεν υιούς αλλά μόνον θυγατέρας. Τα ονόματα των θυγατέρων του Σαλπαάδ ήσαν· Μααλά, Νουα, Εγλά, Μελχά και Θερσά.
 
ΙτΝ. 17,4 καὶ ἔστησαν ἐναντίον Ἐλεάζαρ τοῦ ἱερέως, καὶ ἐναντίον Ἰησοῦ, καὶ ἐναντίον τῶν ἀρχόντων λέγουσαι· ὁ Θεὸς ἐνετείλατο διά χειρὸς Μωυσῆ δοῦναι ἡμῖν κληρονομίαν ἐν μέσῳ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν. καὶ ἐδόθη αὐταῖς διὰ προστάγματος Κυρίου κλῆρος ἐν τοῖς ἀδελφοῖς τοῦ πατρὸς αὐτῶν.
ΙτΝ. 17,4 Αυταί παρουσιάσθησαν ενώπιον του αρχιερέως Ελεάζαρ, ενώπιον του Ιησού και των αρχηγών των φύλων και είπον· “ο Θεός δια μέσου του Μωϋσή διέταξε να δοθή εις ημάς η κληρονομία μεταξύ των άλλων Ισραηλιτών”. Και πράγματι, συμφώνως προς την διαταγήν του Κυρίου εδόθη εις αυτάς μερίδιον μεταξύ των αδελφών του πατρός των.
 
ΙτΝ. 17,5 καὶ ἔπεσεν ὁ σχοινισμὸς αὐτῶν ἀπὸ Ἀνάσσα καὶ πεδίον Λαβὲκ ἐκ τῆς γῆς Γαλαάδ, ἥ ἐστι πέραν τοῦ Ἰορδάνου·
ΙτΝ. 17,5 Η δια κλήρου δοθείσα εις αυτάς περιοχή έπεσεν από της Ανάσσα και της πεδιάδος Λαβέκ εις την χώραν Γαλαάδ, η οποία ευρίσκεται ανατολικώς του Ιορδάνου.
 
ΙτΝ. 17,6 ὅτι θυγατέρες υἱῶν Μανασσῆ ἐκληρονόμησαν κλῆρον ἐν μέσῳ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν· ἡ δὲ γῆ Γαλαὰδ ἐγενήθη τοῖς υἱοῖς Μανασσῆ τοῖς καταλελειμμένοις.
ΙτΝ. 17,6 Ετσι δε αι θυγατέρες των υιών Μανασσή εκληρονόμησαν περιοχήν μεταξύ των αδελφών των. Η δε χώρα Γαλαάδ εδόθη ως κληρονομία επίσης και εις υπολειφθέντας υιούς του Μανασσή.
 
ΙτΝ. 17,7 καὶ ἐγενήθη ὅρια υἱῶν Μανασσῆ Δηλανάθ, ἥ ἐστι κατὰ πρόσωπον υἱῶν Ἀνάθ, καὶ πορεύεται ἐπὶ τὰ ὅρια ἐπὶ Ἰαμὶν καὶ Ἰασσὶβ ἐπὶ πηγὴν Θαφθώθ·
ΙτΝ. 17,7 Τα όρια της φυλής Μανασσή ήρχιζον από την Δηλανάθ, η οποία είναι εμπρός εις την χώραν της φυλής Ανάθ, εκτείνεται εις τα όρια Ιαμίν και Ιασσίβ, εις την πηγήν Θαφθώθ.
 
ΙτΝ. 17,8 τῷ Μανασσῇ ἔσται, καὶ Θαφὲθ ἐπὶ τῶν ὁρίων Μανασσῆ, τοῖς υἱοῖς Ἐφραίμ.
ΙτΝ. 17,8 Η χώρα Θαφέθ ανήκει εις την φυλήν Μανασσή. Η εις τα σύνορα Μανασσή Θαφέθ ανήκεν εις την φυλήν Εφραίμ.
 
ΙτΝ. 17,9 καὶ καταβήσεται τὰ ὅρια ἐπὶ φάραγγα Καρανὰ ἐπὶ λίβα κατὰ φάραγγα Ἰαριήλ, τερέβινθος τῷ Ἐφραὶμ ἀνὰ μέσον πόλεως Μανασσῆ· καὶ ὅρια Μανασσῆ ἐπὶ τὸν βοῤῥᾶν εἰς τὸν χειμάῤῥουν, καὶ ἔσται αὐτοῦ ἡ διέξοδος θάλασσα.
ΙτΝ. 17,9 Τα όρια κατεβαίνουν κατόπιν εις την κοιλάδα Καρανά προς νότον, προχωρούν εις την άλλην κοιλάδα Ιαριήλ, όπου δένδρον τι τερέβινθος καίτοι υπήρχεν εις τα όρια της φυλής Μανασσή ανήκεν εις την φυλήν Εφραίμ. Το όρια της φυλής Μανασσή ευρίσκοντο προς βορράν του χειμάρρου και έφθανεν έως την Μεσόγειον Θαλασσαν.
 
ΙτΝ. 17,10 ἀπὸ λιβὸς τῷ Ἐφραίμ, καὶ ἐπὶ βοῤῥᾶν Μανασσῆ, καὶ ἔσται ἡ θάλασσα ὅρια αὐτοῖς· καὶ ἐπὶ Ἀσὴβ συνάψουσιν ἐπὶ βοῤῥᾶν καὶ τῷ Ἰσσάχαρ ἀπὸ ἀνατολῶν.
ΙτΝ. 17,10 Κατ' αυτόν τον τρόπον το νότιον μέρος της χώρας ανήκεν εις την φυλήν Εφραίμ, το δε βόρειον εις την φυλήν Μανασσή. Και των δύο φυλών τα όρια έφθαναν εις την Μεσόγειον Θαλασσαν. Προς βορράν δε συνορεύουν με την φυλήν Ασήβ και προς ανατολάς με την φυλήν Ισσάχαρ.
 
ΙτΝ. 17,11 καὶ ἔσται Μανασσῆ ἐν Ἰσσάχαρ καὶ ἐν Ἀσὴρ Βαιθσὰν καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν καὶ τοὺς κατοικοῦντας Δὼρ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς, καὶ τοὺς κατοικοῦντας Μαγεδδώ, καὶ τὰς κώμας αὐτῆς, καὶ τὸ τρίτον τῆς Ναφετὰ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς.
ΙτΝ. 17,11 Η φυλή του Μανασσή είχεν εις την περιοχήν των φυλών Ισσάχαρ και Ασήρ, ιδικήν της την Βαιθσάν και τας κώμας που εξηρτώντο από αυτήν, τους κατοικούντας εις την Δωρ και τας κώμας που εξηρτώντο από αυτήν, τους κατοικούντας εις Μαγεδδώ και τας κώμας που εξηρτώντο από αυτήν, είχεν επίσης υπό την κυριότητά της το εν τρίτον της Ναφετά και τας κώμας που εξηρτώντο από αυτήν.
 
ΙτΝ. 17,12 καὶ οὐκ ἠδυνάσθησαν οἱ υἱοὶ Μανασσῆ ἐξολοθρεῦσαι τὰς πόλεις ταύτας, καὶ ἤρχετο ὁ Χαναναῖος κατοικεῖν ἐν τῇ γῇ ταύτῃ·
ΙτΝ. 17,12 Η φυλή του Μανασσή δεν κατώρθωσε να καταλάβη αυτάς τας πόλεις και εξολοθρεύση τους κατοίκους της. Οι Χαναναίοι εξακολουθούσαν να κατοικούν εις την περιοχήν αυτήν.
 
ΙτΝ. 17,13 καὶ ἐγενήθη καὶ ἐπεὶ κατίσχυσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, καὶ ἐποίησαν τοὺς Χαναναίους ὑπηκόους, ἐξολοθρεῦσαι δὲ αὐτοὺς οὐκ ἐξωλόθρευσαν.
ΙτΝ. 17,13 Αλλά και όταν έγιναν ισχυροί οι Ισραηλίται και έκαναν υποτελείς τους Χαναναίους, δεν ηθέλησαν να τους εξολοθρεύσουν.
 
ΙτΝ. 17,14 ἀντεῖπαν δὲ οἱ υἱοὶ Ἰωσὴφ τῷ Ἰησοῖ λέγοντες· διατί ἐκληρονόμησας ἡμᾶς κλῆρον ἕνα καὶ σχοίνισμα ἕν; ἐγὼ δὲ λαὸς πολύς εἰμι, καὶ ὁ Θεὸς εὐλόγησέ με.
ΙτΝ. 17,14 Η φυλή όμως του Ιωσήφ δυσφορούσα είπεν στον Ιησούν· “διατί ηθέλησες ώστε ένα μερίδιον κληρονομικώς να πάρωμεν και ημείς αφού ο Θεός μας ηυλόγησε και είμεθα πολύς λαός;”
 
ΙτΝ. 17,15 καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ἰησοῦς· εἰ λαὸς πολὺς εἶ, ἀνάβηθι εἰς τὸν δρυμὸν καὶ ἐκκάθαρον σεαυτῷ, εἰ στενοχωρεῖ σε τὸ ὄρος τὸ Ἐφραίμ.
ΙτΝ. 17,15 Ο δε Ιησούς τους απήντησε· εάν είσθε πολύς λαός και στενόχωρα ζήτε στο όρος Εφραίμ, αναβήτε και ξεχερσώσατε ένα μέρος από το δάσος”.
 
ΙτΝ. 17,16 καὶ εἶπαν· οὐκ ἀρέσκει ἡμῖν τὸ ὄρος τὸ Ἐφραίμ, καὶ ἵππος ἐπίλεκτος καὶ σίδηρος τῷ Χαναναίῳ τῷ κατοικοῦντι ἐν αὐτῷ ἐν Βαιθσὰν καὶ ἐν ταῖς κώμαις αὐτῆς, ἐν τῇ κοιλάδι Ἰεσραέλ.
ΙτΝ. 17,16 Η φυλή του Ιωσήφ αντείπον· “δεν μας αρέσει το όρος Εφραίμ. Πλην όμως υπάρχει εκλεκτόν ιππικόν και ο σίδηρος πολύς στους Χαναναίους, οι οποίοι κατοικούν στο όρος αυτό, εις την Βαιθσάν και τας κωμοπόλεις της και εις την κοιλάδα Ιεσραέλ”.
 
ΙτΝ. 17,17 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς τοῖς υἱοῖς Ἰωσήφ· εἰ λαὸς πολὺς εἶ, καὶ ἰσχὺν μεγάλην ἔχεις, οὐκ ἔσται σοι κλῆρος εἷς·
ΙτΝ. 17,17 Είπεν ο Ιησούς εις την φυλήν του Ιωσήφ· “επειδή είσαι πράγματι πολύς λαός και έχεις μεγάλην δύναμιν δεν θα μείνης με ένα μόνον κλήρον·
 
ΙτΝ. 17,18 ὁ γὰρ δρυμὸς ἔσται σοι, ὅτι δρυμός ἐστι καὶ ἐκκαθαριεῖς αὐτόν, καὶ ἔσται σοι· καὶ ὅταν ἐξολοθρεύσῃς τὸν Χαναναῖον, ὅτι ἵππος ἐπίλεκτος αὐτῷ ἐστι, σὺ γὰρ ὑπερισχύεις αὐτοῦ.
ΙτΝ. 17,18 διότι το δάσος θα είναι ιδικόν σου. Θα ξεχερσώσης αυτό και θα ανήκη εις σέ. Επί πλέον θα καταλάβης και θα εξολοθρεύσης τους Χαναναίους, έστω και αν αυτοί έχουν εκλεκτόν ιππικόν, διότι συ θα δειχθής ισχυρότερος από εκείνους”.
 
Κεφάλαιο 18ο
ΙτΝ. 18,1 Καὶ ἐξεκκλησιάσθη πᾶσα συναγωγὴ υἱῶν Ἰσραὴλ εἰς Σηλὼ καὶ ἔπηξαν ἐκεῖ τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἡ γῆ ἐκρατήθη ὑπ᾿ αὐτῶν.
ΙτΝ. 18,1 Συνεκεντρώθη όλον το πλήθος των Ισραηλιτών εις Σηλώ και έστησαν εκεί την Σκηνήν του Μαρτυρίου. Η χώρα είχε κατά το πλείστον κατακτηθή από αυτούς.
 
ΙτΝ. 18,2 καὶ κατελείφθησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, οἳ οὐκ ἐκληρονόμησαν, ἑπτὰ φυλαί.
ΙτΝ. 18,2 Μεταξύ όμως των Ισραηλιτών είχον υπολειφθή επτά φυλαί, αι οποίαι δεν έλαβον μερίδιον κατά την διανομήν της κατακτηθείσης χώρας.
 
ΙτΝ. 18,3 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· ἕως τίνος ἐκλυθήσεσθε κληρονομῆσαι τὴν γῆν, ἣν ἔδωκε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν;
ΙτΝ. 18,3 Ο δε Ιησούς του Ναυή είπε προς τους Ισραηλίτας· “έως πότε σαν παραλελυμένοι θα αμελήτε να κατακτήσετε την γην, την οποίαν Κυριος ο Θεός μας έχει δώσει προς σας;
 
ΙτΝ. 18,4 δότε ἐξ ὑμῶν ἄνδρας τρεῖς ἐκ φυλῆς, καὶ ἀναστάντες διελθέτωσαν τὴν γῆν καὶ διαγραψάτωσαν αὐτὴν ἐναντίον μου, καθὰ δεήσει διελεῖν αὐτήν (καὶ διήλθοσαν πρὸς αὐτόν,
ΙτΝ. 18,4 Εκλέξατε τρεις άνδρας από κάθε φυλήν και αυτοί ας σηκωθούν και ας διέλθουν την χώραν της Χαναάν. Κατόπιν ας περιγράψουν αυτήν ενώπιόν μου όπως την είδαν και ας μας είπουν πως πρέπει να διαιρεθή αυτή. Οι άνδρες εξεπλήρωσαν την αποστολήν των και επανήλθον προς τον Ιησούν, τον οποίον και ενημέρωσαν σχετικώς.
 
ΙτΝ. 18,5 καὶ διεῖλεν αὐτοῖς ἑπτὰ μερίδας). Ἰούδας στήσεται αὐτοῖς ὅριον ἀπὸ λιβός, καὶ οἱ υἱοὶ Ἰωσὴφ στήσονται αὐτοῖς ἀπὸ βοῤῥᾶ.
ΙτΝ. 18,5 Ο Ιησούς διεμοίρασεν εις τας επτά φυλάς την χώραν. Η φυλή του Ιούδα θα παραμείνη εντός των ορίων της προς νότον. Η φυλή του Ιωσήφ θα εγκατασταθή και θα παραμείνη εντός των ορίων της που θα είναι προς βορράν.
 
ΙτΝ. 18,6 ὑμεῖς δὲ μερίσατε τὴν γῆν ἑπτὰ μερίδας καὶ ἐνέγκατε ὧδε πρός με, καὶ ἐξοίσω ὑμῖν κλῆρον ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
ΙτΝ. 18,6 Σεις δε διαιρέσατε την χώραν εις επτά μερίδια και παρουσιάσατέ μου εδώ εν σχεδίω την κατανομήν. Κατόπιν εγώ θα βγάλω κλήρον δια σας ενώπιον Κυρίου του Θεού μας.
 
ΙτΝ. 18,7 οὐ γάρ ἐστι μερὶς τοῖς υἱοῖς Λευὶ ἐν ὑμῖν, ἱερατεία γὰρ Κυρίου μερὶς αὐτοῦ· καὶ Γὰδ καὶ Ῥουβὴν καὶ τὸ ἥμισυ φυλῆς Μανασσῆ ἐλάβοσαν τὴν κληρονομίαν αὐτῶν πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐπ᾿ ἀνατολάς, ἣν ἔδωκεν αὐτοῖς Μωυσῆς ὁ παῖς Κυρίου.
ΙτΝ. 18,7 Εις την φυλήν του Λευϊ δεν θα εξαχθή μερίδιον· μερίδιόν της είναι η ιερατεία. Αι δε φυλαί Γαδ και Ρουβήν και το ήμισυ της φυλής Μανασσή έλαβον την κληρονομίαν των πέραν ανατολικώς του Ιορδάνου, την οποίαν κληρονομίαν έδωκεν εις αυτάς ο Μωϋσής, ο δούλος του Κυρίου”.
 
ΙτΝ. 18,8 καὶ ἀναστάντες οἱ ἄνδρες ἐπορεύθησαν, καὶ ἐνετείλατο Ἰησοῦς τοῖς ἀνδράσι τοῖς πορευομένοις χωροβατῆσαι τὴν γῆν λέγων· πορεύεσθε καὶ χωροβατήσατε τὴν γῆν καὶ παραγενήθητε πρός με, καὶ ὧδε ἐξοίσω ὑμῖν κλῆρον ἔναντι Κυρίου ἐν Σηλώ.
ΙτΝ. 18,8 Οταν δε ητοιμάσθησαν οι άνδρες αυτοί δια να αναχωρήσουν, ο Ιησούς τους διέταξε, καθώς ήσαν έτοιμοι να αναχωρήσουν, να μετρήσουν την χώραν και τους είπε· “πηγαίνετε μετρήσατε καλά την χώραν, έπειτα δε επανέλθετε και κατατοπίσατέ με. Εγώ δε εδώ εις Σηλώ θα βγάλω δια σας κλήρον ενώπιον του Κυρίου δια την διανομήν της χώρας”.
 
ΙτΝ. 18,9 καὶ ἐπορεύθησαν καὶ ἐχωροβάτησαν τὴν γῆν καὶ εἴδοσαν αὐτὴν καὶ ἔγραψαν αὐτὴν κατὰ πόλεις, ἑπτὰ μερίδας εἰς βιβλίον, καὶ ἤνεγκαν πρὸς Ἰησοῦν.
ΙτΝ. 18,9 Οι άνδρες ανεχώρησαν, περιήλθον και εμέτρησαν την χώραν, είδον και περιέγραψαν αυτήν κατά πόλεις, την διήρεσαν εις σχεδιάγραμμα βιβλίου εις επτά μερίδια και παρουσίασαν το βιβλίον αυτό στον Ιησούν.
 
ΙτΝ. 18,10 καὶ ἐνέβαλεν αὐτοῖς Ἰησοῦς κλῆρον ἐν Σηλὼ ἔναντι Κυρίου.
ΙτΝ. 18,10 Ο Ιησούς έβαλε δι' αυτούς κλήρον εις Σηλώ ενώπιον Κυρίου.
 
ΙτΝ. 18,11 Καὶ ἐξῆλθεν ὁ κλῆρος φυλῆς Βενιαμὶν πρῶτος κατὰ δήμους αὐτῶν, καὶ ἐξῆλθεν ὅρια τοῦ κλήρου αὐτῶν ἀνὰ μέσον υἱῶν Ἰούδα καὶ ἀνὰ μέσον τῶν υἱῶν Ἰωσήφ.
ΙτΝ. 18,11 Ο πρώτος κλήρος που εβγήκεν ήτο της φυλής Βενιαμίν κατά δήμους. Τα όρια δε του κληροδοτηθέντος εις αυτήν μεριδίου ήσαν μεταξύ των φυλών Ιούδα και Ιωσήφ.
 
ΙτΝ. 18,12 καὶ ἐγενήθη αὐτῶν τὰ ὅρια ἀπὸ βοῤῥᾶ, ἀπὸ τοῦ Ἰορδάνου προσαναβήσεται τὰ ὅρια κατὰ νώτου Ἱεριχὼ ἀπὸ βοῤῥᾶ καὶ ἀναβήσεται ἐπὶ τὸ ὄρος ἐπὶ τὴν θάλασσαν, καὶ ἔσται αὐτοῦ ἡ διέξοδος ἡ Μαβδαρῖτις Βαιθών,
ΙτΝ. 18,12 Δηλαδή τα βορεινά όρια της φυλής αυτής ήρχιζαν από τον Ιορδάνην, ανέβαιναν εις τα πρανή του υψώματος της Ιεριχούς, ηκολούθουν προς δυσμάς και κατέληγον εις την Μαβδαρίτιδα Βαιθών.
 
ΙτΝ. 18,13 καὶ διελεύσεται ἐκεῖθεν τὰ ὅρια Λουζὰ ἐπὶ νώτου Λουζὰ ἀπὸ λιβὸς (αὕτη ἐστὶ Βαιθήλ), καὶ καταβήσεται τὰ ὅρια Μααταρωθορὲχ ἐπὶ τὴν ὀρεινήν, ἥ ἐστι πρὸς λίβα Βαιθωρὼν ἡ κάτω,
ΙτΝ. 18,13 Από εκεί τα όρια διέρχονται την Λουζά και εις τα πρανή του υψώματος της πόλεως αυτής προς νότον (Λουζά δε είναι η Βαιθήλ). Εν συνεχεία κατέρχονται τα όρια προς Μααταρωθορέχ εις την ορεινήν περιοχήν που ευρίσκεται νοτίως της κάτω Βαιθωρών.
 
ΙτΝ. 18,14 καὶ διελεύσεται τὰ ὅρια καὶ περιελεύσεται ἐπὶ τὸ μέρος τὸ βλέπον παρὰ θάλασσαν ἀπὸ λιβὸς ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐπὶ πρόσωπον Βαιθωρὼν λίβα, καὶ ἔσται αὐτοῦ ἡ διέξοδος εἰς Καριαθβάαλ (αὕτη ἐστὶ Καριαθιαρίν, πόλις υἱῶν Ἰούδα)· τοῦτό ἐστι τὸ μέρος τὸ πρὸς θάλασσαν.
ΙτΝ. 18,14 Επειτα προχωρούν και στρέφονται από το μέρος που βλέπει προς την θάλασσαν προς νότον του όρους το οποίον ευρίσκεται απέναντι της Βαιθωρών. Τέλος τα όρια καταλήγουν εις την πόλιν Καριαθβάαλ (αυτή είναι η Καριαθιαρίν πόλις της φυλής Ιούδα). Αυτά είναι τα προς δυσμάς όρια της φυλής αυτής.
 
ΙτΝ. 18,15 καὶ μέρος τὸ πρὸς λίβα ἀπό μέρους Καριαθβάαλ, καὶ διελεύσεται ὅρια εἰς Γασὶν ἐπὶ πηγὴν ὕδατος Ναφθώ,
ΙτΝ. 18,15 Εις την νοτίαν πλευράν τα όρια ήρχιζαν από το άκρον της Καριαθβάαλ διέρχονται εις Γασίν πλησίον της πηγής των υδάτων Ναφθώ,
 
ΙτΝ. 18,16 καὶ καταβήσεται τὰ ὅρια ἐπὶ μέρους τοῦ ὄρους, ὅ ἐστι κατὰ πρόσωπον νάπης Ὀννάμ, ὅ ἐστιν ἐκ μέρους Ἐμεκραφαΐν ἀπὸ βοῤῥᾶ, καὶ καταβήσεται Γαίεννα ἐπὶ νῶτον Ἰεβουσαὶ ἀπὸ λιβὸς καὶ καταβήσεται ἐπὶ πηγὴν Ῥωγὴλ
ΙτΝ. 18,16 καταβαίνουν από το άκρον του όρους, το οποίον ευρίσκεται απέναντι από την δασώδη περιοχήν Οννάμ, στο άκρον της Εμεκραφαΐν από βορρά. Από εκεί τα όρια κατέρχονται εις Γαίεννα εις τα πλευρά της Ιεβουσαί από νότον. Καταλήγουν δε εις την πηγήν Ρωγήλ.
 
ΙτΝ. 18,17 καὶ διελεύσεται ἐπὶ πηγὴν Βαιθσαμὺς καὶ παρελεύσεται ἐπὶ Γαλιλώθ, ἥ ἐστιν ἀπέναντι πρὸς ἀνάβασαιν Αἰθαμίν, καὶ καταβήσεται ἐπὶ λίθον Βαιὼν υἱῶν Ῥουβὴν
ΙτΝ. 18,17 Από εκεί διέρχονται εις την πηγήν Βαιθσαμύς και στρέφουν προς Γαλιλώθ, η οποία ευρίσκεται απέναντι από τα υψώματα Αιθαμίν, κατέρχονται εις περιοχήν ονομαζομένην “Λιθον Βαιών”, η οποία ανήκει εις την φυλήν Ρουβήν.
 
ΙτΝ. 18,18 καὶ διελεύσεται κατὰ νώτου Βαιθάραβα ἀπὸ βοῤῥᾶ, καὶ καταβήσεται ἐπὶ τὰ ὅρια ἐπὶ νῶτον θάλασσαν ἀπὸ βοῤῥᾶ,
ΙτΝ. 18,18 Εν συνεχεία διέρχονται επί της βορείας πλευράς του όρους Βαιθάραβα και κατεβαίνουν εις την βορείαν πελυράν της Νεκράς Θαλάσσης.
 
ΙτΝ. 18,19 καὶ ἔσται ἡ διέξοδος τῶν ὁρίων ἐπὶ λοφιὰν τῆς θαλάσσης τῶν ἁλῶν ἐπὶ βοῤῥᾶν εἰς μέρος τοῦ Ἰορδάνου ἀπὸ λιβός· ταῦτα τὰ ὅριά ἐστιν ἀπὸ λιβός.
ΙτΝ. 18,19 Καταλήγουν στο βόρειον άκρον της Νεκράς Θαλάσσης, το οποίον είναι και το νοτιώτερον μέρος του Ιορδάνου. Αυτά είναι τα όρια προς νότον.
 
ΙτΝ. 18,20 καὶ ὁ Ἰορδάνης ὁριεῖ ἀπὸ μέρους ἀνατολῶν. αὕτη ἡ κληρονομία υἱῶν Βενιαμίν, τὰ ὅρια αὐτῆς κύκλῳ κατὰ δήμους.
ΙτΝ. 18,20 Ανατολικά δε όρια της φυλής αυτής είναι ο Ιορδάνης. Αυτή είναι η υπό της φυλής Βενιαμίν κληρονομηθείσα περιοχή, τα γύρω όρια αυτής κατά δήμους.
 
ΙτΝ. 18,21 καὶ ἐγενήθησαν αἱ πόλεις τῶν υἱῶν Βενιαμὶν κατὰ δήμους αὐτῶν Ἱεριχὼ καὶ Βεθεγαιὼ καὶ Ἀμεκασίς,
ΙτΝ. 18,21 Αι δε πόλεις αι οποίαι ανήκουν εις την φυλήν Βενιαμίν κατά δήμους είναι αι εξής· Ιεριχώ, Βεθεγαιώ, Αμεκασίς,
 
ΙτΝ. 18,22 καὶ Βαιθαβαρὰ καὶ Σαρὰ καὶ Βησανὰ
ΙτΝ. 18,22 Βαιθαβαρά, Σαρά, Βησανά,
 
ΙτΝ. 18,23 καὶ Αἰεὶν καὶ Φαρὰ καὶ Ἐφραθὰ
ΙτΝ. 18,23 Αιείν, Φαρά, Εφραθά,
 
ΙτΝ. 18,24 καὶ Καραφὰ καὶ Κεφιρὰ καὶ Μονὶ καὶ Γαβαά, πόλεις δώδεκα καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν·
ΙτΝ. 18,24 Καραφά, Κεφιρά, Μονί, Γαβαά. Δωδεκα πόλεις και αι κωμοπόλεις αυτών·
 
ΙτΝ. 18,25 Γαβαὼν καὶ Ῥαμὰ καὶ Βεηρωθὰ
ΙτΝ. 18,25 αι Γαβαών, Ραμά, Βεηρωθά,
 
ΙτΝ. 18,26 καὶ Μασσημὰ καὶ Μιρὼν καὶ Ἀμωκὴ
ΙτΝ. 18,26 Μασσημά, Μιρών, Αμωκή,
 
ΙτΝ. 18,27 καὶ Φιρὰ καὶ Καφὰν καὶ Νακὰν καὶ Σεληκὰν καὶ Θαρεηλὰ
ΙτΝ. 18,27 Φιρά, Καφάν, Νακάν, Σεληκάν, Θαρεηλά,
 
ΙτΝ. 18,28 καὶ Ἰεβοῦς (αὕτη ἐστὶν Ἱερουσαλὴμ) καὶ Γαβαωθιαρίμ, πόλεις δεκατρεῖς καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν. αὕτη ἡ κληρονομία υἱῶν Βενιαμὶν κατὰ δήμους αὐτῶν.
ΙτΝ. 18,28 Ιεβούς (η πόλις αυτή είναι η Ιερουσαλήμ) και η Γαβαωθιαρίμ· πόλεις δεκατρείς και αι κωμοπόλεις που εξηρτώντο από αυτάς. Αυτή ήτο η κληρονομία της φυλής του Βενιαμίν κατά τους δήμους αυτής.
 
Κεφάλαιο 19ο
ΙτΝ. 19,1 Καὶ ἐξῆλθεν ὁ δεύτερος κλῆρος τῶν υἱῶν Συμεών, καὶ ἐγενήθη ἡ κληρονομία αὐτῶν ἀναμέσον κλήρων υἱῶν Ἰούδα.
ΙτΝ. 19,1 Ο δεύτερος κλήρος που εβγήκε ήτο δια την φυλήν του Συμεών. Η κληρονομία αυτής της φυλής έπεσεν στο μέσον της κληρονομίας της φυλής Ιούδα.
 
ΙτΝ. 19,2 καὶ ἐγενήθη ὁ κλῆρος αὐτῶν Βηρσαβεὲ καὶ Σαμαὰ καὶ Κωλαδὰμ
ΙτΝ. 19,2 Περιελαμβάνοντο δε εις αυτήν αι εξής πόλεις· Η Βηρσαβεέ, Σαμαά, η Κωλαδάμ,
 
ΙτΝ. 19,3 καὶ Ἀρσωλὰ καὶ Βωλὰ καὶ Ἀσὸμ
ΙτΝ. 19,3 η Αρσωλά, η Βωλά, η Ασόμ,
 
ΙτΝ. 19,4 καὶ Ἐλθουλὰ καὶ Βουλὰ καὶ Ἑρμᾶ
ΙτΝ. 19,4 η Ελθουλά, η Βουλά, η Ερμά,
 
ΙτΝ. 19,5 καὶ Σικελὰκ καὶ Βαιθμαχερὲβ καὶ Σαρσουσὶν
ΙτΝ. 19,5 η Σικελάκ, η Βαιθμαχερέβ, η Σαρσουσίν,
 
ΙτΝ. 19,6 καὶ Βαθαρὼθ καὶ οἱ ἀγροὶ αὐτῶν, πόλεις δεκατρεῖς καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν·
ΙτΝ. 19,6 η Βαθαρώθ και οι αγροί των. Δέκα τρεις πόλεις εν συνόλω και αι κώμαι αυτών.
 
ΙτΝ. 19,7 Ἐρεμμὼν καὶ Θαλχὰ καὶ Ἐθὲρ καὶ Ἀσάν, πόλεις τέσσαρες καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν
ΙτΝ. 19,7 Η Ερεμμών, η Θαλχά, η Εθέρ και η Ασάν· πόλεις τέσσαρες και αι κώμαι αυτών,
 
ΙτΝ. 19,8 κύκλῳ τῶν πόλεων αὐτῶν ἕως Βαρὲκ πορευομένων Βαμὲθ κατὰ λίβα. αὕτη ἡ κληρονομία φυλῆς υἱῶν Συμεὼν κατὰ δήμους αὐτῶν.
ΙτΝ. 19,8 κύκλω των πόλεων αυτών μέχρι της Βαρέκ η οποία ευρίσκεται προς νότον του πορευομένου προς την Βαμέθ. Αυτή ήτο η κληρονομηθείσα περιοχή εις την φυλήν Συμεών κατά τους δήμους αυτής.
 
ΙτΝ. 19,9 ἀπὸ τοῦ κλήρου τοῦ Ἰούδα ἡ κληρονομία φυλῆς υἱῶν Συμεών, ὅτι ἐγενήθη ἡ μερὶς υἱῶν Ἰούδα μείζων τῆς αὐτῶν καὶ ἐκληρονόμησαν οἱ υἱοὶ Συμεὼν ἐν μέσῳ τοῦ κλήρου αὐτῶν.
ΙτΝ. 19,9 Αυτή δε η κληρονομηθείσα περιοχή της φυλής του Συμεών ήτο από την κληρονομίαν της φυλής Ιούδα, διότι το μερίδιον της φυλής Ιούδα ήτο μεγαλύτερον απ' ο,τι εχρειάζετο και έπρεπεν εις αυτούς. Δια τούτο η φυλή του Συμεών εκληρονόμησε περιοχήν εν μέσω της φυλής του Ιούδα.
 
ΙτΝ. 19,10 Καὶ ἐξῆλθεν ὁ κλῆρος ὁ τρίτος τῷ Ζαβουλὼν κατὰ δήμους αὐτῶν. ἔσται τὰ ὅρια τῆς κληρονομίας αὐτῶν Ἐσεδεκγωλά· ὅρια αὐτῶν
ΙτΝ. 19,10 Εβγήκεν ο τρίτος κλήρος ο οποίος έπεσεν εις την φυλήν Ζαβουλών κατά τους δήμους αυτής. Τα όρια της κληρονομηθείσης εις αυτήν περιοχής είναι η Εσεδεκγωλά. Από εκεί τα όρια
 
ΙτΝ. 19,11 ἡ θάλασσα καὶ Μαραγγιλὰ καὶ συνάψει ἐπὶ Βαιθάραβα εἰς τὴν φάραγγα, ἥ ἐστι κατὰ πρόσωπον Ἰεκμάν,
ΙτΝ. 19,11 προχωρούν προς δυσμάς εις Μαραγγιλά, η οποία συνορεύει με την Βαιθάραβα εις την κοιλάδα του Ιορδάνου, απέναντι από την Ιεκμάν.
 
ΙτΝ. 19,12 καὶ ἀνέστρεψεν ἀπὸ Σεδδοὺκ ἐξ ἐναντίας ἀπὸ ἀνατολῶν Βαιθσαμὺς ἐπὶ τὰ ὅρια Χασελωθαὶθ καὶ διελεύσεται ἐπὶ Δαβιρὼθ καὶ προσαναβήσεται ἐπὶ Φαγγαὶ
ΙτΝ. 19,12 Από εκεί τα όρια γυρίζουν δια της Σεδδούκ απέναντι ανατολικώς από την Βαιθσαμύς εις τα όρια Χασελωθαίθ. Διέρχονται προς Δαβιρώθ και αναβαίνουν εις Φαγγαί.
 
ΙτΝ. 19,13 καὶ ἐκεῖθεν περιελεύσεται ἐξ ἐναντίας ἐπ᾿ ἀνατολὰς ἐπὶ Γεβερέ, ἐπὶ πόλιν Κατασέμ, καὶ διελεύσεται ἐπὶ Ῥεμμωνὰ Ἀμαθὰρ Ἀοζὰ
ΙτΝ. 19,13 Από εκεί στρέφονται κατ' ευθείαν ανατολικώς εις Γεβερέ, εις πόλιν Κατασέμ. Εκτείνονται εις Ρεμμωνά, Αμαθάρ, Αοζά,
 
ΙτΝ. 19,14 καὶ περιελεύσεται ὅρια ἐπὶ βοῤῥᾶν ἐπὶ Ἀμώθ, καὶ ἔσται ἡ διέξοδος αὐτῶν ἐπὶ Γαιφαὴλ
ΙτΝ. 19,14 και στρέφονται προς βορράν εις την Αμώθ, δια να καταλήξουν εις την Γαιφαήλ
 
ΙτΝ. 19,15 καὶ Κατανὰθ καὶ Ναβαὰλ καὶ Συμοὼν καὶ Ἱεριχὼ καὶ Βαιθμάν.
ΙτΝ. 19,15 εις την Κατανάθ, την Ναβαάλ, την Συμοών, την Ιεριχώ και την Βαιθμάν.
 
ΙτΝ. 19,16 αὕτη ἡ κληρονομία τῆς φυλῆς υἱῶν Ζαβουλὼν κατὰ δήμους αὐτῶν, πόλεις καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν.
ΙτΝ. 19,16 Αυτή ήτο η κληρονομία της φυλής Ζαβουλών κατά τους δήμους αυτής με τας πόλεις και τας κώμας που εξηρτώντο από αυτάς.
 
ΙτΝ. 19,17 Καὶ τῷ Ἰσσάχαρ ἐξῆλθεν ὁ κλῆρος ὁ τέταρτος.
ΙτΝ. 19,17 Ο τέταρτος κλήρος εβγήκε δια την φυλήν Ισσάχαρ.
 
ΙτΝ. 19,18 καὶ ἐγενήθη τὰ ὅρια αὐτῶν Ἰαζὴλ καὶ Χασαλὼθ καὶ Σουνὰμ
ΙτΝ. 19,18 Εις τα όρια αυτής περιελαμβάνοντα αι πόλεις Ιαζήλ, Χασαλώθ, Σουνάμ,
 
ΙτΝ. 19,19 καὶ Ἀγὶν καὶ Σιωνὰ καὶ Ῥεηρὼθ
ΙτΝ. 19,19 Αγίν, Σιωνά, Ρεηρώθ,
 
ΙτΝ. 19,20 καὶ Ἀναχερὲθ καὶ Δαβιρὼν καὶ Κισὼν καὶ Ῥεβὲς
ΙτΝ. 19,20 Αναχερέθ, Δαβιρών, Κισών, Ρεβές,
 
ΙτΝ. 19,21 καὶ Ῥεμμὰς καὶ Ἰεὼν καὶ Τομμὰν καὶ Αἰμαρὲκ καὶ Βηρσαφής,
ΙτΝ. 19,21 Ρεμμάς, Ιεών, Τομμάν, Αιμαρέκ και Βηρσαφής.
 
ΙτΝ. 19,22 καὶ συνάψει τὰ ὅρια ἐπὶ Γαιθβὼρ καὶ ἐπὶ Σαλὶμ κατὰ θάλασσαν καὶ Βαιθσαμύς, καὶ ἔσται αὐτοῦ ἡ διέξοδος τῶν ὁρίων ὁ Ἰορδάνης.
ΙτΝ. 19,22 Τα όρια αυτά ευρίσκονται εις επαφήν με το Γαιθβώρ και προς δυσμάς με την Σαλίμ και Βαιθσαμύς· καταλήγουν δε στον Ιορδάνην ποταμόν.
 
ΙτΝ. 19,23 αὕτη ἡ κληρονομία φυλῆς υἱῶν Ἰσσάχαρ κατὰ δήμους αὐτῶν, αἱ πόλεις καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν.
ΙτΝ. 19,23 Αυτή είναι η κληρονομηθείσα περιοχή της φυλής Ισσάχαρ κατά τους δήμους αυτής, αι πόλεις και αι κώμαι αυτών.
 
ΙτΝ. 19,24 Καὶ ἐξῆλθεν ὁ κλῆρος ὁ πέμπτος Ἀσὴρ κατὰ δήμους αὐτῶν.
ΙτΝ. 19,24 Ο πέμπτος κλήρος εβγήκε δια την φυλήν Ασήρ και τους δήμους αυτής.
 
ΙτΝ. 19,25 καὶ ἐγενήθη τὰ ὅρια αὐτῶν Ἐξελεκὲθ καὶ Ἀλὲφ καὶ Βαιθὸκ καὶ Κεὰφ
ΙτΝ. 19,25 Τα όρια της κληρονομηθείσης περιοχής απετέλουν αι πόλεις Εξελεκέθ, Αλέφ, Βαιθόκ, Κεάφ,
 
ΙτΝ. 19,26 καὶ Ἐλιμελὲχ καὶ Ἀμιὴλ καὶ Μαασὰ καὶ συνάψει τῷ Καρμήλῳ κατὰ θάλασσαν καὶ τῷ Σιὼν καὶ Λαβανὰθ
ΙτΝ. 19,26 Ελιμελέχ, Αμιήλ και Μαασά. Τα όρια αυτά προς δυσμάς συνορεύουν με το όρος Καρμηλον, το Σιών και το Λαβανάθ.
 
ΙτΝ. 19,27 καὶ ἐπιστρέψει ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου καὶ Βαιθεγενὲθ καὶ συνάψει τῷ Ζαβουλὼν καὶ Ἐκγαῖ καὶ Φθαιὴλ κατὰ βοῤῥᾶν, καὶ εἰσελεύσεται ὅρια Σαφθαιβαιθμὲ καὶ Ἰναὴλ καὶ διελεύσεται εἰς Χωβαμασομὲλ
ΙτΝ. 19,27 Επειτα στρέφουν προς ανατολάς μέχρι της Βαιθεγενέθ, εφάπτονται με την φυλήν Ζαβουλών, την Εκγαί,και την Φθαιήλ προς βορράν. Εισέρχονται εις την Σαφθαιβαιθμέ και την Ιναήλ και από εκεί κατευθύνονται εις Χωβαμασομέλ,
 
ΙτΝ. 19,28 καὶ Ἐλβὼν καὶ Ῥαὰβ καὶ Ἐμεμαὼν καὶ Κανθὰν ἕως Σιδῶνος τῆς μεγάλης,
ΙτΝ. 19,28 εις Ελβών, Ραάβ, Εμεμαών, και Κανθάν μέχρι της μεγάλης πόλεως της Σιδώνος.
 
ΙτΝ. 19,29 καὶ ἀναστρέψει τὰ ὅρια εἰς Ῥαμὰ καὶ ἕως πηγῆς Μασφασσὰτ καὶ τῶν Τυρίων, καὶ ἀναστρέψει τὰ ὅρια ἐπὶ Ἰασίφ, καὶ ἔσται ἡ διέξοδος αὐτοῦ ἡ θάλασσα καὶ Ἀπολὲβ καὶ Ἐχοζὸβ
ΙτΝ. 19,29 Γυρίζουν έπειτα τα όρια εις Ραμά μέχρι της πηγής Μασφασσάτ και της πόλεως των Τυρίων. Στρέφονται έπειτα προς Ιασίφ και καταλήγουν εις την Μεσόγειον Θαλασσαν εις τας πόλεις Απολέβ, Εχοζόβ,
 
ΙτΝ. 19,30 καὶ Ἀρχὸβ καὶ Ἀφὲκ καὶ Ῥααῦ.
ΙτΝ. 19,30 Αρχόβ, Αφέκ, και Ρααύ.
 
ΙτΝ. 19,31 αὕτη ἡ κληρονομία φυλῆς υἱῶν Ἀσὴρ κατὰ δήμους αὐτῶν, πόλεις καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν.
ΙτΝ. 19,31 Αυτή είναι η κληρονομηθείσα περιοχή εις την φυλήν Ασήρ και τους δήμους αυτής, αι πόλεις και αι κώμαι των πόλεων.
 
ΙτΝ. 19,32 Καὶ τῷ Νεφθαλὶ ἐξῆλθεν ὁ κλῆρος ὁ ἕκτος.
ΙτΝ. 19,32 Ο έκτος κλήρος έπεσεν εις την φυλήν του Νεφθαλί.
 
ΙτΝ. 19,33 καὶ ἐγενήθη τὰ ὅρια αὐτῶν Μοολὰμ καὶ Μωλὰ καὶ Βεσεμιΐν καὶ Ἀρμὲ καὶ Ναβὸκ καὶ Ἰεφθαμαὶ ἕως Δωδάμ, καὶ ἐγενήθησαν αἱ διέξοδοι αὐτοῦ Ἰορδάνης·
ΙτΝ. 19,33 Ει τα όρια αυτής ήσαν αι πόλεις Μοολάμ, Μωλά, Βεσεμιΐν, Αρμέ, Ναβόκ και Ιεφθαμαί μέχρι της Δωδάμ. Κατέληγον δε στον Ιορδάνην ποταμόν.
 
ΙτΝ. 19,34 καὶ ἐπιστρέψει τὰ ὅρια ἐπὶ θάλασσαν Ἐνὰθ Θαβὼρ καὶ διελεύσεται ἐκεῖθεν Ἰακανὰ καὶ συνάψει τῷ Ζαβουλὼν ἀπὸ νώτου καὶ Ἀσὴρ συνάψει κατὰ θάλασσαν, καὶ ὁ Ἰορδάνης ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου.
ΙτΝ. 19,34 Επειτα εστρέφοντο προς δυσμάς εις Ενάθ και Θαβώρ. Από εκεί διήρχοντο εις Ιακανά, συνώρευαν προς νότον με την φυλήν Ζαβουλών και προς δυσμάς με την φυλήν Ασήρ· προς ανατολάς ήτο ο Ιορδάνης ποταμός.
 
ΙτΝ. 19,35 καὶ αἱ πόλεις τειχήρεις τῶν Τυρίων, Τύρος καὶ Ὠμαθά, Δακὲθ καὶ Κενερὲθ
ΙτΝ. 19,35 Αι οχυραί πόλεις των κατοίκων της Τυρου ήσαν η Τυρος, η Ωμαθά, η Δακέθ, η Κενερέθ,
 
ΙτΝ. 19,36 καὶ Ἀρμαΐθ καὶ Ἀραὴλ καὶ Ἀσὼρ
ΙτΝ. 19,36 η Αρμαΐθ, η Αραήλ, η Ασώρ,
 
ΙτΝ. 19,37 καὶ Κάδες καὶ Ἀσσαρὶ καὶ πηγὴ Ἀσὸρ
ΙτΝ. 19,37 η Καδες, η Ασσαρί, η πηγή Ασόρ,
 
ΙτΝ. 19,38 καὶ Κερωὲ καὶ Μεγαλὰ Ἀρὶμ καὶ Βαιθθαμὲ καὶ Θεσσαμύς.
ΙτΝ. 19,38 η Κερωέ, η Μεγαλά Αρίμ, η Βαιθθαμέ και η Θεσσαμύς.
 
ΙτΝ. 19,39 αὕτη ἡ κληρονομία φυλῆς υἱῶν Νεφθαλί.
ΙτΝ. 19,39 Αυτή είναι η δια κλήρου δοθείσα περιοχή εις την φυλήν Νεφθαλί.
 
ΙτΝ. 19,40 Καὶ τῷ Δὰν ἐξῆλθεν ὁ κλῆρος ὁ ἕβδομος.
ΙτΝ. 19,40 Ο έβδομος κλήρος εβγήκε δια την φυλήν Δαν.
 
ΙτΝ. 19,41 καὶ ἐγενήθη τὰ ὅρια αὐτῶν Σαρὰθ καὶ Ἀσὰ καὶ πόλεις Σαμμάυς
ΙτΝ. 19,41 Εις τα όρια της κληρονομηθείσης περιοχής ήσαν η Σαράθ, η Ασά και αι πόλεις·
 
ΙτΝ. 19,42 καὶ Σαλαμὶν καὶ Ἀμμὼν καὶ Σιλαθὰ
ΙτΝ. 19,42 η Σαμάϋς, η Σαλαμίν, η Αμμών, η Εφαθά,
 
ΙτΝ. 19,43 καὶ Ἐλὼν καὶ Θαμναθὰ καὶ Ἀκκαρὼν
ΙτΝ. 19,43 η Ελών, η Θαμναθά, η Ακκαρών,
 
ΙτΝ. 19,44 καὶ Ἀλκαθὰ καὶ Βεγεθὼν καὶ Γεβεελὰν
ΙτΝ. 19,44 η Αλκαθά, η Βεγεθών, η Γεβεελάν,
 
ΙτΝ. 19,45 καὶ Ἀζὼρ καὶ Βαναιβακὰτ καὶ Γεθρεμών,
ΙτΝ. 19,45 η Αζώρ, η Βαναιβακάτ και η Γεθρεμμών.
 
ΙτΝ. 19,46 καὶ ἀπὸ θαλάσσης Ἱεράκων ὅριον πληρίον Ἰόππης.
ΙτΝ. 19,46 Από δυσμάς δε τα όρια έφθαναν εις Ιεράκων, πλησίον της Ιόππης.
 
ΙτΝ. 19,47 αὕτη ἡ κληρονομία φυλῆς υἱῶν Δὰν κατὰ δήμους αὐτῶν, αἱ πόλεις αὐτῶν καὶ αἱ κῶμαι αὐτῶν. καὶ οὐκ ἐξέθλιψαν οἱ υἱοὶ Δὰν τὸν Ἀμοῤῥαῖον τὸν θλίβοντα αὐτοὺς ἐν τῷ ὄρει· καὶ οὐκ εἴων αὐτοὺς οἱ Ἀμοῤῥαῖοι καταβῆναι εἰς τὴν κοιλάδα καὶ ἔθλιψαν ἀπ᾿ αὐτῶν τὸ ὅριον τῆς μερίδος αὐτῶν.
ΙτΝ. 19,47 Αυτή ήτο η κληρονομηθείσα περιοχή εις την φυλήν Δαν και τους δήμους αυτής, αι πόλεις και αι κώμαι των. Οι της φυλής Δαν δεν κατεδίωξαν τους Αμορραίους, οι οποίοι εν τούτοις επιεζαν την φυλήν Δαν εις την ορεινήν περιοχήν. Οι Αμορραίοι δεν άφηναν τους ανθρώπους της φυλής Δαν να καταβαίνουν εις την πεδιάδα και γενικώς εστενοχωρούσαν οι Αμορραίοι καθ' όλην την έκτασιν την περιοχήν της φυλής Δαν.
 
ΙτΝ. 19,48 καὶ ἐπορεύθησαν οἱ υἱοὶ Δὰν καὶ ἐπολέμησαν τὴν Λαχὶς καὶ κατελάβοντο αὐτὴν καὶ ἐπάταξαν αὐτὴν ἐν στόματι μαχαίρας καὶ κατῴκησαν αὐτὴν καὶ ἐκάλεσαν τὸ ὄνομα αὐτῆς Λασενδὰκ καὶ ὁ Ἀμοῤῥαῖος ὑπέμεινε τοῦ κατοικεῖν ἐν Ἐλὼμ καὶ ἐν Σαλαμίν· καὶ ἐβαρύνθη ἡ χεὶρ τοῦ Ἐφραὶμ ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ ἐγένοντο αὐτοῖς εἰς φόρον.
ΙτΝ. 19,48 Οι άνδρες τότε της φυλής Δαν επορεύθησαν και επολέμησαν την Λαχίς, την οποίαν κατέλαβαν και επέρασαν εν στόματι μαχαίρας τους κατοίκους αυτής. Εγκατεστάθησαν εις αυτήν και την μετωνόμασαν Λασενδάκ. Οι Αμορραίοι εν τούτοις εξακολουθούσαν να κατοικούν εις Ελώμ και εις Σαλαμίν. Η φυλή όμως του Εφραίμ τους εξηνάγκασεν εις υποταγήν και τους έκαμε φόρου υποτελείς.
 
ΙτΝ. 19,49 Καὶ ἐπορεύθησαν ἐμβατεῦσαι τὴν γῆν κατὰ τὸ ὅριον αὐτῶν. καὶ ἔδωκαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ κλῆρον τῷ Ἰησοῖ τῷ υἱῷ Ναυὴ ἐν αὐτοῖς
ΙτΝ. 19,49 Αφού έληξεν η διανομή επορεύθησαν αι φυλαί των Ισραηλιτών δια να εισέλθουν εις την κληρωθείσαν δι' εκάστην από αυτάς περιοχήν. Οι Ισραηλίται έδωσαν κληρονομίαν μεταξύ των στον Ιησούν τον υιόν του Ναυη,
 
ΙτΝ. 19,50 διὰ προστάγματος τοῦ Θεοῦ· καὶ ἔδωκαν αὐτῷ τὴν πόλιν, ἣν ᾐτήσατο, Θαμνασαράχ, ἥ ἐστιν ἐν τῷ ὄρει Ἐφραίμ· καὶ ᾠκοδόμησε τὴν πόλιν καὶ κατῴκει ἐν αὐτῇ.
ΙτΝ. 19,50 σύμφωνα με την εντολήν του Θεού· έδωκαν εις αυτόν ως μερίδιον την πόλιν, την οποίαν εζήτησε, την Θαμνασαράχ, η οποία ευρίσκετο στο όρος Εφραίμ. Ανοικοδόμησε και ωχύρωσεν ο Ιησούς του Ναυή την πόλιν αυτήν και εγκατεστάθη εις αυτήν.
 
ΙτΝ. 19,51 αὗται αἱ διαιρέσεις ἃς κατεκληρονόμησεν Ἐλεάζαρ ὁ ἱερεὺς καὶ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυὴ καὶ οἱ ἄρχοντες τῶν πατριῶν ἐν ταῖς φυλαῖς Ἰσραὴλ κατὰ κλήρους ἐν Σηλώ, ἔναντι Κυρίου, παρὰ τὰς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου· καὶ ἐπορεύθησαν ἐμβατεῦσαι τὴν γῆν.
ΙτΝ. 19,51 Αυταί είναι αι κληροδοτηθείσαι περιοχαί, τας οποίας ο Αρχιερεύς Ελεάζαρ, ο Ιησούς του Ναυή και οι άρχοντες των φυλών του Ισραήλ έδωσαν δια κλήρου εις τας φυλάς εν Σηλώ, ενώπιον του Κυρίου πλησίον δηλαδή εις τας θύρας της Σκηνής του Μαρτυρίου. Επειτα από την διανομήν μετέβησαν αι φυλαι δια να εγκατασταθούν εις την κληρονομηθείσαν γην.
 
Κεφάλαιο 20ο
ΙτΝ. 20,1 Καὶ ἐλάλησε Κύριος τῷ Ἰησοῖ λέγων·
ΙτΝ. 20,1 Επειτα από αυτά ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Ιησούν λέγων·
 
ΙτΝ. 20,2 λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγων· δότε τὰς πόλεις τῶν φυγαδευτηρίων, ἃς εἶπα πρὸς ὑμᾶς διὰ Μωυσῆ.
ΙτΝ. 20,2 “ειπέ προς τους Ισρσηλίτας τα εξής· Δωσατε τώρα τας πόλεις που θα χρησιμεύσουν ως άσυλα, όπως σας διέταξα άλλοτε δια του Μωϋσή.
 
ΙτΝ. 20,3 φυγαδευτήριον τῷ φονευτῇ τῷ πατάξαντι ψυχὴν ἀκουσίως, καὶ ἔσονται ὑμῖν αἱ πόλεις φυγαδευτήριον, καὶ οὐκ ἀποθανεῖται ὁ φονευτὴς ὑπό τοῦ ἀγχιστεύοντος τὸ αἷμα, ἕως ἂν καταστῇ ἐναντίον τῆς συναγωγῆς εἰς κρίσιν [( Ἐκ τοῦ κώδ. Α)
ΙτΝ. 20,3 Καθε μία από τας πόλεις άσυλα θα είναι καταφύγιον δια τον φονέα ο οποίος ακουσίως εφόνευσεν άνθρωπον. Αι πόλεις αυταί θα είναι απαραβίαστα καταφύγια όπου δεν έχει το δικαίωμα ο συγγενής του φονευθέντος να εκτελέση τον φονευτήν, μέχρις ότου αυτός προσαχθή ενώπιον του λαού και εισαχθή εις δίκην.
 
ΙτΝ. 20,4 Καὶ φεύξεται εἰς μίαν τῶν πόλεων τούτων καὶ στήσεται ἐπὶ τὴν θύραν τῆς πόλεως καὶ λαλήσει ἐν τοῖς ὠσὶ τῶν πρεσβυτέρων τῆς πόλεως ἐκείνης τοὺς λόγους τούτους καὶ ἐπιστρέψουσιν αὐτὸν ἡ συναγωγὴ πρὸς αὐτοὺς καὶ δώσουσιν αὐτῷ τόπον καὶ κατοικήσει μετ᾿ αὐτῶν
ΙτΝ. 20,4 Ο φονεύς θα τρέξη εις μίαν από τας πόλεις αυτάς, θα σταθή εις την θύραν της πόλεως και θα αναφέρη στους πρεσβυτέρους της πόλεως εκείνης τους λόγους που τον ηνάγκασαν να καταφύγη εις αυτήν. Οι δε πρεσβύτεροι θα δεχθούν πλησίον των τον ακούσιον φονέα και θα παραχωρήσουν εις αυτόν τόπον, δια να κατοικήση μαζή των,
 
ΙτΝ. 20,5 καὶ ὅτι διώξεται ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα ὀπίσω αὐτοῦ καὶ οὐ συγκλείσουσι τὸν φονεύσαντα ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ εἰδὼς ἐπάταξε τὸν πλησίον αὐτοῦ καὶ οὐ μισῶν αὐτὸς αὐτὸν ἀπ᾿ ἐχθὲς καὶ τῆς τρίτης
ΙτΝ. 20,5 διότι ο συγγενής του φονευθέντος θα καταδιώξη τον φονέα. Δεν θα παραδώσουν οι πρεσβύτεροι τον φονέα εις τα χέρια του συγγενούς του φονευθέντος, διότι εκείνος εφόνευσε χωρίς να το θέλη τον πλησίον του, χωρίς να έχη κανένα μίσος και καμμίαν αφορμήν μαζή του κατά τας προηγουμένας ημέρας.
 
ΙτΝ. 20,6 καὶ κατοικήσει ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ ἕως στῇ κατὰ πρόσωπον τῆς συναγωγῆς εἰς κρίσιν ἕως ἀποθάνῃ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας, ὃς ἔσται ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις· τότε ἐπιστρέψει ὁ φονεύσας καὶ ἐλεύσεται εἰς τὴν πόλιν αὐτοῦ καὶ πρὸς τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ πρὸς πόλιν ὅθεν ἔφυγεν ἐκεῖθεν.].
ΙτΝ. 20,6 Ο φονεύς θα παραμείνη εις την πόλιν εκείνην, μέχρις ότου εμφανισθή ενώπιον του λαού, δια να δικασθή νομίμως η μέχρις ότου αποθάνή ο αρχιερεύς, ο οποίος ήτο κατά την περίοδον εκείνην. Τοτε θα επιστρέψη ο ακούσιος φονεύς και θα έλθη εις την πόλιν αυτού, στον οίκον του, εις την πόλιν από όπου έφυγε”.
 
ΙτΝ. 20,7 καὶ διέστειλε τὴν Κάδης ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἐν τῷ ὄρει τῷ Νεφθαλὶ καὶ Συχὲμ ἐν τῷ ὄρει τῷ Ἐφραὶμ καὶ τὴν πόλιν Ἀρβὸκ (αὕτη ἐστὶ Χεβρών) ἐν τῷ ὄρει τῷ Ἰούδα.
ΙτΝ. 20,7 Ο Ιησούς εξεχώρισεν ως άσυλον πόλιν την Καδης εις την Γαλιλαίαν, εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής Νεφθαλί· την Συχέμ, εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής Εφραίμ, και την πόλιν Αρβόκ (αυτή είναι η Χεβρών) εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής του Ιούδα.
 
ΙτΝ. 20,8 καὶ ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἔδωκε Βοσὸρ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐν τῷ πεδίῳ ἀπὸ τῆς φυλῆς Ῥουβὴν καὶ Ἀρημὼθ ἐν τῇ Γαλαὰδ ἐκ τῆς φυλῆς Γάδ, καὶ τὴν Γαυλὼν ἐν τῇ Βασανίτιδι ἐκ τῆς φυλῆς Μανασσῆ.
ΙτΝ. 20,8 Ανατολικώς δε του Ιορδάνου ώρισε την Βοσόρ, η οποία ευρίσκεται εις την έρημον περιοχήν της πεδιάδος επί της φυλής Ρουβήν, την Αρημώθ εις την περιοχήν Γαλαάδ της φυλής του Γαδ και την Γαυλών εις την περιοχήν Βασάν της φυλής Μανασσή.
 
ΙτΝ. 20,9 αὗται αἱ πόλεις αἱ ἐπίκλητοι τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ τῷ προσηλύτῳ τῷ προσκειμένῳ ἐν αὐτοῖς καταφυγεῖν ἐκεῖ παντὶ παίοντι ψυχὴν ἀκουσίως, ἵνα μὴ ἀποθάνῃ ἐν χειρὶ τοῦ ἀγχιστεύοντος τὸ αἷμα, ἕως ἂν καταστῇ ἔναντι τῆς συναγωγῆς εἰς κρίσιν.
ΙτΝ. 20,9 Αυταί είναι αι καθρρισθείσαι ως ασυλα-πόλεις δια τους Ισραηλίτας, όπως και δια κάθε ξένον που θα έμενε πλησίον των, δια να κοααφεύγη εκεί κάθε ακούσιος φονεύς και να μη φονευθή από το χέρι συγγενούς του φονευθέντος μέχρις ότου εμφανισθή ενώπιον του λαού και δικασθή νομίμως.
 
Κεφάλαιο 21ο
ΙτΝ. 21,1 Καὶ προσήλθοσαν οἱ ἀρχιπατριῶται τῶν υἱῶν Λευὶ πρὸς Ἐλεάζαρ τὸν ἱερέα καὶ Ἰησοῦν τὸν τοῦ Ναυὴ καὶ πρὸς τοὺς ἀρχιφύλους πατριῶν ἐκ τῶν φυλῶν Ἰσραὴλ
ΙτΝ. 21,1 Προσήλθον οι αρχηγοί των οικογενειών της φυλής Λευί προς τον Ελεάζαρ, προς τον Ιησούν υιόν του Ναυή και προς τους άρχοντας των οικογενειών το Ισραήλ,
 
ΙτΝ. 21,2 καὶ εἶπον πρὸς αὐτοὺς ἐν Σηλὼ ἐν γῇ Χαναὰν λέγοντες· ἐνετείλατο Κύριος ἐν χειρὶ Μωυσῆ δοῦναι ἡμῖν πόλεις κατοικεῖν καὶ τὰ περισπόρια τοῖς κτήνεσιν ἡμῶν.
ΙτΝ. 21,2 εις Σηλώ της γης Χαναάν και είπαν προς αυτούς· “ο Κυριος έδωκεν εντολήν δια του Μωϋσέως να δώσετε και εις ημάς πόλεις δια να κατοικούμε και βοσκησίμους περιοχάς δια τα κτήνη μας”.
 
ΙτΝ. 21,3 καὶ ἔδωκαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τοῖς λευίταις ἐν τῷ κατακληρονομεῖν διὰ προστάγματος Κυρίου τὰς πόλεις καὶ τὰ περισπόρια αὐτῶν.
ΙτΝ. 21,3 Οι αρχηγοί του Ισραήλ παρεχώρησαν πράγματι στους Λευίτας απ την ιδικήν των κληρονομίαν, όπως είχε διατάξει ο Κυριος, πόλεις και βοσκησίμους περιοχάς.
 
ΙτΝ. 21,4 καὶ ἐξῆλθεν ὁ κλῆρος τῷ δήμῳ Καάθ, καὶ ἐγένετο τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν τοῖς ἱερεῦσι τοῖς Λευίταις ἀπὸ φυλῆς Ἰούδα καὶ ἀπὸ φυλῆς Συμεὼν καὶ ἀπὸ φυλῆς Βενιαμὶν κληρωτὶ πόλεις δεκατρεῖς·
ΙτΝ. 21,4 Ο πρώτος κλήρος που εβγήκε ήτο δια τον δήμον Καάθ. Οι υιοί του αρχιερέως Ααρών, οι ιερείς μεταξύ των Λευιτών, επήραν από την φυλήν Ιούδα, από την φυλήν Συμεών και από την φυλήν Βενιαμίν δια κλήρου δέκα τρεις πόλεις.
 
ΙτΝ. 21,5 καὶ τοῖς υἱοῖς Καὰθ καταλελειμμένοις ἐκ τῆς φυλῆς Ἐφραὶμ καὶ ἐκ τῆς φυλῆς Δὰν καὶ ἀπὸ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ κληρωτὶ πόλεις δέκα·
ΙτΝ. 21,5 Οι άλλοι, οι υπόλοιποι απόγονοι του Καάθ έλαβον από την φυλήν Εφραίμ, από την φυλήν Δαν και από το ήμισυ της φυλής Μανασσή, δια κλήρου, δέκα πόλεις.
 
ΙτΝ. 21,6 καὶ τοῖς υἱοῖς Γεδσὼν ἀπὸ τῆς φυλῆς Ἰσσάχαρ καὶ ἀπὸ τῆς φυλῆς Ἀσὴρ καὶ ἀπὸ τῆς φυλῆς Νεφθαλὶ καὶ ἀπὸ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ ἐν τῇ Βασὰν πόλεις δεκατρεῖς·
ΙτΝ. 21,6 Οι απόγονοι του Γεδσών επήραν δια κλήρου από την φυλήν Ισσάχαρ, από την φυλήν Ασήρ, από την φυλήν Νεφθαλί και από το ήμισυ της φυλής Μανασσή εις την Βασάν δέκα τρεις πόλεις.
 
ΙτΝ. 21,7 καὶ τοῖς υἱοῖς Μεραρὶ κατὰ δήμους αὐτῶν ἀπὸ φυλῆς Ῥουβὴν καὶ ἀπὸ φυλῆς Γὰδ καὶ ἀπὸ φυλῆς Ζαβουλὼν κληρωτὶ πόλεις δώδεκα.
ΙτΝ. 21,7 Οι απόγονοι του Μεραρί έλαβον κατά τους δήμους αυτών από την φυλήν Ρουβήν, από την φυλήν Γαδ και από την φυλήν Ζαβουλών δια κλήρου δώδεκα πόλεις.
 
ΙτΝ. 21,8 καὶ ἔδωκαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τοῖς Λευίταις τὰς πόλεις καὶ τὰ περισπόρια αὐτῶν, ὃν τρόπον ἐνετείλατο Κύριος τῷ Μωυσῇ, κληρωτί.
ΙτΝ. 21,8 Ετσι οι Ισραηλίται έδωκαν δια κλήρου στους Λευίτας τας πόλεις αυτάς και τας βοσκήσιμους περιοχάς των, όπως είχε διατάξει ο Θεός τον Μωϋσήν.
 
ΙτΝ. 21,9 καὶ ἔδωκεν ἡ φυλὴ υἱῶν Ἰούδα καὶ ἡ φυλὴ υἱῶν Συμεὼν καὶ ἀπὸ τῆς φυλῆς υἱῶν Βενιαμὶν τὰς πόλεις ταύτας, καὶ ἐπεκλήθησαν
ΙτΝ. 21,9 Η φυλή Ιούδα, η φυλή του Συμεών και η φυλή του Βενιαμίν έδωσαν τας πόλεις αυτάς αι οποίαι και παρεχωρήθησαν
 
ΙτΝ. 21,10 τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν ἀπὸ τοῦ δήμου τοῦ Καὰθ τῶν υἱῶν Λευί, ὅτι τούτοις ἐγενήθη ὁ κλῆρος.
ΙτΝ. 21,10 στους υιούς του Ααρών, στον δήμον του Καάθ της φυλής Λευι, διότι εις αυτούς έπεσεν ο κλήρος.
 
ΙτΝ. 21,11 καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς τὴν Καριαθαρβὸκ μητρόπολιν τῶν Ἐνὰκ (αὕτη ἐστὶ Χεβρὼν) ἐν τῷ ὄρει Ἰούδα· τὰ δὲ περισπόρια κύκλῳ αὐτῆς
ΙτΝ. 21,11 Εδωκεν εις αυτούς την Καριαθαρβόκ, μητρόπολιν τα Ενάκ (αυτή είναι η Χεβρών) στο όρος του Ιούδα και τας βοσκησίμους περιοχάς γύρω από αυτήν,
 
ΙτΝ. 21,12 καὶ τοὺς ἀγροὺς τῆς πόλεως καὶ τὰς κώμας αὐτῆς ἔδωκεν Ἰησοῦς τοῖς υἱοῖς Χάλεβ υἱοῦ Ἰεφοννὴ ἐν κατασχέσει·
ΙτΝ. 21,12 τους δε αγρούς της πόλεως και τας κώμας αυτής, ο Ιησούς του Ναυή έδωκεν εις κατοχήν στους υιούς του Χαλεβ, υιού του Ιεφοννή.
 
ΙτΝ. 21,13 καὶ τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν ἔδωκε τὴν πόλιν φυγαδευτήριον τῷ φονεύσαντι, τὴν Χεβρὼν καὶ τὰ ἀφωρισμένα τὰ σὺν αὐτῇ καὶ τὴν Λεμνὰ καὶ τὰ ἀφωρισμένα τὰ πρὸς αὐτῇ.
ΙτΝ. 21,13 Εις τους απογόνους του Ααρών έδωκε πόλιν- άσυλον δια τον φονέα, την Χεβρών και τα γύρω αυτής μέρη, την Λεμνά και την περί αυτήν καθωρισμένην περιοχήν,
 
ΙτΝ. 21,14 καὶ τὴν Αἰλὼμ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ τὴν Τεμὰ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ
ΙτΝ. 21,14 Την Αιλώμ με την περιοχήν της, την Τεμά έτήν περιοχήν της,
 
ΙτΝ. 21,15 καὶ τὴν Γελλὰ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ τὴν Δαβὶρ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ
ΙτΝ. 21,15 την Γελλά με την περιοχήν της, την Δαβίρ με την περιοχήν της,
 
ΙτΝ. 21,16 καὶ Ἀσὰ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ Τανὺ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ Βαιθσαμὺς καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ, πόλεις ἐννέα παρὰ τῶν δύο φυλῶν τούτων.
ΙτΝ. 21,16 την Ασά με την βοσκήσιμον περιοχήν της, την Τανύ με την γύρω περιοχήν της, και την Βαιθσαμύς με την γύρω περιοχήν της, εννέα πόλεις από τας δύο αυτάς φυλάς.
 
ΙτΝ. 21,17 καὶ παρὰ τῆς φυλῆς Βενιαμὶν τὴν Γαβαὼν καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ Γαθὲθ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ
ΙτΝ. 21,17 Από την φυλήν Βενιαμίν έδωσε την Γαβαών με την γύρω περιοχήν της, την Γαθέθ με την περιοχήν της,
 
ΙτΝ. 21,18 καὶ Ἀναθὼθ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ Γάμαλα καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ, πόλεις τέσσαρες.
ΙτΝ. 21,18 την Αναθώθ με την γύρω περιοχήν της και την Γαμαλα με την περιοχήν της, εν όλω τέσσαρας πόλεις.
 
ΙτΝ. 21,19 πᾶσαι αἱ πόλεις υἱῶν Ἀαρὼν τῶν ἱερέων δεκατρεῖς.
ΙτΝ. 21,19 Ολαι αι πόλεις των απογόνων του Ααρών, των ιερέων, ήσαν δέκα τρεις.
 
ΙτΝ. 21,20 καὶ τοῖς δήμοις υἱοῖς Καὰθ τοῖς Λευίταις τοῖς καταλελειμμένοις ἀπὸ τῶν υἱῶν Καὰθ καὶ ἐγενήθη ἡ πόλις τῶν ἱερέων αὐτῶν ἀπὸ φυλῆς Ἐφραίμ,
ΙτΝ. 21,20 Εις δε τας οικογενείας των υιών Καάθ, των Λευιτών που ήσαν οι υπόλοιποι απόγονοι του Καάθ εδόθησαν δι' αυτούς τους ιερείς πόλεις από την φυλήν Εφραίμ.
 
ΙτΝ. 21,21 καὶ ἔδωκαν αὐτοῖς τὴν πόλιν τοῦ φυγαδευτηρίου τὴν τοῦ φονεύσαντος, τὴν Συχὲμ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ Γάζαρα καὶ τὰ πρὸς αὐτὴν καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ
ΙτΝ. 21,21 Ετσι οι Ισραηλίται έδωκαν εις αυτούς ως πόλιν- άσυλον δια τον ακούσιον φονέα την Συχέμ με την περιοχήν της, την Γαζαρα με την γύρω περιοχήν της,
 
ΙτΝ. 21,22 καὶ Βαιθωρὼν καὶ τὰ ἀφωρισμένα τὰ αὐτῇ, πόλεις τέσσαρες.
ΙτΝ. 21,22 την Βαιθωρών με την γύρω περιοχήν της, πόλεις τέσσαρας εν συνόλω.
 
ΙτΝ. 21,23 καὶ ἐκ τῆς φυλῆς Δὰν τὴν Ἐλκωθαὶμ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ τὴν Γεθεδὰν καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ
ΙτΝ. 21,23 Από την φυλήν Δαν έδωκαν την Ελκωθαίμ και την γύρω περιοχήν της, την Γεθεδάν και την γύρω περιοχήν της,
 
ΙτΝ. 21,24 καὶ Αἰλὼν καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ τὴν Γεθερεμμὼν καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ, πόλεις τέσσαρες.
ΙτΝ. 21,24 την Αιλών και την γύρω περιοχήν της και την Γεθερεμμών με την γύρω περιοχήν της, πόλεις εν συνόλω τέσσαρας.
 
ΙτΝ. 21,25 καὶ ἀπὸ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ τὴν Τανὰχ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ τὴν Ἰεβαθὰ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ, πόλεις δύο.
ΙτΝ. 21,25 Από το ήμισυ της φυλής του Μανασσή έδωκαν οι Ισραηλίται την Τανάχ με την γύρω περιοχήν της και την Ιεβαθά με την γύρω περιοχήν της, πόλεις δύο.
 
ΙτΝ. 21,26 πᾶσαι πόλεις δέκα καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ τὰ πρὸς αὐταῖς τοῖς δήμοις υἱῶν Καὰθ τοῖς ὑπολελειμμένοις.
ΙτΝ. 21,26 Ολαι δηλαδή αι πόλεις με τας περιοχάς των που εδόθησαν εις τας υπολοίπους οικογενείας του Καάθ ήσαν δέκα.
 
ΙτΝ. 21,27 καὶ τοῖς υἱοῖς Γεδσὼν τοῖς Λευίταις ἐκ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ τὰς πόλεις τὰς ἀφωρισμένας τοῖς φονεύσασι, τὴν Γαυλὼν ἐν τῇ Βασανίτιδι καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ τὴν Βοσορὰν καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ, πόλεις δύο.
ΙτΝ. 21,27 Εις τους απογόνους του Γεδσών, τους Λευίτας, παρεχώρησαν οι Ισραηλίται από την κληρονομίαν του ημίσεος της φυλής Μανασσή ως πόλεις- άσυλα με τας περιοχάς των δια τους ακουσίως φονείς, την Γαυλών εις την Βασανίτιδα χώραν με την περιοχήν της και την Βοσοράν με την περιοχήν της, πόλεις εν όλω δύο.
 
ΙτΝ. 21,28 καὶ ἐκ τῆς φυλῆς Ἰσσάχαρ τὴν Κισὼν καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ τὴν Δεββὰ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ
ΙτΝ. 21,28 Από την φυλήν Ισσάχαρ έδωκαν την Κισών με τους βοσκότοπους της, την Δεββά με τους βοσκότοπους της,
 
ΙτΝ. 21,29 καὶ τὴν Ῥεμμὰθ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ Πηγὴν γραμμάτων καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ, πόλεις τέσσαρες.
ΙτΝ. 21,29 την Ρεμμάθ με τους βοσκοτόπους της και την Πηγήν Γραμμάτων με τους βοσκοτόπους της, πόλεις εν συνόλω τέσσαρας.
 
ΙτΝ. 21,30 καὶ ἐκ τῆς φυλῆς Ἀσὴρ τὴν Βασελλὰν καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ τὴν Δαββὼν καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ
ΙτΝ. 21,30 Από την φυλήν Ασήρ την Βασελλάν με την βοσκήσιμον περιοχήν της, την Δαββών με την βοσκήσιμον περιοχήν της,
 
ΙτΝ. 21,31 καὶ Χελκὰτ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ τὴν Ῥαὰβ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ, πόλεις τέσσαρες.
ΙτΝ. 21,31 την Χελκάτ με την βοσκήσιμον περιοχήν της και την Ραάβ με την βοσκήσιμον περιοχήν της, πόλεις εν όλω τέσσαρας.
 
ΙτΝ. 21,32 καὶ ἐκ τῆς φυλῆς Νεφθαλὶ τὴν πόλιν τὴν ἀφωρισμένην τῷ φονεύσαντι, τὴν Κάδης ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ τὴν Ἐμμὰθ καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ καὶ Θεμμὼν καὶ τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ, πόλεις τρεῖς.
ΙτΝ. 21,32 Από δε την φυλήν Νεφθαλί έδωκαν ως πόλιν- άσυλον δια τον ακουσίως φονεύσαντα, την Καδης εις την Γαλιλαίαν και την βοσκήσιμον περιοχήν της, την Εμμάθ με την βοσκήσιμον περιοχήν της και την Θεμμών με την βοσκήσιμον περιοχήν της, πόλεις εν όλω τρεις.
 
ΙτΝ. 21,33 πᾶσαι αἱ πόλεις τοῦ Γεδσὼν κατὰ δήμους αὐτῶν πόλεις δεκατρεῖς.
ΙτΝ. 21,33 Ολαι αι πόλεις των απογόνων του Γεδσών κατά τους δήμους αυτών ήσαν εν συνόλω δέκα τρεις.
 
ΙτΝ. 21,34 καὶ τῷ δήμῳ υἱῶν Μεραρὶ τοῖς Λευίταις τοῖς λοιποῖς ἐκ τῆς φυλῆς Ζαβουλὼν τὴν Μαὰν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Κάδης καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς
ΙτΝ. 21,34 Εις τον δήμον των απογόνων του Μεραρί, στους άλλους αυτούς Λευίτας, έδωσαν οι Ισραηλίται από την φυλήν Ζαβουλών την Μαάν και την βοσκήσιμον περιοχήν της, την Καδης και την βοσκήσιμον περιοχήν της
 
ΙτΝ. 21,35 καὶ Σελλὰ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς, πόλεις τρεῖς.
ΙτΝ. 21,35 και την Σελλά με την βοσκήσιμον περιοχήν της, πόλεις εν συνόλω τρεις.
 
ΙτΝ. 21,36 καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου τοῦ κατὰ Ἱεριχὼ ἐκ τῆς φυλῆς Ῥουβήν, τὴν πόλιν τὸ φυγαδευτήριον τοῦ φονεύσαντος, τὴν Βοσὸρ ἐν τῇ ἐρήμῳ τῇ Μισὼρ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Ἰαζὴρ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς
ΙτΝ. 21,36 Εδωκαν επίσης ως πόλιν- καταφύγιον δια τον ακουσίως φονεύσαντα, από την περιοχήν της φυλής Ρουβήν, ανατολικώς του Ιορδάνου και απέναντι από την Ιεριχώ, την Βοσόρ εις την έρημον Μισώρ με την βοσκήσιμον περιοχήν της, την Ιαζήρ και την βοσκήσιμον περιοχήν της,
 
ΙτΝ. 21,37 καὶ τὴν Δεκμὼν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Μαφὰ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς, πόλεις τέσσαρες.
ΙτΝ. 21,37 την Δεκμών με την βοσκήσιμον περιοχήν της και την Μαφά με την βοσκήσιμον περιοχήν της, πόλεις εν όλω τέσσαρας.
 
ΙτΝ. 21,38 καὶ ἀπὸ φυλῆς Γὰδ τὴν πόλιν τὸ φυγαδευτήριον τοῦ φονεύσαντος, τὴν Ῥαμὼθ ἐν τῇ Γαλαὰδ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Καμὶν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς
ΙτΝ. 21,38 Από δε την φυλήν Γαδ παρεχώρησαν ως πόλιν- καταφύγιον δια τον ακουσίως φονεύσαντα, την Ραμώθ εις την Γαλαάδ με την βοσκήσιμον περιοχήν της, την Καμίν με την βοσκήσιμον περιοχήν της,
 
ΙτΝ. 21,39 καὶ τὴν Ἐσεβὼν καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς καὶ τὴν Ἰαζὴρ καὶ τὰ περισπόρια αὐτῆς, πᾶσαι αἱ πόλεις τέσσαρες.
ΙτΝ. 21,39 την Εσεβών με την βοσκήσιμον περιοχήν της και την Ιαζήρ με την βοσκήσιμον περιοχήν της, πόλεις εν συνόλω τέσσαρας.
 
ΙτΝ. 21,40 πᾶσαι αἱ πόλεις τοῖς υἱοῖς Μεραρὶ κατὰ δήμους αὐτῶν τῶν καταλελειμμένων ἀπὸ τῆς φυλῆς τῆς Λευί· καὶ ἐγενήθη τὰ ὅρια πόλεις δεκαδύο.
ΙτΝ. 21,40 Ολαι δε αι πόλεις, αι οποίαι παρεχωρήθησαν στους απογόνους του Μεραρί, κατά τας υπολοίπους οικογενείας αυτών από την φυλήν Λευι, ήσαν δώδεκα με τας περιοχάς των.
 
ΙτΝ. 21,41 πᾶσαι αἱ πόλεις τῶν Λευιτῶν ἐν μέσῳ κατασχέσεως υἱῶν Ἰσραὴλ τεσσαράκοντα ὀκτὼ πόλεις καὶ τὰ περισπόρια αὐτῶν κύκλῳ τῶν πόλεων τούτων,
ΙτΝ. 21,41 Εν συνόλω δε αι πόλεις των Λευιτών εν μέσω των κληρονομηθεισών εις τας φυλάς του Ισραήλ περιοχών ήσαν τεσσαράκοντα οκτώ πόλεις με την βοσκήσιμον περιοχήν της εκάστη.
 
ΙτΝ. 21,42 πόλις καὶ τὰ περισπόρια κύκλῳ τῆς πόλεως πάσαις ταῖς πόλεσι ταύταις.
ΙτΝ. 21,42 Καθε πόλις από αυτάς είχε γύρω από αυτήν βοσκήσιμον περιοχήν.
 
ΙτΝ. 21,42α Καὶ συνετέλεσεν Ἰησοῦς διαμερίσας τὴν γῆν ἐν τοῖς ὁρίοις αὐτῶν.
ΙτΝ. 21,42α Ετσι δε ετελείωσεν ο Ιησούς του Ναυή τον καθορισμόν των ορίων δι' εκάστην φυλήν εις την γην Χαναάν.
 
ΙτΝ. 21,42β καὶ ἔδωκαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ μερίδα τῷ Ἰησοῖ κατὰ πρόσταγμα Κυρίου· ἔδωκαν αὐτῷ τὴν πόλιν, ἣν ᾐτήσατο· τὴν Θαμνασαρὰχ ἔδωκαν αὐτῷ ἐν τῷ ὄρει Ἐφραίμ.
ΙτΝ. 21,42β Οι δε Ισραηλίται έδωσαν στον Ιησούν το μερίδιόν του σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου. Εδωκαν δηλαδή εις αυτόν την πόλιν την οποίαν εζήτησε· του έδωκαν την Θαμνασαράχ στο όρος Εφραίμ.
 
ΙτΝ. 21,42γ καὶ ᾠκοδόμησεν Ἰησοῦς τὴν πόλιν καὶ ᾤκησεν ἐν αὐτῇ.
ΙτΝ. 21,42γ Ο δε Ιησούς ανοικοδόμησε και ωχύρωσε την πόλιν και εγκατεστάθη εις αυτήν.
 
ΙτΝ. 21,42δ καὶ ἔλαβεν Ἰησοῦς τὰς μαχαίρας τὰς πετρίνας, ἐν αἷς περιέτεμε τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ τοὺς γενομένους ἐν τῇ ὁδῷ ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἔθηκεν αὐτὰς ἐν Θαμνασαράχ.
ΙτΝ. 21,42δ Ελαβε δε ο Ιησούς τας πετρίνας μαχαίρας με τας οποίας είχε περιτάμει τους Ισραηλίτας, αυτούς που εγεννήθησαν καθ' οδόν μετά την διάβασιν της Ερυθράς Θαλάσσης, και τας έθεσεν εις την πόλιν Θαμνασαράχ.
 
ΙτΝ. 21,43 Καὶ ἔδωκε Κύριος τῷ Ἰσραὴλ πᾶσαν τὴν γῆν, ἣν ὤμοσε δοῦναι τοῖς πατράσιν αὐτῶν, καὶ κατεκληρονόμησαν αὐτὴν καὶ κατῴκησαν ἐν αὐτῇ.
ΙτΝ. 21,43 Ετσι ο Κυριος έδωκεν στον ισραηλιτικόν λαόν όλην την χώραν, την οποίαν είχεν υποσχεθή με όρκον στους πατριάρχας των ότι θα δώση. Οι Ισραηλίται έλαβον την κληρονομίαν αυτήν και εγκατεστάθη κάθε φυλή εις την περιοχήν της.
 
ΙτΝ. 21,44 καὶ κατέπαυσεν αὐτοὺς Κύριος κυκλόθεν, καθὰ ὤμοσε τοῖς πατράσιν αὐτῶν· οὐκ ἀντέστη οὐθεὶς κατενώπιον αὐτῶν ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν· πάντας τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν παρέδωκε Κύριος εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν.
ΙτΝ. 21,44 Ο Κυριος εγκατέστησε και ησφάλισεν αυτούς από τους γύρω λαούς, όπως είχεν υποσχεθή στους πατριάρχας των. Κανείς από τους γύρω των εχθρούς δεν αντεστάθη εις αυτούς. Ο Κυριος παρέδωκεν εις τα χέρια αυτών όλους τους εχθρούς των.
 
ΙτΝ. 21,45 οὐ διέπεσεν ἀπὸ πάντων τῶν ῥημάτων τῶν καλῶν, ὧν ἐλάλησε Κύριος τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· πάντα παρεγένετο.
ΙτΝ. 21,45 Από όλας τας ωραίας υποσχέσεις, που είχε δώσει ο Κυριος στους Ισραηλίτας, καμμία δεν έμεινεν ανεκπλήρωτος. Ολαι εξεπληρώθησαν.
 
Κεφάλαιο 22ο
ΙτΝ. 22,1 Τότε συνεκάλεσεν Ἰησοῦς τοὺς υἱοὺς Ῥουβὴν καὶ τοὺς υἱοὺς Γὰδ καὶ τὸ ἥμισυ φυλῆς Μανασσῆ
ΙτΝ. 22,1 Τοτε ο Ιησούς προσεκάλεσε την φυλήν Ρουβήν, την φυλήν Γαδ και την ημίσειαν από την φυλήν Μανασσή,
 
ΙτΝ. 22,2 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἀκηκόατε πάντα, ὅσα ἐνετείλατο ὑμῖν Μωυσῆς ὁ παῖς Κυρίου, καὶ ὑπηκούσατε τῆς φωνῆς μου κατὰ πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν.
ΙτΝ. 22,2 και είπε προς αυτούς· “σεις έχετε πράγματι υπακούσει εις όλα όσα ο Μωϋσής, ο δούλος του Κυρίου, σας διέταξε. Υπηκούσατε επίσης και εις την ιδικήν μου φωνήν, εις όλα όσα εγώ σας διέταξα.
 
ΙτΝ. 22,3 οὐκ ἐγκαταλελοίπατε τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν ταύτας τὰς ἡμέρας καὶ πλείους ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας· ἐφυλάξασθε τὴν ἐντολὴν Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν.
ΙτΝ. 22,3 Δεν εγκατελείψατε τους αδελφούς σας Ισραηλίτας καθ' όλον το μακρόν διάστημα δια την κατάκτησιν της Χαναάν μέχρι την σημερινήν ημέραν. Ετηρήσατε την εντολήν Κυρίου του Θεού σας.
 
ΙτΝ. 22,4 νῦν δὲ κατέπαυσε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν, ὃν τρόπον εἶπεν αὐτοῖς· νῦν οὖν ἀποστραφέντες ἀπέλθατε εἰς τοὺς οἴκους ὑμῶν καὶ εἰς τὴν γῆν τῆς κατασχέσεως ὑμῶν, ἣν ἔδωκεν ὑμῖν Μωυσῆς ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου.
ΙτΝ. 22,4 Τωρα Κυριος ο Θεός μας εγκατέστησε τους αδελφούς μας, όπως είχεν υποσχεθή εις αυτούς. Και λοιπόν τώρα επιστρέψατε και σεις και πηγαίνετε στους οίκους σας, εις την χώραν της ιδιοκτησίας σας, την οποίαν σας έδωοεν ο Μωϋσής ανατολικώς από τον Ιορδάνην.
 
ΙτΝ. 22,5 ἀλλὰ φυλάξασθε σφόδρα ποιεῖν τὰς ἐντολὰς καὶ τὸν νόμον, ὃν ἐνετείλατο ἡμῖν ποιεῖν Μωυσῆς ὁ παῖς Κυρίου, ἀγαπᾶν Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, πορεύεσθαι πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ, φυλάξασθαι τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ προσκεῖσθαι αὐτῷ καὶ λατρεύειν αὐτῷ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας ὑμῶν καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ὑμῶν.
ΙτΝ. 22,5 Προσέξατε όμως πάρα πολύ ώστε να τηρήτε τας εντολάς του Θεού και όλον γενικώς τον νόμον του, τον οποίον ο Μωϋσής ο δούλος του Θεού, διέταξεν ημάς να τηρούμεν και να εφαρμόζωμεν· δηλαδή να αγαπώμεν Κυριον τον Θεόν μας, να πορευώμεθα στους δρόμους των εντολών του, να φυλάττωμεν τας εντολάς του, να είμεθα προσκεκολλημένοι εις αυτόν. Αυτόν μόνον να λατρεύετε με όλην σας την καρδίαν και με όλην σας την ψυχήν”.
 
ΙτΝ. 22,6 καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Ἰησοῦς καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτούς, καὶ ἐπορεύθησαν εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν.
ΙτΝ. 22,6 Ευλόγησε τότε αυτούς ο Ιησούς και τους κατευώδωσεν. Αυτοί δε επορεύθησαν στους οίκους των.
 
ΙτΝ. 22,7 καὶ τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῆ ἔδωκε Μωυσῆς ἐν τῇ Βασανίτιδι, καὶ τῷ ἡμίσει ἔδωκεν Ἰησοῦς μετὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου παρὰ τὴν θάλασσαν. καὶ ἡνίκα ἐξαπέστειλεν αὐτοὺς Ἰησοῦς εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν καὶ εὐλόγησεν αὐτούς,
ΙτΝ. 22,7 Ο Μωϋσής είχε δώσει στο ήμισυ της φυλής Μανασσή ένα τμήμα από την χώραν Βασάν, ο δε Ιησούς του Ναυή έδωκεν επίσης μερίδιον στο άλλο ήμισυ της φυλής Μανασσή εις την εντεύθεν του Ιορδάνου προς δυσμάς περιοχήν, όπως έδωσε και εις τας άλλας φυλάς του Ισραήλ. Οταν δε ο Ιησούς απέστειλεν αυτούς στους οίκους των τους ηυλόγησεν.
 
ΙτΝ. 22,8 καὶ ἐν χρήμασι πολλοῖς ἀπήλθοσαν εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν, καὶ κτήνη πολλὰ σφόδρα καὶ ἀργύριον καὶ χρυσίον καὶ σίδηρον καὶ ἱματισμὸν πολὺν διείλαντο τὴν προνομὴν τῶν ἐχθρῶν μετὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν.
ΙτΝ. 22,8 Εκείνοι δε με εφόδια πολλά απήλθον εις τας οικογενείας των πέραν του Ιορδάνου με κτήνη πάρα πολλά, με πολύ χρυσίον και αργύριον και σίδηρον και πολύν ιματισμόν, διότι ούτοι διεμοιράσθησαν μαζή με τους άλλους αδελφούς των Ισραηλίτας τα λάφυρα των εχθρών των.
 
ΙτΝ. 22,9 Καὶ ἐπορεύθησαν οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν καὶ οἱ υἱοὶ Γὰδ καὶ τὸ ἥμισυ φυλῆς Μανασσῆ ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐκ Σηλὼ ἐν γῇ Χαναὰν ἀπελθεῖν εἰς τὴν Γαλαὰδ εἰς γῆν κατασχέσεως αὐτῶν, ἣν ἐκληρονόμησαν αὐτὴν διὰ προστάγματος Κυρίου ἐν χειρὶ Μωυσῆ.
ΙτΝ. 22,9 Η φυλή του Ρουβήν, η φυλή του Γαδ και το ήμισυ της φυλής του Μανασσή ανεχώρησαν από την Σηλώ που ευρίσκεται εις την γην Χαναάν, δια να πορευθούν εις την χώραν, την οποίαν θα είχον πλέον υπό την κατοχήν των, και την οποίαν έλαβον ως κληρονομίαν από τον Μωϋσήν κατόπιν εντολής του Κυρίου.
 
ΙτΝ. 22,10 καὶ ἦλθον εἰς Γάλγαλα τοῦ Ἰορδάνου, ἥ ἐστιν ἐν γῇ Χαναάν, καὶ ᾠκοδόμησαν οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν καὶ οἱ υἱοὶ Γὰδ καὶ τὸ ἥμισυ φυλῆς Μανασσῆ ἐκεῖ βωμὸν ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου, βωμὸν μέγαν τοῦ ἰδεῖν.
ΙτΝ. 22,10 Ηλθον εις Γαλγαλα, πλησίον του Ιορδάνου η πόλις αυτή ευρίσκεται εις την γην Χαναάν και ανοικοδόμησαν αι φυλαί αυταί, Ρουβήν, Γαδ και το ήμισυ της φυλής Μανασσή, βωμόν εκεί μεγάλον και περίβλεπτον.
 
ΙτΝ. 22,11 καὶ ἤκουσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ λεγόντων· ἰδοὺ ᾠκοδομήκασιν οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν καὶ οἱ υἱοὶ Γὰδ καὶ τὸ ἥμισυ φυλῆς Μανασσῆ βωμὸν ἐφ᾿ ὁρίων γῆς Χαναὰν ἐπὶ τοῦ Γαλαὰδ τοῦ Ἰορδάνου ἐν τῷ πέραν υἱῶν Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 22,11 Οι άλλοι Ισραηλίται ήκουσαν να λέγεται· “ιδού ! Η φυλή Ρουβήν, η φυλή Γαδ και το ήμισυ της φυλής Μανασσή ανοικοδόμησιν βωμόν εντός των ορίων της Χαναάν, εις την χώραν Γαλαάδ του Ιορδάνου ανατολικώς από τους άλλους Ισραηλίτας”.
 
ΙτΝ. 22,12 καὶ συνηθροίσθησαν πάντες οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ εἰς Σηλώ, ὥστε ἀναβάντες ἐκπολεμῆσαι αὐτούς.
ΙτΝ. 22,12 Ολοι οι άλλοι Ισραηλίται συνεκεντρώθησαν εις Σηλώ δια να πολεμήσουν αυτούς εκεί.
 
ΙτΝ. 22,13 καὶ ἀπέστειλαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ πρὸς τοὺς υἱοὺς Ῥουβὴν καὶ πρὸς τοὺς υἱοὺς Γὰδ καὶ πρὸς τοὺς υἱοὺς ἥμισυ φυλῆς Μανασσῆ εἰς γῆν Γαλαὰδ τόν τε Φινεὲς υἱὸν Ἐλεάζαρ υἱοῦ Ἀαρὼν τοῦ ἀρχιερέως
ΙτΝ. 22,13 Προηγουμένως όμως απέστειλαν οι Ισραηλίται προς την φυλήν Ρουβήν, την φυλήν Γαδ και το ήμισυ της φυλής Μανασσή εις την χώραν Γαλαάδ τον Φινεές υιόν του Ελεάζαρ υιού του αρχιερέως Ααρών,
 
ΙτΝ. 22,14 καὶ δέκα τῶν ἀρχόντων μετ᾿ αὐτοῦ, ἄρχων εἷς ἀπὸ οἴκου πατριᾶς ἀπὸ πασῶν φυλῶν Ἰσραήλ· ἄρχοντες οἴκων πατριῶν εἰσι, χιλίαρχοι Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 22,14 και μαζή με αυτόν δέκα άρχοντας, ένα από κάθε πατριαρχικήν οικονένειαν από όλας τας φυλάς του Ισραήλ. Αυτοί ήσαν άρχοντες των πατριαρχικών οικογενειών χιλίαρχοι μεταξύ των Ισραηλιτών.
 
ΙτΝ. 22,15 καὶ παρεγένοντο πρὸς τοὺς υἱοὺς Ῥουβὴν καὶ πρὸς τοὺς υἱοὺς Γὰδ καὶ πρὸς τοὺς ἡμίσεις φυλῆς Μανασσῆ εἰς γῆν Γαλαὰδ καὶ ἐλάλησαν πρὸς αὐτοὺς λέγοντες·
ΙτΝ. 22,15 Αυτοί ήλθαν εκεί όπου ήσαν αι φυλαί Ρουβήν, Γαδ και το ήμισυ της φυλής Μανασσή, εις την χώραν Γαλαάδ και είπαν προς αυτούς.
 
ΙτΝ. 22,16 τάδε λέγει πᾶσα ἡ συναγωγὴ Κυρίου· τίς ἡ πλημμέλεια αὕτη, ἣν ἐπλημμελήσατε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ, ἀποστραφῆναι σήμερον ἀπὸ Κυρίου οἰκοδομήσαντες ὑμῖν ἑαυτοῖς βωμόν, ἀποστάτας ὑμᾶς γενέσθαι ἀπὸ τοῦ Κυρίου;
ΙτΝ. 22,16 “Αυτά λέγει προς σας όλος ο λαός του Κυρίου. Εσκεφθήκατε πόσον μεγάλη είναι η αμαρτία αυτή, την οποίαν διεπράξατε ενώπιον του Θεού του Ισραήλ, ώστε να αποστατήσετε σήμερον από τον Κυριον οικοδομούντες σεις δια τον εαυτόν σας βωμόν και να γίνετε έτσι αποστάται από τον Κυριον;
 
ΙτΝ. 22,17 μὴ μικρὸν ὑμῖν τὸ ἁμάρτημα Φογώρ; ὅτι οὐκ ἐκαθαρίσθημεν ἀπ᾿ αὐτοῦ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης καὶ ἐγενήθη πληγὴ ἐν τῇ συναγωγῇ Κυρίου.
ΙτΝ. 22,17 Μηπως είναι μικρόν και ασήμαντον το αμάρτημα, το οποίον διεπράξατε εις Φογώρ; Είναι βαρύ και μέγα. Και απόδειξις ότι μέχρι της ημέρας αυτής δεν έχομεν εξαγνισθή ακόμη καίτοι σκληρώς ετιμωρήθη ο λαός του Κυρίου.
 
ΙτΝ. 22,18 καὶ ὑμεῖς ἀπεστράφητε σήμερον ἀπὸ Κυρίου; καὶ ἔσται ἐὰν ἀποστῆτε σήμερον ἀπὸ Κυρίου, καὶ αὔριον ἐπὶ πάντα Ἰσραὴλ ἔσται ἡ ὀργή.
ΙτΝ. 22,18 Και παρ' όλα αυτά σεις σήμερον απεστατήσατε από τον Κυριον; Εάν πράγματι σήμερον εγινατε αποστάται από τον Κυριον, αύριον θα εκσπάση η οργή του Κυρίου εναντίον όλου του ισραηλιτικού λαού.
 
ΙτΝ. 22,19 καὶ νῦν εἰ μικρὰ ἡ γῆ ὑμῶν τῆς κατασχέσεως ὑμῶν, διάβητε εἰς τὴν γῆν τῆς Κυρίου κατασχέσεως, οὗ κατασκηνοῖ ἐκεῖ ἡ σκηνὴ Κυρίου, καὶ κατακληρονομήσατε ἐν ἡμῖν· καὶ μὴ ἀπὸ Θεοῦ ἀποστάται γενήθητε καὶ ὑμεῖς μηδ᾿ ἀπόστητε ἀπὸ Κυρίου διὰ τὸ οἰκοδομῆσαι ὑμᾶς βωμὸν ἔξω τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
ΙτΝ. 22,19 Και τώρα, εάν έχετε την γνώμην ότι η χώρα της κληρονομίας σας είναι μικρά, διαβήτε τον Ιορδάνην, επιστρέψατε εις την περιοχήν που ανήκει στον Κυριον εκεί όπου ευρίσκεται η Σκηνή του Μαρτυρίου και εγκατασταθήτε μεταξύ μας. Αλλά μη αποστατήτε από τον Θεόν. Μη αποστατήτε από τον Κυριον και μη οικοδομήτε βωμόν έξω από το θυσιαστήριον Κυρίου του Θεού μας.
 
ΙτΝ. 22,20 οὐκ ἰδοὺ Ἄχαρ ὁ τοῦ Ζαρᾶ πλημμελείᾳ ἐπλημμέλησεν ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος καὶ ἐπὶ πᾶσαν συναγωγὴν Ἰσραὴλ ἐγενήθη ὀργή; καὶ οὗτος εἷς αὐτὸς ἀπέθανε τῇ ἑαυτοῦ ἁμαρτίᾳ.
ΙτΝ. 22,20 Δεν ενθυμείσθε, ότι, όταν ο Αχαρ ο υιός του Ζαρά διέπραξεν αμάρτημα κρατήσας από τα αφιερώματα του Θεού, η θεία οργή εξέσπασεν εναντίον όλου του Ισραηλιτικού λαού; Και αυτός ο αμαρτήσας ήτο ένας, ο οποίος άλλωστε και ετιμωρήθη δια την αμαρτίαν του”.
 
ΙτΝ. 22,21 Καὶ ἀπεκρίθησαν οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν καὶ οἱ υἱοὶ Γὰδ καὶ τὸ ἥμισυ φυλῆς Μανασσῆ καὶ ἐλάλησαν τοῖς χιλιάρχοις Ἰσραὴλ λέγοντες·
ΙτΝ. 22,21 Η φυλή του Ρουβήν, η φυλή του Γαδ και το ήμισυ της φυλής Μανασσή απεκρίθησαν και είπαν στους χιλιάρχους του ισραηλιτικού λαού·
 
ΙτΝ. 22,22 ὁ Θεὸς Θεὸς Κύριός ἐστι, καὶ ὁ Θεὸς Θεὸς αὐτὸς οἶδε, καὶ Ἰσραὴλ αὐτὸς γνώσεται· εἰ ἐν ἀποστασίᾳ ἐπλημμελήσαμεν ἔναντι τοῦ Κυρίου, μὴ ῥύσαιτο ἡμᾶς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ·
ΙτΝ. 22,22 “ο Θεός ημών είναι ο μόνος αληθινός Θεός και Κυριος. Αυτός ο Θεός και Κυριος γνωρίζει την σκέψιν και την πράξιν μας, θα μάθη δε και ο ισραηλιτικός λαός. Εάν εις ένδειξιν αποστασίας διεπράξαμεν τούτο απέναντι του Κυρίου, ας μας τιμωρήση κατ' αυτήν ταύτην την ημέραν !
 
ΙτΝ. 22,23 καὶ εἰ ᾠκοδομήσαμεν ἑαυτοῖς βωμὸν ὥστε ἀποστῆναι ἀπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὥστε ἀναβιβάσαι ἐπ᾿ αὐτὸν θυσίαν ὁλοκαυτωμάτων ἢ ὥστε ποιῆσαι ἐπ᾿ αὐτοῦ θυσίαν σωτηρίου, Κύριος ἐκζητήσει.
ΙτΝ. 22,23 Εάν εκτίσαμεν τον βωμόν αυτόν δια τους εαυτούς μας, ώστε να αποστατήσωμεν από Κυριον τον Θεόν μας και να αναβιβάσωμεν στον βωμόν θυσίαν ολοκαυτώματος η να προσφέρωμεν θυσίαν σωτηρίας, ο Κυριος ας μας ζητήση ευθύνας και ας μας τιμωρήση.
 
ΙτΝ. 22,24 ἀλλ᾿ ἕνεκεν εὐλαβείας ῥήματος ἐποιήσαμεν τοῦτο λέγοντες· ἵνα μὴ εἴπωσιν αὔριον τὰ τέκνα ὑμῶν τοῖς τέκνοις ἡμῶν, τί ὑμῖν καὶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ Ἰσραήλ;
ΙτΝ. 22,24 Αλλά μάθετε ότι αυτό που εκάμαμεν το εκάμαμεν από ευλαβή ελατήρια σκεφθέντες ότι ήτο ενδεχόμενον αύριον τα τέκνα σας να είπουν εις τα ιδικά μας τέκνα· Τι το κοινόν υπάρχει εις σας και εις Κυριον τον Θεόν του ισραηλιτικού λαού;
 
ΙτΝ. 22,25 καὶ ὅρια ἔθηκε Κύριος ἀνὰ μέσον ἡμῶν καὶ ὑμῶν τὸν Ἰορδάνην, καὶ οὐκ ἔστιν ὑμῖν μερὶς Κυρίου. καὶ ἀπαλλοτριώσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν τοὺς υἱοὺς ἡμῶν, ἵνα μὴ σέβωνται Κύριον.
ΙτΝ. 22,25 Ο Κυριος έθεσεν όρια μεταξύ μας και μεταξύ σας τον Ιορδάνην ποταμόν. Καμμίαν λοιπόν μερίδα κληρονομίας δεν έχετε σεις εις την γην της επαγγελίας του Κυρίου. Ετσι δε τα παιδιά σας θα αποξενώσουν τα παιδιά μας, ώστε να μη σέβωνται πλέον τον Κυριον.
 
ΙτΝ. 22,26 καὶ εἴπαμεν ποιῆσαι οὕτω, τοῦ οἰκοδομῆσαι τὸν βωμὸν τοῦτον οὐχ ἕνεκεν καρπωμάτων οὐδὲ ἕνεκεν θυσιῶν,
ΙτΝ. 22,26 Λια τούτο ημείς είπομεν και απεφασίσαμεν να ενεργήσωμεν τοιουτοτρόπως, να κτίσωμεν δηλαδή τον βωμόν αυτόν, όχι δια να προσφέρωμεν θυσίας αιματηράς και αναιμάκτους,
 
ΙτΝ. 22,27 ἀλλ᾿ ἵνα ᾖ τοῦτο μαρτύριον ἀνὰ μέσον ἡμῶν καὶ ὑμῶν καὶ ἀνὰ μέσον τῶν γενεῶν ἡμῶν μεθ᾿ ἡμᾶς, τοῦ λατρεύειν λατρείαν Κυρίου ἐναντίον αὐτοῦ, ἐν τοῖς καρπώμασιν ἡμῶν καὶ ἐν ταῖς θυσίαις ἡμῶν καὶ ἐν ταῖς θυσίαις τῶν σωτηρίων ἡμῶν· καὶ οὐκ ἐροῦσι τὰ τέκνα ὑμῶν τοῖς τέκνοις ἡμῶν αὔριον· οὐκ ἔστιν ὑμῖν μερὶς Κυρίου.
ΙτΝ. 22,27
 
ΙτΝ. 22,28 καὶ εἴπομεν· ἐὰν γένηταί ποτε καὶ λαλήσωσι πρὸς ἡμᾶς καὶ ταῖς γενεαῖς ἡμῶν αὔριον, καὶ ἐροῦσιν· ἴδετε ὁμοίωμα τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου, ὃ ἐποίησαν οἱ πατέρες ἡμῶν οὐχ ἕνεκεν καρπωμάτων οὐδὲ ἕνεκεν θυσιῶν, ἀλλὰ μαρτύριόν ἐστιν ἀνὰ μέσον ὑμῶν καὶ ἀνὰ μέσον ἡμῶν καὶ ἀνὰ μέσον τῶν υἱῶν ἡμῶν.
ΙτΝ. 22,28 Εσκέφθημεν και είπομεν, εάν συμβή και ομιλήσουν ποτέ έτσι οι απόγονοί σας εις ημάς και τους απογόνους μας, οι απόγονοί μας θα είπουν· Ιδέτε, ομοίωμα του θυσιαστηρίου του Κυρίου είναι ο βωμός, τον οποίον έκτισαν οι πατέρες μας όχι δια να προσφέρουν θυσίας αιματηράς και αναιμάκτους, αλλά δια να είναι τρανή μαρτυρία μεταξύ σας και μεταξύ μας και μεταξύ των απογόνων μας.
 
ΙτΝ. 22,29 μὴ γένοιτο οὖν ἡμᾶς ἀποστραφῆναι ἀπὸ Κυρίου ἐν τῇ σήμερον ἡμέρᾳ ἀποστῆναι ἀπὸ Κυρίου, ὥστε οἰκοδομῆσαι ἡμᾶς θυσιαστήριον τοῖς καρπώμασι καὶ ταῖς θυσίαις Σαλαμὶν καὶ τῇ θυσίᾳ τοῦ σωτηρίου, πλὴν τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου, ὅ ἐστιν ἐναντίον τῆς σκηνῆς αὐτοῦ.
ΙτΝ. 22,29 Μη γένοιτο λοιπόν ποτέ να απομακρυνθώμεν ημείς και να αποστατήσωμεν από τον Κυριον κατά την ημέραν αυτήν, ώστε να ανοικοδομήσωμεν ημείς άλλο θυσιαστήριον δια τας αιματηράς και αναιμάκτους θυσίας, δια τας θυσίας σωτηρίου, εκτός από το ένα και μόνον θυσιαστήριον του Κυρίου, το οποίον υπάρχει ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου”.
 
ΙτΝ. 22,30 Καὶ ἀκούσας Φινεὲς ὁ ἱερεὺς καὶ πάντες οἱ ἄρχοντες τῆς συναγωγῆς Ἰσραήλ, οἳ ἦσαν μετ᾿ αὐτοῦ, τοὺς λόγους, οὓς ἐλάλησαν οἱ υἱοὶ Ῥουβὴν καὶ οἱ υἱοὶ Γὰδ καὶ τὸ ἥμισυ φυλῆς Μανασσῆ, καὶ ἤρεσεν αὐτοῖς.
ΙτΝ. 22,30 Ο ιερεύς Φινεές και όλοι οι άρχοντες του ισραηλιτικού λαού, που ήσαν μαζή του, όταν ήκουσαν τας εξηγήσεις, τας οποίας είπαν η φυλή Ρουβήν, η φυλή Γαδ και το ήμισυ της φυλής Μανασσή ηυχαριστήθησαν.
 
ΙτΝ. 22,31 καὶ εἶπε Φινεὲς ὁ ἱερεὺς τοῖς υἱοῖς Ῥουβὴν καὶ τοῖς υἱοῖς Γὰδ καὶ τῷ ἡμίσει φυλῆς Μανασσῆ· σήμερον ἐγνώκαμεν ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν Κύριος, διότι οὐκ ἐπλημμελήσατε ἐναντίον Κυρίου πλημμέλειαν καὶ ὅτι ἐῤῥύσασθε τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐκ χειρὸς Κυρίου.
ΙτΝ. 22,31 Είπε δε ο ιερεύς Φινεές εις την φυλήν Ρουβήν, εις την φυλήν Γαδ και στο ήμισυ της φυλής Μανασσή· “σήμερον εγνωρίσαμεν καλά και επείσθημεν ότι ο Κυριος είναι μαζή μας, διότι δεν διεπράξατε αμαρτίαν ενώπιον του Κυρίου και ότι εγλυτώσατε τους Ισραηλίτας από την τιμωρόν χείρα του Κυρίου”.
 
ΙτΝ. 22,32 καὶ ἀπέστρεψε Φινεὲς ὁ ἱερεὺς καὶ οἱ ἄρχοντες ἀπὸ τῶν υἱῶν Ῥουβὴν καὶ ἀπὸ τῶν υἱῶν Γὰδ καὶ ἀπὸ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ ἐκ τῆς Γαλαὰδ εἰς γῆν Χαναὰν πρὸς τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ καὶ ἀπεκρίθησαν αὐτοῖς τοὺς λόγους,
ΙτΝ. 22,32 Ο Φινεές ο ιερεύς μαζή δέ με αυτόν οι άρχοντες της φυλής Ρουβήν, της φυλής Γαδ και του ημίσεος της φυλής Μανασσή επέστρεψαν από την περιοχήν Γαλαάδ εις την Χαναάν προς τους Ισραηλίτας και ανεκοίνωσαν εις αυτούς τους ανωτέρω λόγους.
 
ΙτΝ. 22,33 καὶ ἤρεσε τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ. καὶ ἐλάλησαν πρὸς τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ, καὶ εὐλόγησαν τὸν Θεὸν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ εἶπαν μηκέτι ἀναβῆναι πρὸς αὐτοὺς εἰς πόλεμον ἐξολοθρεῦσαι τὴν γῆν τῶν υἱῶν Ῥουβὴν καὶ τῶν υἱῶν Γὰδ καὶ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ. καὶ κατῴκησαν ἐπ᾿ αὐτῆς.
ΙτΝ. 22,33 Ηυχαριστήθησαν δε οι Ισραηλίται από αυτά. Οι δε κήρυκες τα διελάλησαν στον λαόν. Και οι Ισραηλίται εδοξολόγησαν τον Θεόν των, έλαβον και είπον την απόφασίν των να μη ξεκινήσουν προς πόλεμον εναντίον αυτών, δια να εξολοθρεύσουν την χώραν της φυλής Ρουβήν, της φυλής Γαδ και του ημίσεος της φυλής Μανασσή. Και κατώκησαν όλοι εις την ορισθείσαν δι' αυτούς περιοχήν.
 
ΙτΝ. 22,34 καὶ ἐπωνόμασεν Ἰησοῦς τὸν βωμὸν τῶν Ῥουβὴν καὶ τῶν Γὰδ καὶ τοῦ ἡμίσους φυλῆς Μανασσῆ καὶ εἶπεν ὅτι μαρτύριόν ἐστιν ἀνὰ μέσον αὐτῶν, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς αὐτῶν ἐστι.
ΙτΝ. 22,34 Ο δε Ιησούς επωνόμασε τον βωμόν, τον οποίον είχαν ανοικοδομήσει η φυλή Ρουβήν, η φυλή Γαδ και το ήμισυ της φυλής Μανασσή και είπεν· “ο βωμός αυτός είναι μαρτυρία μεταξύ των ότι Κυριος ο Θεός είναι αληθώς ο Θεός των”.
 
Κεφάλαιο 23ο
ΙτΝ. 23,1 Καὶ ἐγένετο μεθ᾿ ἡμέρας πλείους μετὰ τὸ καταπαῦσαι Κύριον τὸν Ἰσραὴλ ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ κυκλόθεν, καὶ Ἰησοῦς πρεσβύτερος προβεβηκὼς ταῖς ἡμέραις,
ΙτΝ. 23,1 Επειτα από πολύν καιρόν, αφού κατέπαυσαν οι πόλεμοι από όλους τους κύκλω εχθρούς και εγκατέστησεν ο Κυριος τους Ισραηλίτας, ο Ιησούς εγήρασε πλέον και είχε προχωρήσει πολύ εις την ηλικίαν.
 
ΙτΝ. 23,2 καὶ συνεκάλεσεν Ἰησοῦς πάντας τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ καὶ τὴν γερουσίαν αὐτῶν καὶ τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν καὶ τοὺς δικαστὰς αὐτῶν καὶ τοὺς γραμματεῖς αὐτῶν καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἐγὼ γεγήρακα καὶ προβέβηκα ταῖς ἡμέραις.
ΙτΝ. 23,2 Προσεκάλεσε τότε όλους τους Ισραηλίτας, την γερουσίαν αυτών, τους αρχηγούς των, τους δικαστάς των και τους γραμματείς αυτών και τους είπεν· “εγώ εγήρασα πλέον, έχω προχωρήσει εις τα χρόνια της ζωής μου.
 
ΙτΝ. 23,3 ὑμεῖς δὲ ἑωράκατε ὅσα ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι τούτοις ἀπὸ προσώπου ἡμῶν, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ὁ ἐκπολεμήσας ὑμῖν.
ΙτΝ. 23,3 Σεις είδατε όλα όσα έκαμε Κυριος ο Θεός μας εις όλα τα έθνη αυτά ενώπιον των οφθαλμών σας· ότι δηλαδή Κυριος ο Θεός σας ήτο εκείνος, ο οποίος επολέμησε δια σας.
 
ΙτΝ. 23,4 ἴδετε ὅτι ἐπέῤῥιφα ὑμῖν τὰ ἔθνη τὰ καταλελειμμένα ὑμῖν ταῦτα ἐν τοῖς κλήροις εἰς τὰς φυλὰς ὑμῶν· ἀπὸ τοῦ Ἰορδάνου πάντα τά ἔθνη, ἃ ἐξωλόθρευσα, καὶ ἀπὸ τῆς θαλάσσης τῆς μεγάλης ὁριεῖ ἐπὶ δυσμὰς ἡλίου.
ΙτΝ. 23,4 Είδατε ότι τας χώρας των λαών, οι οποίοι απέμειναν εις την περιοχήν Χαναάν, εμοίρασα εις τας φυλάς σας δια κλήρων, όπως ακριβώς έκαμα και δια τας χώρας των λαών τους οποίους εξωλοθρεύσαμεν ανατολικώς από του Ιορδάνου ποταμού και δυτικώς μέχρι των ορίων της Μεσογείου Θαλάσσης.
 
ΙτΝ. 23,5 Κύριος δὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν οὗτος ἐξολοθρεύσει αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου ἡμῶν, ἕως ἂν ἀπόλωνται, καὶ ἀποστελεῖ αὐτοῖς τὰ θηρία τὰ ἄγρια, ἕως ἂν ἐξολοθρεύσῃ αὐτοὺς καὶ τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν ἀπὸ προσώπου ὑμῶν, καὶ κατακληρονομήσετε τὴν γῆν αὐτῶν, καθὰ ἐλάλησε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ὑμῖν.
ΙτΝ. 23,5 Κυριος ο Θεός μας αυτός και θα εξολοθρεύση από εμπρός σας τους απομείναντας εχθρούς σας μέχρις ότου καταστραφούν εξ ολοκλήρου· τα θηρία τα άγρια θα εξαπολύση εναντίον των δια να εξολοθρεύση από εμπρός σας αυτούς και τους βασιλείς των και έτσι να γίνετε σεις κύριοι και κληρονόμοι της χώρας των, όπως έχει υποσχεθή εις σας Κυριος ο Θεός μας.
 
ΙτΝ. 23,6 κατισχύσατε οὖν σφόδρα φυλάσσειν καὶ ποιεῖν πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ νόμου Μωυσῆ, ἵνα μὴ ἐκκλίνητε εἰς δεξιὰ ἢ εὐώνυμα,
ΙτΝ. 23,6 Λοιπόν ενισχυθήτε και πάρετε σταθεράν την απόφασιν να φυλάσσετε και να εφαρμόζετε όλα όσα είναι γραμμένα στο βιβλίον του νόμου του Μωϋσή δια να μη παρεκκλίνετε δεξιά η αριστερά.
 
ΙτΝ. 23,7 ὅπως μὴ εἰσέλθητε εἰς τὰ ἔθνη τὰ καταλελειμμένα ταῦτα, καὶ τὰ ὀνόματα τῶν θεῶν αὐτῶν οὐκ ὀνομασθήσεται ἐν ὑμῖν, οὐδὲ μὴ λατρεύσητε οὐδὲ μὴ προσκυνήσητε αὐτοῖς,
ΙτΝ. 23,7 Προσέξατε επίσης να μη έλθετε εις επικρινωνίαν και φιλίαν με τα απομείναντα εις την γην Χαναάν ειδωλολατρικά έθνη· ούτε καν και τα ονόματα των θεών των δεν θα αναφέρωνται μεταξύ σας· πολύ δε περισσότερον δεν θα λατρεύσετε ούτε και θα προσκυνήσετε αυτούς.
 
ΙτΝ. 23,8 ἀλλὰ Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν προσκολληθήσεσθε, καθάπερ ἐποιήσατε ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
ΙτΝ. 23,8 Αλλά θα προσκολληθήτε με πίστιν και υπακοήν και λατρείαν εις Κυριον τον Θεόν σας, όπως εκάματε μέχρις αυτής της ημέρας.
 
ΙτΝ. 23,9 καὶ ἐξολοθρεύσει αὐτοὺς Κύριος ἀπὸ προσώπου ὑμῶν ἔθνη μεγάλα καὶ ἰσχυρά, καὶ οὐδεὶς ἀντέστη κατενώπιον ἡμῶν ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
ΙτΝ. 23,9 Ο δε Κυριος θα εξολοθρεύση από εμπρός σας τους υπολειφθέντας μεγάλους και ισχυρούς εχθρούς, διότι άλλωστε κανείς έχει σήμερον δεν ημπόρεσε να αντισταθή, ενώπιόν σας.
 
ΙτΝ. 23,10 εἷς ὑμῶν ἐδίωξε χιλίους, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν οὗτος ἐξεπολέμει ὑμῖν, καθάπερ εἶπεν ἡμῖν.
ΙτΝ. 23,10 Εις το παρελθόν ένας από σας κατεδίωξε χιλίους, διότι αυτός ούτος ο Κυριος και Θεός σας επολεμούσε δια σας, όπως σας είχεν υποσχεθή.
 
ΙτΝ. 23,11 καὶ φυλάξασθε σφόδρα τοῦ ἀγαπᾶν Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν.
ΙτΝ. 23,11 Προσέξατε λοιπόν πάρα πολύ να αγαπάτε πάντοτε Κυριον τον Θεόν μας.
 
ΙτΝ. 23,12 ἐὰν γὰρ ἀποστραφῆτε καὶ προσθῆσθε τοῖς ὑπολειφθεῖσιν ἔθνεσι τούτοις τοῖς μεθ᾿ ὑμῶν καὶ ἐπιγαμίας ποιήσητε πρὸς αὐτοὺς καὶ συγκαταμιγῆτε αὐτοῖς καὶ αὐτοὶ ὑμῖν,
ΙτΝ. 23,12 Εάν όμως και εγκαταλείψετε τον Θεόν προσκολληθήτε δε και έλθετε εις επικοινωνίαν με τα απομείναντα εν μέσω υμών ειδωλολατρικά έθνη και συνάψετε γάμους με αυτά και ανακατευθήτε (και συμφυρθήτε) με αυτούς και εκείνοι με σας,
 
ΙτΝ. 23,13 γινώσκετε ὅτι οὐ μὴ προσθῇ Κύριος τοῦ ἐξολοθρεῦσαι τὰ ἔθνη ταῦτα ἀπὸ προσώπου ὑμῶν, καὶ ἔσονται ὑμῖν εἰς παγίδας καὶ εἰς σκάνδαλα καὶ εἰς ἥλους ἐν ταῖς πτέρναις ὑμῶν καὶ εἰς βολίδας ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς ὑμῶν, ἕως ἂν ἀπόλησθε ἀπὸ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς ταύτης, ἣν ἔδωκεν ὑμῖν Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν.
ΙτΝ. 23,13 μάθετε ότι ο Κυριος δεν θα συνεχίση να εξολοθρεύση από εμπρός σας τα έθνη αυτά. Θα τα αφήση να υπάρχουν και θα γίνουν δια σας παγίδες και σκάνδαλα, καρφιά εις τας πτέρνας σας και αγκάθια εις τα μάτια σας, έως ότου καταστραφήτε σεις από την γην αυτήν την εύφορον και πλουσίαν, την οποίαν Κυριος ο Θεός σας έχει δώσει προς σας.
 
ΙτΝ. 23,14 ἐγὼ δὲ ἀποτρέχω τὴν ὁδόν, καθὰ καὶ πάντες οἱ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ γνώσεσθε τῇ καρδίᾳ ὑμῶν καὶ τῇ ψυχῇ ὑμῶν, διότι οὐκ ἔπεσεν εἷς λόγος ἀπὸ πάντων τῶν λόγων, ὧν εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν πρὸς πάντα τὰ ἀνήκοντα ἡμῖν, οὐ διεφώνησεν ἐξ αὐτῶν.
ΙτΝ. 23,14 Εγώ δε βαδίζω και τελειώνω την οδόν της επιγείου μου ζωής, την οποίαν εβάδισαν όλοι οι άνθρωποι επί της γης. Σεις δε θα αναγνωρίσετε και θα ομολογήσετε με όλην την ψυχήν και την καρδίαν σας την αλήθειαν των λόγων του Κυρίου, διότι κανείς μέχρι σήμερα από όλους τους λόγους τους οποίους είπεν ο Κυριος και απέβλεπαν εις ημάς δεν παρέπεσε και δεν επραγματοποιήθη.
 
ΙτΝ. 23,15 καὶ ἔσται ὃν τρόπον ἥκει πρὸς ἡμᾶς πάντα τὰ ῥήματα τὰ καλά, ἃ ἐλάλησε Κύριος ἐφ᾿ ὑμᾶς, οὕτως ἐπάξει Κύριος ὁ Θεὸς ἐφ᾿ ὑμᾶς πάντα τὰ ῥήματα τὰ πονηρὰ ἕως ἂν ἐξολοθρεύσῃ ὑμᾶς ἀπὸ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς ταύτης, ἧς ἔδωκε Κύριος ὑμῖν,
ΙτΝ. 23,15 Και στο μέλλον θα γίνη όπως και στο παρελθόν. Οπως δηλαδή επραγματοποιήθησαν όλαι αι καλαί υποσχέσεις, τας οποίας έδωσε προς σας ο Κυριος, έτσι αυτός ούτος ο Κυριος και Θεός θα επιφέρη εναντίον σας τιμωρίας δι' όλα τα πονηρά έργα σας, έως ότου σας εξολοθρεύση από την εύφορον και πλουσίαν αυτήν γην την οποίαν σας έχει δώσει·
 
ΙτΝ. 23,16 ἐν τῷ παραβῆναι ὑμᾶς τὴν διαθήκην Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἣν ἐνετείλατο ἡμῖν, καὶ πορευθέντες λατρεύσητε θεοῖς ἑτέροις καὶ προσκυνήσητε αὐτοῖς.
ΙτΝ. 23,16 τούτο δε εάν παραβήτε την συμφωνίαν σας με Κυριον τον Θεόν μας, την συμφωνίαν την οποίαν και ως εντολήν σας έδωκε, και πρρευθήτε να λατρεύσετε και να προσκυνήσετε θεούς άλλους και όχι αυτόν”.
 
Κεφάλαιο 24ο
ΙτΝ. 24,1 Καὶ συνήγαγεν Ἰησοῦς πάσας φυλὰς Ἰσραὴλ εἰς Σηλὼ καὶ συνεκάλεσε τοὺς πρεσβυτέρους αὐτῶν καὶ τοὺς γραμματεῖς αὐτῶν καὶ τοὺς δικαστὰς αὐτῶν καὶ ἔστησεν αὐτοὺς ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ.
ΙτΝ. 24,1 Συνεκέντρωσε πάλιν ο Ιησούς όλας τας φυλάς του Ισραήλ εις Σηλώ. Προσεκάλεσεν ιδιαιτέρως τους πρσεβυτέρους αυτών, τους γραμματείς και τους δικαστάς των και παρήγγειλε να σταθούν όρθιοι ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου.
 
ΙτΝ. 24,2 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς πρὸς πάντα τὸν λαόν· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· πέραν τοῦ ποταμοῦ παρῴκησαν οἱ πατέρες ὑμῶν τὸ ἀπ᾿ ἀρχῆς, Θάρα ὁ πατὴρ Ἁβραὰμ καὶ ὁ πατὴρ Ναχώρ, καὶ ἐλάτρευσαν θεοῖς ἑτέροις.
ΙτΝ. 24,2 Και είπεν ο Ιησούς προς όλον τον λαόν· “αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού· οι πρόγονοί σας κατώκησαν κατ' αρχάς πέραν και ανατολικώς από τον Ευφράτην ποταμόν, ο Θαρα ο πατήρ του Αβραάμ και πατήρ του Ναχώρ και ελάτρευσαν άλλους θεούς.
 
ΙτΝ. 24,3 καὶ ἔλαβον τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν Ἁβραὰμ ἐκ τοῦ πέραν τοῦ ποταμοῦ καὶ ὡδήγησα αὐτὸν ἐν πάσῃ τῇ γῇ καὶ ἐπλήθυνα αὐτοῦ σπέρμα
ΙτΝ. 24,3 Επήρα δε τον πατριάρχην σας Αβραάμ από την πέραν του Ευφράτου ποταμού περιοχήν και ωδήγησα αυτόν εις όλην την χώραν Χαναάν και έκαμα πλήθος πολύ τους απογόνους του.
 
ΙτΝ. 24,4 καὶ ἔδωκα αὐτῷ τὸν Ἰσαάκ, καὶ τῷ Ἰσαὰκ τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἡσαῦ· καὶ ἔδωκα τῷ Ἡσαῦ τὸ ὄρος τὸ Σηεὶρ κληρονομῆσαι αὐτῷ, καὶ Ἰακὼβ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ κατέβησαν εἰς Αἴγυπτον καὶ ἐγένοντο ἐκεῖ εἰς ἔθνος μέγα καὶ πολὺ καὶ κραταιόν. καὶ ἐκάκωσαν αὐτοὺς οἱ Αἰγύπτιοι,
ΙτΝ. 24,4 Εδωκα υιόν αυτού τον Ισαάκ εις δε τον Ισαάκ έδωκα υιούς τον Ιακώβ και τον Ησαύ. Εις τον Ησαύ έδωσα ως κληρονομίαν του και ιδιοκτησίαν του το όρος Σηείρ, ο δε Ιακώβ και οι υιοί του κατέβησαν εις την Αίγυπτον και εκεί έγιναν έθνος μέγα, πολυάριθμον και ισχυρόν. Οι Αιγύπτιοι όμως τους εταλαιπώρησαν και τους εβασάνισαν.
 
ΙτΝ. 24,5 καὶ ἐπάταξε Κύριος τὴν Αἴγυπτον ἐν σημείοις, οἷς ἐποίησεν ἐν αὐτοῖς.
ΙτΝ. 24,5 Αλλ' ο Κυριος εκτύπησε την Αίγυπτον θαυματουργικώς με σκληράς τιμωρίας, τας οποίας απέστειλεν εναντίον των.
 
ΙτΝ. 24,6 καὶ μετὰ ταῦτα ἐξήγαγε τοὺς πατέρας ἡμῶν ἐξ Αἰγύπτου, καὶ εἰσήλθατε εἰς τὴν θάλασσαν τὴν ἐρυθράν. καὶ κατεδίωξαν οἱ Αἰγύπτιοι ὀπίσω τῶν πατέρων ἡμῶν ἐν ἅρμασι καὶ ἐν ἵπποις εἰς τὴν θάλασσαν τὴν ἐρυθράν,
ΙτΝ. 24,6 Κατόπιν δε έβγαλεν ελευθέρους τους προγόνους μας από την Αίγυπτον και θαυματουργικώς εισήλθον και διήλθον την Ερυθράν Θαλασσαν. Οι Αιγυπτιοι κατεδίωξαν κατά πόδας τους προγόνους μας με άρματα και με ιππικόν μέσα εις την Ερυθράν Θαλασσαν.
 
ΙτΝ. 24,7 καὶ ἀνεβοήσαμεν πρὸς Κύριον, καὶ ἔδωκε νεφέλην καὶ γνόφον ἀναμέσον ἡμῶν καὶ ἀναμέσον τῶν Αἰγυπτίων καὶ ἐπήγαγεν ἐπ᾿ αὐτοὺς τὴν θάλασσαν, καὶ ἐκάλυψεν αὐτούς, καὶ εἴδοσαν οἱ ὀφθαλμοὶ ὑμῶν ὅσα ἐποίησε Κύριος ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, καὶ ἦτε ἐν τῇ ἐρήμῳ ἡμέρας πλείους.
ΙτΝ. 24,7 Τοτε ανεβοήσαμεν όλοι προς τον Κυριον και εκείνος έστειλε νεφέλην και πυκνήν ομίχλην μεταξύ ημών και των Αιγυπτίων, επέφερεν εναντίον των την θάλασσαν, η οποία και τους εσκέπασε. Με τα ίδια σας τα μάτια είδατε όλα όσα έκαμεν ο Κυριος εις την Αίγυπτον. Κατόπιν δε εμείνατε εις την έρημον επί πολύν χρόνον.
 
ΙτΝ. 24,8 καὶ ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς γῆν Ἀμοῤῥαίων τῶν κατοικούντων πέραν τοῦ Ἰορδάνου, καὶ παρετάξαντο ὑμῖν καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς Κύριος εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν, καὶ κατεκληρονομήσατε τὴν γῆν αὐτῶν καὶ ἐξωλοθρεύσατε αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου ὑμῶν.
ΙτΝ. 24,8 Και δια μέσου της ερήμου μας ωδήγησεν ο Κυριος εις την χώραν των Αμορραίων, αυτών οι οποίοι κατοικούν ανατολικώς από τον Ιορδάνην. Αυτοί παρετάχθησαν εις πόλεμον εναντίον σας, αλλά ο Κυριος τους παρέδωσε νικημένους εις τα χέρια σας και έτσι σεις εγίνατε κύριοι και κληρονόμοι της χώρας των και εξολοθρεύσατε αυτούς από τα μάτια σας.
 
ΙτΝ. 24,9 καὶ ἀνέστη Βαλὰκ ὁ τοῦ Σεπφὼρ βασιλεὺς Μωὰβ καὶ παρετάξατο τῷ Ἰσραὴλ καὶ ἀποστείλας ἐκάλεσε τὸν Βαλαὰμ ἀράσασθαι ἡμῖν·
ΙτΝ. 24,9 Εσηκώθη τότε εχθρικώς εναντίον σας ο Βαλάκ υιός του Σεπφώρ, βασιλεύς της Μωάβ και αντιπαρετάχθη κατά του Ισραηλιτικού λαού. Αυτός δε έστειλε και εκάλεσε τον Βαλαάμ, δια να σας καταρασθή.
 
ΙτΝ. 24,10 καὶ οὐκ ἠθέλησε Κύριος ὁ Θεός σου ἀπολέσαι σε, καὶ εὐλογίαις εὐλόγησεν ὑμᾶς, καὶ ἐξείλατο ὑμᾶς ἐκ χειρῶν αὐτῶν, καὶ παρέδωκεν αὐτούς.
ΙτΝ. 24,10 Κυριος όμως ο Θεός σας δεν ηθέλησε να σας καταστρέψη με κατάρας αλλά τουναντίον με ευλογίας πολλάς σας ηυλόγησε, και όχι μόνον σας εγλύτωσε από τα χέρια των εχθρών σας άλλα και παρέδωκεν αυτούς εις τας χείρας σας.
 
ΙτΝ. 24,11 καὶ διέβητε τὸν Ἰορδάνην καὶ παρεγενήθητε εἰς Ἱεριχώ· καὶ ἐπολέμησαν πρὸς ἡμᾶς οἱ κατοικοῦντες Ἱεριχώ, ὁ Ἀμοῤῥαῖος καὶ ὁ Χαναναῖος καὶ ὁ Φερεζαῖος καὶ ὁ Εὐαῖος καὶ ὁ Ἰεβουσαῖος καὶ ὁ Χετταῖος καὶ ὁ Γεργεσαῖος, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς Κύριος εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν.
ΙτΝ. 24,11 Επεράσατε τον Ιορδάνην και εφθάσατε εις την Ιεριχώ. Οι κάτοικοί της επολέμησαν εναντίον σας· επολέμησαν επίσης εναντίον σας οι Αμορραίοι, οι Χαναναίοι, οι Φερεζαίοι, οι Ευαίοι, οι Ιεβουσσαίοι, οι Χετταίοι και οι Γεργεσαίοι. Ο Κυριος όμως παρέδωκεν όλους αυτούς εις τα χέρια σας.
 
ΙτΝ. 24,12 καὶ ἐξαπέστειλε προτέραν ὑμῶν τὴν σφηκιάν, καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου ὑμῶν, δώδεκα βασιλεῖς τῶν Ἀμοῤῥαίων, οὐκ ἐν τῇ ῥομφαίᾳ σου οὐδὲ ἐν τῷ τόξῳ σου.
ΙτΝ. 24,12 Εξαπέλυσεν εμπρός από σας σμήνη από σφήκας και εξεδίωξεν αυτούς από τα μάτια σας και τους δώδεκα βασιλείς των Αμορραίων. Με την δύναμιν του Κυρίου κατετροπώθησαν αυτοί και όχι με το ιδικόν σου σπαθί και το τόξον σου.
 
ΙτΝ. 24,13 καὶ ἔδωκεν ὑμῖν γῆν, ἐφ᾿ ἣν οὐκ ἐκοπιάσατε ἐπ᾿ αὐτῆς, καὶ πόλεις, ἃς οὐκ ᾠκοδομήκατε, καὶ κατῳκίσθητε ἐν αὐταῖς· καὶ ἀμπελῶνας καὶ ἐλαιῶνας, οὓς οὐκ ἐφυτεύσατε ὑμεῖς, ἔδεσθε.
ΙτΝ. 24,13 Και έδωκεν ο Κυριος εις σας την χώραν, δια την οποίαν δεν εκοπιάσατε, και πόλεις τας οποίας δεν εκτίσατε σεις και εγκατεστάθητε εις αυτάς. Σας έδωσεν αμπελώνας και ελαιώνας τους οποίους δεν εφυτεύσατε σεις, αλλά των οποίων απολαμβάνετε τους καρπούς.
 
ΙτΝ. 24,14 καὶ νῦν φοβήθητε Κύριον, καὶ λατρεύσατε αὐτῷ ἐν εὐθύτητι καὶ ἐν δικαιοσύνῃ καὶ περιέλεσθε τοὺς θεοὺς τοὺς ἀλλοτρίους, οἷς ἐλάτρευσαν οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ πέραν τοῦ ποταμοῦ καὶ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ λατρεύσατε Κυρίῳ.
ΙτΝ. 24,14 Και τώρα να φοβηθήτε τον Κυριον και να λατρεύσετε αυτόν με ειλικρίνειαν και με αρετήν. Αφαιρέσατε και πετάξατε από την χώραν σας τους ξένους θεούς, τους οποίους κάποτε είχαν λατρεύσει οι προπάτορές σας όταν ευρίσκοντο πέραν από τον ποταμόν τον Ευφράτην και εις την Αίγυπτον και λατρεύσατε τον Κυριον.
 
ΙτΝ. 24,15 εἰ δὲ μὴ ἀρέσκει ὑμῖν λατρεύειν Κυρίῳ, ἐκλέξασθε ὑμῖν αὐτοῖς σήμερον, τίνι λατρεύσητε, εἴτε τοῖς θεοῖς τῶν πατέρων ὑμῶν, τοῖς ἐν τῷ πέραν τοῦ ποταμοῦ, εἴτε τοῖς θεοῖς τῶν Ἀμοῤῥαίων, ἐν οἷς ὑμεῖς κατοικεῖτε ἐπὶ τῆς γῆς αὐτῶν· ἐγὼ δὲ καὶ ἡ οἰκία μου λατρεύσομεν Κυρίῳ, ὅτι ἅγιός ἐστι.
ΙτΝ. 24,15 Εάν όμως δεν σας αρέση να λατρεύετε τον Κυριον, εκλέξατε σεις δια τον εαυτόν σας σήμερον, ποίον θεόν θέλετε να λατρεύσετε, είτε τους θεούς των προγόνων σας που ήσαν πέραν από τον Ευφράτην, είτε τους θεούς των Αμορραίων μεταξύ των οποίων και εις την γην των οποίων κατοικείτε. Σεις κάμετε ο,τι σας αρέσει. Εγώ όμως και η οικογένειά μου θα λατρεύσωμεν τον Κυριον διότι αυτός είναι ο Αγιος”.
 
ΙτΝ. 24,16 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ λαὸς εἶπε· μὴ γένοιτο ἡμῖν καταλιπεῖν Κύριον, ὥστε λατρεύειν θεοῖς ἑτέροις.
ΙτΝ. 24,16 Ολος τότε ο λαός απεκρίθη και είπε· “μη γένοιτο να εγκαταλείψωμεν τον Κυριον και να λατρεύσωμεν άλλους θεούς.
 
ΙτΝ. 24,17 Κύριος ὁ Θεός ἡμῶν, αὐτὸς Θεός ἐστιν· αὐτὸς ἀνήγαγεν ἡμᾶς καὶ τοὺς πατέρας ἡμῶν ἐξ Αἰγύπτου καὶ διεφύλαξεν ἡμᾶς ἐν πάσῃ τῇ ὁδῷ, ᾗ ἐπορεύθημεν ἐν αὐτῇ, καί ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν, οὓς παρήλθομεν δι᾿ αὐτῶν.
ΙτΝ. 24,17 Κυριος ο Θεός μας αυτός είναι ο αληθινός Θεός. Αυτός ανεβίβασεν ελευθέρους ημάς και τους πατέρας μας από την Αίγυπτον και μας έφερεν έως έδω. Αυτός μας διεφύλαξεν εις όλον τον δρόμον τον οποίον εβαδίσαμεν εις την έρημον και δια μέσου όλων των εθνών, από τα οποία επεράσαμεν.
 
ΙτΝ. 24,18 καὶ ἐξέβαλε Κύριος τὸν Ἀμοῤῥαῖον καὶ πάντα τὰ ἔθνη τὰ κατοικοῦντα τὴν γῆν ἀπὸ προσώπου ἡμῶν. ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς λατρεύσομεν Κυρίῳ· οὗτος γὰρ Θεὸς ἡμῶν ἐστι.
ΙτΝ. 24,18 Ο Κυριος εξεδίωξεν από εμπρός μας τους Αμορραίους και όλα τα ειδωλολατρικά έθνη τα οποία κατοικούσαν την χώραν αυτήν. Δι' αυτό, όχι μόνον συ, αλλά και ημείς θα λατρεύσωμεν τον Κυριον διότι αυτός είναι ο Θεός μας”.
 
ΙτΝ. 24,19 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς πρὸς τὸν λαόν· οὐ μὴ δύνησθε λατρεύειν Κυρίῳ, ὅτι ὁ Θεὸς ἅγιός ἐστι, καὶ ζηλώσας οὗτος οὐκ ἀνήσει τὰ ἁμαρτήματα ὑμῶν καὶ τὰ ἀνομήματα ὑμῶν·
ΙτΝ. 24,19 Είπεν ο Ιησούς προς τον ισραηλιτικόν λαόν· “σκεφθήτε όμως τούτο· ότι δεν θα ημπορήτε να λατρεύετε τον αληθινόν Θέον, συγχρόνως δε να λατρεύετε και άλλους θεούς, διότι ο Κυριος είναι ο Θεός ο Αγιος· ζηλοτυπεί εάν λατρεύσετε άλλους θεούς και δεν θα ανεχθή τας αμαρτίας σας και τας παρανομίας σας.
 
ΙτΝ. 24,20 ἡνίκα ἂν ἐγκαταλίπητε Κύριον καὶ λατρεύσητε θεοῖς ἑτέροις, καὶ ἐπελθὼν κακώσει ὑμᾶς καὶ ἐξαναλώσει ὑμᾶς ἀνθ᾿ ὧν εὖ ἐποίησεν ὑμᾶς.
ΙτΝ. 24,20 Οταν δηλαδή εγκαταλείψετε τον Κυριον και λατρεύσετε άλλους θεούς θα επέλθη με οργήν εναντίον σας, θα σας τιμωρήση με αυστηρότητα και εάν επιμένετε εις την ειδωλολατρείαν σας θα σας καταστρέψη δια την αχαριστίαν που θα δείξετε εις αυτόν απέναντι των ευεργεσιών που σας έχει κάμει”.
 
ΙτΝ. 24,21 καὶ εἶπεν ὁ λαὸς πρὸς Ἰησοῦν· οὐχί, ἀλλὰ Κυρίῳ λατρεύσομεν.
ΙτΝ. 24,21 Είπε δε ο λαός στον Ιησούν· “οχι, αυτό δεν θα γίνη ποτέ. Δεν θα λατρεύσωμεν άλλους θεούς αλλά τον Κυριον θα λατρεύσωμεν”.
 
ΙτΝ. 24,22 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς πρὸς τὸν λαόν· μάρτυρες ὑμεῖς καθ᾿ ὑμῶν, ὅτι ὑμεῖς ἐξελέξασθε Κυρίῳ λατρεύειν αὐτῷ.
ΙτΝ. 24,22 Είπε τότε προς τον λαόν ο Ιησούς· “σεις εις περίπτωσιν αλλαξοπιστίας σας είσθε μάρτυρες εναντίον του εαυτού σας, διότι σεις εξελέξατε τον Κυριον ως Θεόν σας και ωμολογήσατε ότι αυτόν μόνον θα λατρεύετε.
 
ΙτΝ. 24,23 καὶ νῦν περιέλεσθε τοὺς θεοὺς τοὺς ἀλλοτρίους τοὺς ἐν ὑμῖν καὶ εὐθύνατε τὴν καρδίαν ὑμῶν πρὸς Κύριον Θεὸν Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 24,23 Και τώρα αφαιρέσατε από ανάμεσά σας και πετάξατε τους ξένους θεούς, κατευθύνατε και δώσατε την καρδίαν σας προς τον Κυριον και Θεόν του Ισραήλ”.
 
ΙτΝ. 24,24 καὶ εἶπεν ὁ λαὸς πρὸς Ἰησοῦν· Κυρίῳ λατρεύσομεν καὶ τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκουσόμεθα.
ΙτΝ. 24,24 Είπε πάλιν ο λαός προς τον Ιησούν· “τον Κυριον θα λατρεύσωμεν και εις τας εντολάς αυτού θα υπακούωμεν”.
 
ΙτΝ. 24,25 καὶ διέθετο Ἰησοῦς διαθήκην πρὸς τὸν λαὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ ἔδωκεν αὐτῷ νόμον καὶ κρίσιν ἐν Σηλὼ ἐνώπιον τῆς σκηνῆς τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 24,25 Ετσι δε συνήψε και έκλεισε συμφωνίαν κατά την ημέραν εκείνην ο Ιησούς με τον λαόν και έδωκε προς αυτόν τον νόμον και τας διατάξεις εις Σηλώ ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου του Θεού του Ισραήλ.
 
ΙτΝ. 24,26 καὶ ἔγραψε τὰ ῥήματα ταῦτα εἰς βιβλίον νόμων τοῦ Θεοῦ· καὶ ἔλαβε λίθον μέγαν καὶ ἔστησεν αὐτὸν Ἰησοῦς ὑπὸ τὴν τερέμινθον ἀπέναντι Κυρίου.
ΙτΝ. 24,26 Εγραψε δε τα λόγια αυτά στο βιβλίον των Νομων του Θεού. Επειτα επήρεν ένα μεγάλον λίθον και έστησεν αυτόν όρθιον κάτω από ένα δένδρον τερέβινθον που ευρίσκετο απέναντι της Σκηνής του Μαρτυρίου.
 
ΙτΝ. 24,27 καὶ εἶπεν Ἰησοῦς πρὸς τὸν λαόν· ἰδοὺ ὁ λίθος οὗτος ἔσται ἐν ὑμῖν εἰς μαρτύριον, ὅτι αὐτὸς ἀκήκοε πάντα τὰ λεχθέντα αὐτῷ ὑπὸ Κυρίου, ὅ,τι ἐλάλησε πρὸς ὑμᾶς σήμερον· καὶ οὗτος ἔσται ἐν ὑμῖν εἰς μαρτύριον ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν, ἡνίκα ἂν ψεύσησθε Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου.
ΙτΝ. 24,27 Και είπεν ο Ιησούς προς τον ισραηλιτικόν λαόν· “ιδού, αυτός ο λίθος θα είναι μεταξύ σας μάρτυς, διότι και αυτός ήκουσε όλους τους λόγους τους οποίους είπεν ο Κυριος ενώπιόν του όλα όσα είπε προς σας σήμερον. Αυτός ο λίθος θα είναι μεταξύ σας μάρτυς μέχρι τας τελευταίας εκείνας ημέρας, κατά τας οποίας θα είχατε τυχόν ψευσθή ενώπιον του Θεού και θα είχατε στραφή προς ειδωλολατρικούς θεούς”.
 
ΙτΝ. 24,28 καὶ ἀπέστειλεν Ἰησοῦς τὸν λαόν, καὶ ἐπορεύθησαν ἕκαστος εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ.
ΙτΝ. 24,28 Απέλυσε τότε ο Ιησούς τον λαόν. Εκείνοι δε επορεύθησαν ο καθένας στον τόπον του.
 
ΙτΝ. 24,29 καὶ ἐλάτρευσεν Ἰσραὴλ τῷ Κυρίῳ πάσας τὰς ἡμέρας Ἰησοῦ καὶ πάσας τὰς ἡμέρας τῶν πρεσβυτέρων, ὅσοι ἐφείλκυσαν τὸν χρόνον μετὰ Ἰησοῦ καὶ ὅσοι εἴδοσαν πάντα τὰ ἔργα Κυρίου, ὅσα ἐποίησε τῷ Ἰσραήλ.
ΙτΝ. 24,29 Οι Ισραηλίται ελάτρευσαν πράγματι τον Κυριον καθ' όλον τον χρόνον που εζούσεν ο Ιησούς του Ναυη, όλον τον χρόνον που εζούσαν ακόμη οι πρεσβύτεροι εκείνοι όσοι συνέζησαν με τον Ιησούν και είχον ίδει όλα τα θαυμαστά έργα, τα οποία ο Κυριος είχε κάμει δια τον ισραηλιτικόν λαόν.
 
ΙτΝ. 24,30 Καὶ ἐγένετο μετ᾿ ἐκεῖνα καὶ ἀπέθανεν Ἰησοῦς υἱὸς Ναυὴ δοῦλος Κυρίου ἑκατὸν δέκα ἐτῶν.
ΙτΝ. 24,30 Επειτα δε από τα γεγονότα αυτά απέθανεν ο δούλος του Κυρίου ο Ιησούς, υιός του Ναυη, εις ηλικίαν εκατόν δέκα ετών.
 
ΙτΝ. 24,31 καὶ ἔθαψαν αὐτὸν πρὸς τοῖς ὁρίοις τοῦ κλήρου αὐτοῦ ἐν Θαμνασασὰχ ἐν τῷ ὄρει τῷ Ἐφραὶμ ἀπὸ βοῤῥᾶ τοῦ ὄρους Γαάς· ἐκεῖ ἔθηκαν μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τό μνῆμα, εἰς ὃ ἔθαψαν αὐτὸν ἐκεῖ, τὰς μαχαίρας τὰς πετρίνας, ἐν αἷς περιέτεμε τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐν Γαλγάλοις, ὅτε ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐξ Αἰγύπτου, καθὰ συνέταξεν αὐτοῖς Κύριος, καὶ ἐκεῖ εἰσιν ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας.
ΙτΝ. 24,31 Εθαψαν αυτόν εις την περιοχήν, την οποίαν είχε λάβει ως μερίδιόν του, εις Θαανασασάχ στο όρος Εφραίμ, βορείως από το όρος Γαάς. Εκεί οι Ισραηλίται, στο μνήμα στο οποίον τον έθαψαν, έθεσαν μαζή του και τας πετρίνας μαχαίρας, με τας οποίας είχε περιτάμει τους Ισραηλίτας εις Γαλγαλα, όπως διέταξεν ο Θεός, όταν έβγαλεν αυτούς ελευθέρους από την Αίγυπτον. Εκεί δε είναι αι πέτριναι αυταί μάχαιραι μέχρι της σημερινής ημέρας.
 
ΙτΝ. 24,32 καὶ τὰ ὀστᾶ Ἰωσὴφ ἀνήγαγον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐξ Αἰγύπτου καὶ κατώρυξαν ἐν Σικίμοις, ἐν τῇ μερίδι τοῦ ἀγροῦ, οὗ ἐκτήσατο Ἰακὼβ παρὰ τῶν Ἀμοῤῥαίων τῶν κατοικούντων ἐν Σικίμοις ἀμνάδων ἑκατὸν καὶ ἔδωκεν αὐτὴν Ἰωσὴφ ἐν μερίδι.
ΙτΝ. 24,32 Τα δε οστά του Ιωσήφ τα οποία οι Ισραηλίται είχον μεταφέρει από την Αίγυπτον, τα έθαψαν εις την Συχέμ εις ένα σημείον του αγρού, τον οποίον είχεν αγοράσει ο Ιακώβ αντί εκατόν αμνάδων από τους Αμορραίους που κατοικούσαν εις Συχέμ, και τον οποίον έδωκεν στους απογόνους του Ιωσήφ ως κληρονομίαν και ιδιοκτησίαν των.
 
ΙτΝ. 24,33 καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ Ἐλεάζαρ υἱὸς Ἀαρὼν ὁ ἀρχιερεὺς ἐτελεύτησε καὶ ἐτάφη ἐν Γαβαὰρ Φινεὲς τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ἐν τῷ ὄρει Ἐφραίμ. ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ λαβόντες οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ περιεφέροσαν ἐν ἑαυτοῖς, καὶ Φινεὲς ἱεράτευσεν ἀντὶ Ἐλεάζαρ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἕως ἀπέθανε καὶ κατωρύγη ἐν Γαβαὰρ τῇ ἑαυτοῦ. οἱ δὲ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀπήλθοσαν ἕκαστος εἰς τὸν τόπον αὐτῶν καὶ εἰς τὴν ἑαυτῶν πόλιν. καὶ ἐσέβοντο οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὴν Ἀστάρτην καὶ Ἀσταρὼθ καὶ τοὺς θεοὺς τῶν ἐθνῶν τῶν κύκλῳ αὐτῶν· καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς Κύριος εἰς χεῖρας Ἐγλὼμ τῷ βασιλεῖ Μωάβ, καὶ ἐκυρίευσεν αὐτῶν ἔτη δεκαοκτώ.
ΙτΝ. 24,33 Μετά ταύτα και ο Ελεάζαρ ο αρχιερεύς, ο υιός του Ααρών, απέθανε και ετάφη εις Γαβαάρ, πόλιν του υιού του Φινεές, την οποίαν είχε δώσει προς αυτόν στο όρος Εφραίμ. Κατά την ημέραν εκείνην της τελευτής του αρχιερέως έλαβον οι Ισραηλίται και περιέφερον ανά μέσον αυτών μετά κατανύξεως την Κιβωτόν της Διαθήκης. Ο Φινεές αρχιεράτευσεν αντί του πατρός του Ελεάζαρ, μέχρις ότου απέθανε και ετάφη εις την πόλιν του Γαβαάρ. Οι δε Ισραηλίται απήλθον έκαστος εις τας περιοχάς των και τας πόλεις των. Αλλά μετ' ολίγον οι Ισραηλίται ήρχισαν να λατρεύουν την Αστάρτην και Ασταρώθ και τους θεούς των κύκλω ειδωλολατρικών εθνών. Δι' αυτό δε ο Κυριος παρέδωκεν αυτούς εις τα χέρια Εγλώμ βασιλέως της Μωάβ, ο οποίος και κατεδούλωσεν αυτούς επί δέκα οκτώ έτη.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: