Τρίτη 20 Αυγούστου 2013


Παλαιά Διαθήκη Παραλειπομένων Β'

Κεφάλαια:   1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36



Κεφάλαιο 1ο
Β Παραλ. 1,1 Καὶ ἐνίσχυσε Σαλωμὼν υἱὸς Δαυὶδ ἐπὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ, καὶ Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐμεγάλυνεν αὐτὸν εἰς ὕψος.
Β Παραλ. 1,1 Ο Σολομών, ο υιός του Δαυίδ, ενισχύθη και εστερεώθη εις την βασιλείαν του. Κυριος δε ο Θεός ήτο μαζή του, ο οποίος και τον εξύψωσε μεγάλως.
 
Β Παραλ. 1,2 καὶ εἶπε Σαλωμὼν πρὸς πάντα Ἰσραήλ, τοῖς χιλιάρχοις καὶ τοῖς ἑκατοντάρχοις καὶ τοῖς κριταῖς καὶ πᾶσι τοῖς ἄρχουσιν ἐναντίον Ἰσραὴλ τοῖς ἄρχουσι τῶν πατριῶν.
Β Παραλ. 1,2 Ο Σολομών έδωσε τότε διαταγήν εις όλους τους Ισραηλίτας, στους χιλιάρχους, τους εκατοντάρχους, τους δικαστάς και εις όλους τους άλλους άρχοντας του ισραηλιτικού λαού και τους αρχηγούς των οικογενειών, να συγκεντρωθούν στο ύψωμα Γαβαών.
 
Β Παραλ. 1,3 καὶ ἐπορεύθη Σαλωμὼν καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία εἰς τὴν ὑψηλὴν τὴν ἐν Γαβαών, οὗ ἐκεῖ ἦν ἡ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου τοῦ Θεοῦ, ἣν ἐποίησε Μωυσῆς παῖς Κυρίου ἐν τῇ ἐρήμῳ·
Β Παραλ. 1,3 Εκεί μετέβη ο Σολομών, όπως και όλοι οι συγκεντρωθέντες, στο ύψωμα πλησίον της Γαβαών, όπου ευρίσκετο η Σκηνή του Μαρτυρίου του Θεού, την οποίαν είχε κατασκευάσει εις την έρημον ο Μωϋσής, ο δούλος του Θεού.
 
Β Παραλ. 1,4 ἀλλὰ κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἀνήνεγκε Δαυὶδ ἐκ πόλεως Καριαθιαρίμ, ὅτι ἡτοίμασεν αὐτῇ Δαυίδ, ὅτι ἔπηξεν αὐτῇ σκηνὴν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 1,4 Την Κιβωτόν όμως του Μαρτυρίου του Θεού είχε μεταφέρει ο Δαυίδ από την πόλιν Καριαθιαρίμ εις την Ιερουσαλήμ εις θέσιν, όπου είχε προηγουμένως ετοιμάσει, διότι εκεί είχε στήσει Σκηνήν δι' αυτήν.
 
Β Παραλ. 1,5 καὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ χαλκοῦν, ὃ ἐποίησε Βεσελεὴλ υἱὸς Οὐρίου, υἱοῦ Ὤρ, ἐκεῖ ἦν ἔναντι τῆς σκηνῆς Κυρίου, καὶ ἐξεζήτησεν αὐτὸ Σαλωμὼν καὶ ἡ ἐκκλησία,
Β Παραλ. 1,5 Το δε χάλκινον θυσιαστήριον, το οποίον είχε κατασκευάσει ο Βεσελεήλ ο υιός του Ουρίου υιού του Ωρ, ευρίσκετο εκεί εις την Γαβαών απέναντι από την Σκηνήν του Μαρτυρίου. Προς το θυσιαστήριον αυτό επορεύθησαν ο Σολομών και όλη η συγκέντρωσις, δια να προσφέρουν επάνω εις αυτό θυσίαν.
 
Β Παραλ. 1,6 καὶ ἤνεγκε Σαλωμὼν ἐκεῖ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ χαλκοῦν ἐνώπιον Κυρίου τὸ ἐν τῇ σκηνῇ καὶ ἤνεγκεν ἐπ᾿ αὐτῷ ὁλοκαύτωσιν χιλίαν.
Β Παραλ. 1,6 Ο Σολομών προσέφερε πράγματι στο χαλκούν αυτό θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, που ευρίσκετο ενώπιον του Κυρίου εκεί εις την Σκηνήν, προσέφερεν επάνω εις αυτό χίλια ζώα ως ολοκαυτώματα.
 
Β Παραλ. 1,7 ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ ὤφθη Θεὸς τῷ Σαλωμὼν καὶ εἶπεν αὐτῷ· αἴτησαι τί σοι δῶ.
Β Παραλ. 1,7 Την επομένην νύκτα παρουσιάσθη ο Θεός στον Σολομώντα και του είπε· “ζήτησέ μου, τι θέλεις να σου δώσω”.
 
Β Παραλ. 1,8 καὶ εἶπε Σαλωμὼν πρὸς τὸν Θεόν· σὺ ἐποίησας μετὰ Δαυὶδ τοῦ πατρός μου ἔλεος μέγα καί ἐβασίλευσάς με ἀντ᾿ αὐτοῦ·
Β Παραλ. 1,8 Ο Σολομών απήντησε προς τον Θεόν· “Συ έδειξες προς τον πατέρα μου, τον Δαυίδ, την μεγάλην σου αγαθότητα και καλωσύνην και ώρισες να βασιλεύσω εγώ, αντί εκείνου.
 
Β Παραλ. 1,9 καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεός, πιστωθήτω δὴ τὸ ὄνομά σου ἐπὶ Δαυὶδ τὸν πατέρα μου, ὅτι σὺ ἐβασίλευσάς με ἐπὶ λαὸν πολύν, ὡς ὁ χοῦς τῆς γῆς·
Β Παραλ. 1,9 Και τώρα, Κυριε ο Θεός, ας εκπληρωθή η κατά πάντα αξιόπιστος υπόσχεσίς σου προς τον Δαυίδ, τον πατέρα μου, διότι συ με ανέδειξες βασιλέα εις λαόν τόσον πολυάριθμον, όσος είναι ο κονιορτός της γης.
 
Β Παραλ. 1,10 νῦν σοφίαν καὶ σύνεσιν δός μοι, καὶ ἐξελεύσομαι ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τούτου καὶ εἰσελεύσομαι, ὅτι τίς κρινεῖ τὸν λαόν σου τὸν μέγαν τοῦτον;
Β Παραλ. 1,10 Δος μου, λοιπόν, σε παρακαλώ σοφίαν και σύνεσιν, δια να αναστρέφομαι συνετώς εν μέσω του λαού αυτού και να τον κυβερνώ όπως πρέπει, διότι ποιός άνθρωπος, χωρίς την ιδικήν σου βοήθειαν, ημπορεί να κυβερνά ορθώς τον πρλυάριθμον αυτόν λαόν σου;”
 
Β Παραλ. 1,11 καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς Σαλωμών· ἀνθ᾿ ὧν ἐγένετο τοῦτο ἐν τῇ καρδίᾳ σου καὶ οὐκ ᾐτήσω πλοῦτον χρημάτων οὐδὲ δόξαν οὐδὲ τὴν ψυχὴν τῶν ὑπεναντίων καὶ ἡμέρας πολλὰς οὐκ ᾐτήσω, καὶ ᾔτησας σεαυτῷ σοφίαν καὶ σύνεσιν, ὅπως κρίνῃς τὸν λαόν μου, ἐφ᾿ ὃν ἐβασίλευσά σε ἐπ᾿ αὐτόν,
Β Παραλ. 1,11 Ο Θεός απήντησε προς τον Σολομώντα· “επειδή τέτοια συνετή και αξιέπαινος επιθυμία εγενήθη εις την καρδίαν σου και δεν εζήτησες πλούτη χρημάτων ούτε δόξαν, ούτε την ζωήν των εχθρών σου, ούτε μακροζωΐαν ιδικήν σου δεν εζήτησες, αλλά εζήτησες δια τον εαυτόν σου σοφίαν και σύνεσιν με τον σκοπόν να κυβερνάς και να κατευθύνης τον λαόν μου, επάνω στον οποίον εγώ σε κατέστησα βασιλέα,
 
Β Παραλ. 1,12 τὴν σοφίαν καὶ τὴν σύνεσιν δίδωμί σοι καὶ πλοῦτον καὶ χρήματα καὶ δόξαν δώσω σοι, ὡς οὐκ ἐγενήθη ὅμοιός σοι ἐν τοῖς βασιλεῦσι τοῖς ἔμπροσθέν σου, καὶ μετὰ σὲ οὐκ ἔσται οὕτως.
Β Παραλ. 1,12 δίδω εις σε αυτήν την σοφίαν και την σύνεσιν. Επί πλέον θα σου δώσω και πλούτη και χρήματα και δόξαν, τόσα πολλά, όσα κανείς ποτέ βασιλεύς προηγουμένως από σε δεν ανεδείχθη όμοιός σου, ούτε και έπειτα από σε θα αναδειχθή άλλος όμοιος προς σέ”.
 
Β Παραλ. 1,13 καὶ ἦλθε Σαλωμὼν ἐκ βαμὰ τῆς ἐν Γαβαὼν εἰς Ἱερουσαλὴμ πρὸ προσώπου τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου καὶ ἐβασίλευσεν ἐπὶ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 1,13 Επειτα ο Σολομών επέστρεψεν από το υψωμα εκείνο της Γαβαών εις την Ιερουσαλήμ εμπρός εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου και έγινεν ο βασιλεύς στον ισραηλιτικόν λαόν.
 
Β Παραλ. 1,14 Καὶ συνήγαγε Σαλωμὼν ἅρματα καὶ ἱππεῖς, καὶ ἐγένοντο αὐτῷ χίλια καὶ τετρακόσια ἅρματα καὶ δώδεκα χιλιάδες ἱππέων· καὶ κατέλιπεν αὐτὰ ἐν πόλεσι τῶν ἁρμάτων, καὶ ὁ λαὸς μετὰ τοῦ βασιλέως ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 1,14 Ο Σολομών συνεκέντρωσε πολεμικά άρματα και ιππείς, ώστε έφθασε να έχη χίλια τετρακόσια άρματα και δώδεκα χιλιάδες ιππείς. Αφήκε δε αυτά εις ειδικσς πόλεις, εις τας πόλεις των πολεμικών αρμάτων, ενώ ο στρατός ευρίσκετο μαζή με τον βασιλέα εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 1,15 καὶ ἔθηκεν ὁ βασιλεὺς τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον ἐν Ἱερουσαλὴμ ὡς λίθους, καὶ τὰς κέδρους ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ὡς συκαμίνους τὰς ἐν τῇ πεδινῇ εἰς πλῆθος.
Β Παραλ. 1,15 Απέκτησε δε ο βασιλεύς τόσον πολύ αργύριον και χρυσίον εις την Ιερουσαλήμ, ωσάν τους λίθους, και τόσας πολλάς κέδρους εις όλην την Ιουδαίαν, ωσάν τις συκαμινιές που υπάρχουν πολυάριθμοι εις την πεδιάδα.
 
Β Παραλ. 1,16 καὶ ἡ ἔξοδος τῶν ἵππων Σαλωμὼν ἐξ Αἰγύπτου, καὶ ἡ τιμὴ τῶν ἐμπόρων τοῦ βασιλέως· ἐμπορεύεσθαι ἠγόραζον.
Β Παραλ. 1,16 Επί πλέον ο Σολομών έκαμνε διαμετακομιστικόν εμπόριον ίππων από την Αίγυπτον πους άλλας χώρας. Οι έμποροι του βασιλέως επλήρωναν αυτούς και τους μετεπώλουν έπειτα εις άλλας αγοράς.
 
Β Παραλ. 1,17 καὶ ἀνέβαινον καὶ ἐξῆγον ἐξ Αἰγύπτου ἅρμα ἓν ἑξακοσίων ἀργυρίου καὶ ἵππον πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ἀργυρίου· καὶ οὕτω πᾶσι τοῖς βασιλεῦσι τῶν Χετταίων καὶ τοῖς βασιλεῦσι Συρίας ἐν χερσὶν αὐτῶν ἔφερον.
Β Παραλ. 1,17 Οι έμποροι ήρχοντο και εξήγον από την Αίγυπτον άρματα και ίππους και επωλούσαν ένα πολεμικόν άρμα αντί εξακοσίων αργυρών σίκλων, ένα δε ίππον αντί εκατόν πενήντα αργυρών σίκλων. Από δε την Ιουδαίαν οι έμποροι αυτοί μεταπωλούσαν αυτά εις όλους τους βασιλείς των Χετταίων και τους βασιλείς της Συρίας.
 
Κεφάλαιο 2ο
Β Παραλ. 2,1 Καὶ εἶπε Σαλωμὼν τοῦ οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου καὶ οἶκον τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 2,1 Ο Σολομών απεφάσισε και είπε τότε να ανοικοδομήση ναόν στο όνομα του Κυρίου, όπως επίσης και το βασιλικόν του ανάκτορον.
 
Β Παραλ. 2,2 καὶ συνήγαγε Σαλωμὼν ἑβδομήκοντα χιλιάδας ἀνδρῶν νωτοφόρων καὶ ὀγδοήκοντα χιλιάδας λατόμων ἐν τῷ ὄρει, καὶ οἱ ἐπιστάται ἐπ᾿ αὐτῶν τρισχίλιοι ἑξακόσιοι.
Β Παραλ. 2,2 Προς τον σκοπόν αυτόν ο Σολομών συνήθροισεν εβδομήκοντα χιλιάδες αχθοφόρους και ογδοήκοντα χιλιάδες λατόμους, οι οποίοι θα έκοπταν λίθους στο όρος. Επιστάτας επάνω εις αυτούς ώρισεν τρεις χιλιάδας εξακοσίους άνδρας.
 
Β Παραλ. 2,3 καὶ ἀπέστειλε Σαλωμὼν πρὸς Χιρὰμ βασιλέα Τύρου λέγων· ὡς ἐποίησας μετὰ Δαυὶδ τοῦ πατρός μου καὶ ἀπέστειλας αὐτῷ κέδρους τοῦ οἰκοδομῆσαι ἑαυτῷ οἶκον κατοικῆσαι ἐν αὐτῷ,
Β Παραλ. 2,3 Εστειλε δε ο Σολομών ανθρώπους του προς τον Χιράμ, τον βασιλέα της Τυρου, δια να του είπουν· “όπως εξυπηρέτησες τον πατέρα μου τον Δαυίδ και έστειλες προς αυτόν ξύλα κέδρινα, δια να ανοικοδομήση την κατοικίαν του και να κατοικήση εις αυτήν, έτσι κάμε τώρα και με εμέ.
 
Β Παραλ. 2,4 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ὁ υἱὸς αὐτοῦ οἰκοδομῶ οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ μου ἁγιάσαι αὐτὸν αὐτῷ τοῦ θυμιᾶν ἀπέναντι αὐτοῦ θυμίαμα καὶ πρόθεσιν διὰ παντὸς καὶ τοῦ ἀναφέρειν ὁλοκαυτώματα διὰ παντὸς τὸ πρωΐ καὶ τὸ δείλης καὶ ἐν τοῖς σαββάτοις καὶ ἐν ταῖς νουμηνίαις καὶ ἐν ταῖς ἑορταῖς τοῦ Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν· εἰς τὸν αἰῶνα τοῦτο ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 2,4 Ιδού εγώ, ο υιός του Δαυίδ, θα ανοικοδομήσω ναόν στο όνομα Κυρίου του Θεού μου, θα αφιερώσω τούτον εις αυτόν, ώστε να του προσφέρεται θυμίαμα και να παρατίθενται πάντοτε οι άρτοι της προθέσεως εις την τράπεζαν. Να προσφέρουν διαρκώς εις αυτόν θυσίας ολοκαυτωμάτων, πρωί και εσπέρας, όπως επίσης κατά τα σάββατα, κατά την πρώτην εκάστου μηνός και κατά τας άλλας εορτάς Κυρίου του Θεού μας. Αυτό είναι αιωνίως επιβεβλημένον καθήκον στον ισραηλιτικόν λαόν.
 
Β Παραλ. 2,5 καὶ ὁ οἶκος, ὃν ἐγὼ οἰκοδομῶ μέγας, ὅτι μέγας Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν παρὰ πάντας τοὺς θεούς.
Β Παραλ. 2,5 Ο ναός δέ, τον οποίον εγώ θα ανοικοδομήσω, θα είναι πολύ μεγάλος, διότι Κυριος ο Θεός ημών είναι ο απολύτως μέγας υπέρ πάντας τους άλλους θεούς.
 
Β Παραλ. 2,6 καὶ τίς ἰσχύσει οἰκοδομῆσαι αὐτῷ οἶκον; ὅτι ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ οὐ φέρουσι τὴν δόξαν αὐτοῦ. καὶ τίς ἐγὼ οἰκοδομῶν αὐτῷ οἶκον; ὅτι ἀλλ᾿ ἢ τοῦ θυμιᾶν κατέναντι αὐτοῦ.
Β Παραλ. 2,6 Και ποιός άνθρωπος θα ημπορέση ποτέ να ανοικοδομήση ναόν αντάξιον αυτού; Διότι ο ουρανός ο ένας και οι ουρανοί των ουρανών δεν ημπορούν να βαστάσουν την δόξαν του. Ποιός λοιπόν είμαι εγώ, ο οποίος θα τολμήσω να ανοικοδομήσω οίκον προς τιμήν του; Ο ναός αυτός κτίζεται μόνον και μόνον, δια να προσφέρεται ενώπιόν του θυμίαμα.
 
Β Παραλ. 2,7 καὶ νῦν ἀπόστειλόν μοι ἄνδρα σοφὸν καὶ εἰδότα τοῦ ποιῆσαι ἐν τῷ χρυσίῳ καὶ ἐν τῷ ἀργυρίῳ καὶ ἐν τῷ χαλκῷ καὶ ἐν τῷ σιδήρῳ καὶ ἐν τῇ πορφύρᾳ καὶ ἐν τῷ κοκκίνῳ καὶ ἐν τῇ ὑακίνθῳ καὶ ἐπιστάμενον γλύψαι γλυφὴν μετὰ τῶν σοφῶν τῶν μετ᾿ ἐμοῦ ἐν Ἰούδᾳ καὶ ἐν Ἱερουσαλήμ, ἃ ἡτοίμασε Δαυὶδ ὁ πατήρ μου.
Β Παραλ. 2,7 Και τώρα, λοιπόν, σε παρακαλώ στείλε μου άνδρα σοφόν, γνωρίζοντα να κατεργάζεται τον χρυσόν, τον άργυρον, τον χαλκόν, τον σίδηρον και τα υφάσματα τα πορφυρά, τα βαθέως ερυθρά και τα κυανά.
 
Β Παραλ. 2,8 καὶ ἀπόστειλόν μοι ξύλα κέδρινα καὶ ἀρκεύθινα καὶ πεύκινα ἐκ τοῦ Λιβάνου, ὅτι ἐγὼ οἶδα ὡς οἱ δοῦλοί σου οἴδασι κόπτειν ξύλα ἐκ τοῦ Λιβάνου· καὶ ἰδοὺ οἱ παῖδές σου μετὰ τῶν παίδων μου
Β Παραλ. 2,8 Στείλε μου άνδρα, που να γνωρίζη την τέχνην του γλύπτου, δια να συνεργασθή με άλλους τεχνίτας ιδικούς μου, που ευρίσκονται εις την Ιερουσαλήμ και την Ιουδαίαν, δια να κατεργασθούν τα ύλικά, τα οποία προητοίμασεν ο πατήρ μου. Στείλε μου επίσης ξυλείαν κέδρων, αγριοκυπαρίσσων και πεύκων από το όρος Λιβανον, διότι γνωρίζω πόσον ικανοί, είναι οι δούλοι σου να κόπτουν τέτοια ξύλα από τον Λιβανον. Οι δούλοι σου δε θα συνεργασθούν προς τούτο με τους ιδικούς μου δούλους.
 
Β Παραλ. 2,9 πορεύσονται ἑτοιμάσαι μοι ξύλα εἰς πλῆθος, ὅτι ὁ οἶκος, ὃν ἐγὼ οἰκοδομῶ μέγας καὶ ἔνδοξος.
Β Παραλ. 2,9 Μαζή θα πάνε και οι μεν και οι δέ, δια να προετοιμάσουν πολυάριθμα τέτοια ξύλα, διότι ο ναός, τον οποίον θα ανοικοδομήσω, θα είναι μέγας και ένδοξος.
 
Β Παραλ. 2,10 καὶ ἰδοὺ τοῖς ἐργαζομένοις τοῖς κόπτουσι ξύλα εἰς βρώματα δέδωκα σῖτον εἰς δόματα τοῖς παισί σου κόρων πυροῦ εἴκοσι χιλιάδας καὶ κριθῶν κόρων εἴκοσι χιλιάδας καὶ οἴνου μέτρων εἴκοσι χιλιάδας καὶ ἐλαίου μέτρων εἴκοσι χιλιάδας.
Β Παραλ. 2,10 Εγώ δε θα δώσω στους εργάτας τους άνδρας σου, οι οποίοι θα κόπτουν αυτά τα ξύλα, ως αμοιβήν των είδη προς διατροφήν, τέσσαρα και πλέον εκατομμύρια κιλά σίτου, τέσσαρα και πλέον εκατομμύρια κιλά κριθής, εκατόν τριαντατέσσαρας χιλιάδας και πλέον κιλά οίνου, εκατόν τριαντατέσσαρας χιλιάδας και πλέον κιλά λάδι”.
 
Β Παραλ. 2,11 καὶ εἶπε Χιρὰμ βασιλεὺς Τύρου ἐν γραφῇ καὶ ἀπέστειλε πρὸς Σαλωμὼν λέγων· ἐν τῷ ἀγαπῆσαι Κύριον τὸν λαὸν αὐτοῦ ἔδωκέ σε ἐπ᾿ αὐτοὺς βασιλέα.
Β Παραλ. 2,11 Ο βασιλεύς της Τυρου ο Χιράμ απήντησε με επιστολήν προς τον Σολομώντα, την οποίαν του έστειλε με ανθρώπους του και του έλεγεν· “επειδή ο Κυριος ηγάπησε τον λαόν του, δια τούτο έδωκε σε ως βασιλέα εις αυτόν τον λαόν”.
 
Β Παραλ. 2,12 καὶ εἶπε Χιράμ· εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, ὃς ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, ὃς ἔδωκε τῷ Δαυὶδ τῷ βασιλεῖ υἱὸν σοφὸν καὶ ἐπιστάμενον ἐπιστήμην καὶ σύνεσιν, ὃς οἰκοδομήσει οἶκον τῷ Κυρίῳ καὶ οἶκον τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 2,12 Και προσέθεσεν ακόμη ο Χιράμ· “ας είναι ευλογητός Κυριος ο Θεός του Ισραήλ, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανόν και την γην, διότι αυτός έδωκεν στον βασιλέα Δαυίδ υιόν σοφόν, ο οποίος είναι κάτοχος επιστήμης και σοφίας, και αυτός θα ανοικοδομήση ναόν προς τιμήν του Κυρίου, και βασιλικόν ανάκτορον δια τον εαυτόν του.
 
Β Παραλ. 2,13 καὶ νῦν ἀπέστειλά σοι ἄνδρα σοφὸν καὶ εἰδότα σύνεσιν Χιρὰμ τὸν πατέρα μου
Β Παραλ. 2,13 Και τώρα έστειλα προς σε ένα άνδρα σοφόν και συνετόν, τον Χιράμ, τον οποίον έχω ωσάν τον πατέρα μου.
 
Β Παραλ. 2 ,14 (ἡ μήτηρ αὐτοῦ ἀπὸ θυγατέρων Δάν, καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἀνὴρ Τύριος) εἰδότα ποιῆσαι ἐν χρυσίῳ καὶ ἐν ἀργυρίῳ καὶ ἐν χαλκῷ καὶ ἐν σιδήρῳ καὶ ἐν λίθοις καὶ ξύλοις καὶ ὑφαίνειν ἐν τῇ πορφύρᾳ καὶ ἐν τῇ ὑακίνθῳ καὶ ἐν τῇ βύσσῳ καὶ ἐν τῷ κοκκίνῳ καὶ γλύψαι γλυφὰς καὶ διανοεῖσθαι πᾶσαν διανόησιν, ὅσα ἂν δῷς αὐτῷ, μετὰ τῶν σοφῶν σου καὶ σοφῶν Δαυὶδ κυρίου μου πατρός σου.
Β Παραλ. 2 ,14
 
Β Παραλ. 2,15 καὶ νῦν τὸν σῖτον καὶ τὴν κριθὴν καὶ τὸ ἔλαιον καὶ τὸν οἶνον, ἃ εἶπεν ὁ κύριός μου, ἀποστειλάτω τοῖς παισὶν αὐτοῦ.
Β Παραλ. 2,15 Ως προς δε τον σίτον, το κριθάρι, το έλαιον και τον οίνον, τα οποία συ ώρισες ως αμοιβήν των, συ ο κύριός μου ας τα αποστείλης στους δούλους του εδώ.
 
Β Παραλ. 2,16 καὶ ἡμεῖς κόψομεν ξύλα ἐκ τοῦ Λιβάνου κατὰ πᾶσαν τὴν χρείαν σου καὶ ἄξομεν αὐτὰ σχεδίαις ἐπὶ θάλασσαν Ἰόππης, καὶ σὺ ἄξεις αὐτὰ εἰς Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 2,16 Ημείς δε θα κόψωμεν από το όρος Λιβανον όσα ξύλα χρειασθής και θα φέρωμεν με σχεδίας δια της Μεσογείου Θαλάσσης έως εις την Ιόππην. Από εκεί δε συ θα τα μεταφέρης εις την Ιερουσαλήμ”.
 
Β Παραλ. 2,17 καὶ συνήγαγε Σαλωμὼν πάντας τοὺς ἄνδρας τοὺς προσηλύτους τοὺς ἐν γῇ Ἰσραὴλ μετὰ τὸν ἀριθμόν, ὃν ἠρίθμησεν αὐτοὺς Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ, καὶ εὑρέθησαν ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδες καὶ τρισχίλιοι ἑξακόσιοι.
Β Παραλ. 2,17 Ο Σολομών συνεκέντρωσεν όλους τους ξένους άνδρας, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την χώραν του Ισραήλ και οι οποίοι κατά την αρίθμησιν, που είχε κάμει ο πατήρ του ο Δαυίδ, ευρέθη ότι ήσαν εκατόν πενήντα τρεις χιλιάδες εξακόσιοι.
 
Β Παραλ. 2,18 καὶ ἐποίησεν ἐξ αὐτῶν ἑβδομήκοντα χιλιάδας νωτοφόρων καὶ ὀγδοήκοντα χιλιάδας λατόμων καὶ τρισχιλίους ἑξακοσίους ἐργοδιώκτας ἐπὶ τὸν λαόν.
Β Παραλ. 2,18 Από αυτούς εξεχώρισε εβδομήντα χιλιάδας ως αχθοφόρους, ογδοήκοντα χιλιάδας ως λατόμους και τρεις χιλιάδας εξακοσίους ως επιστάτας του εργαζομένου αυτού λαού.
 
Κεφάλαιο 3ο
Β Παραλ. 3,1 Καὶ ἤρξατο Σαλωμὼν τοῦ οἰκοδομεῖν τὸν οἶκον Κυρίου ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐν ὄρει τοῦ Ἀμωρία, οὗ ὤφθη Κύριος τῷ Δαυὶδ πατρὶ αὐτοῦ, ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἡτοίμασε Δαυὶδ ἐν ἅλῳ Ὀρνὰ τοῦ Ἰεβουσαίου.
Β Παραλ. 3,1 Ο Σολομών ήρχισε να ανοικοδομή εις την Ιερουσαλήμ τον ναόν του Κυρίου, επάνω στο όρος Αμωρία, εκεί όπου είχε παρουσιασθή ο Κυριος προς τον πατέρα του τον Δαυίδ, και συγκεκριμένως στον τύπον, τον οποίον είχε προετοιμάσει ο Δαυίδ στο αλώνι του Ορνά του Ιεβουσαίου.
 
Β Παραλ. 3,2 καὶ ἤρξατο οἰκοδομῆσαι ἐν τῷ μηνὶ τῷ δευτέρῳ ἐν τῷ ἔτει τῷ τετάρτῳ τῆς βασιλείας αὐτοῦ.
Β Παραλ. 3,2 Ηρχισε να ανοικοδομή αυτόν τον ναόν κατά τον δεύτερον μήνα του τετάρτου έτους της βασιλείας του.
 
Β Παραλ. 3,3 καὶ ταῦτα ἤρξατο Σαλωμὼν τοῦ οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ· μῆκος πήχεων ἡ διαμέτρησις ἡ πρώτη πήχεων ἑξήκοντα καὶ εὗρος πήχεων εἴκοσι.
Β Παραλ. 3,3 Ως εξής ήρχισεν ο Σολομών να ανοικοδομή τον ναόν του Θεού. Το μήκος του ναού κατά το παλαιόν μέτρον ήτο εξήκοντα εβραϊκοί πήχεις, το δε πλάτος είκοσι πήχεις.
 
Β Παραλ. 3,4 καὶ αἰλὰμ κατὰ πρόσωπον τοῦ οἴκου, μῆκος ἐπὶ πρόσωπον πλάτους τοῦ οἴκου πήχεων εἴκοσι καὶ ὕψος πήχεων ἑκατὸν εἴκοσι· καὶ κατεχρύσωσεν αὐτὸν ἔσωθεν χρυσίῳ καθαρῷ.
Β Παραλ. 3,4 Ο πρόναος, ο οποίος ευρίσκετο έμπροσθεν του ναού, είχε πλάτος ίσον προς το πλάτος του ναού, είκοσι δηλαδή εβραϊκούς πήχεις. Είχε δε ύψος εκατόν είκοσιν εβραϊκούς πήχεις. Αυτόν ο Σολομών τον εχρύσωσεν εσωτερικώς με καθαρόν χρυσόν.
 
Β Παραλ. 3,5 καὶ τὸν οἶκον τὸν μέγαν ἐξύλωσε ξύλοις κεδρίνοις καὶ κατεχρύσωσε χρυσίῳ καθαρῷ καὶ ἔγλυψεν ἐπ᾿ αὐτοῦ φοίνικας καὶ χαλαστά.
Β Παραλ. 3,5 Τον κυρίως ναόν ενέδυσεν εσωτερικώς με ξύλα κέδρινα και τον εχρύσωσε με καθαρόν χρυσόν. Κατεσκεύασεν επάνω εις αυτόν αναγλύφους μορφάς φοινίκων και μερικάς άλλας κρεμαστάς παραστάσεις.
 
Β Παραλ. 3,6 καὶ ἐκόσμησε τὸν οἶκον λίθοις τιμίοις εἰς δόξαν καὶ ἐχρύσωσε χρυσίῳ χρυσίου τοῦ ἐκ Φαρουΐμ
Β Παραλ. 3,6 Προς μεγαλυτέραν δε λαμπρότητα διεκόσμησε τον ναόν αυτόν εσωτερικώς με πολυτίμους λίθους και τον εχρύσωσε με καθαρόν χρυσόν, ο οποίος προήρχετο από την Φαρουΐμ.
 
Β Παραλ. 3,7 καὶ ἐχρύσωσε τὸν οἶκον καὶ τοὺς τοίχους αὐτοῦ καὶ τοὺς πυλῶνας καὶ τὰ ὀροφώματα καὶ τὰ θυρώματα χρυσίῳ καὶ ἔγλυψε Χερουβὶμ ἐπὶ τῶν τοίχων.
Β Παραλ. 3,7 Και ενέδυσε με χρυσόν αυτόν τον ναόν, τους τοίχους του, τας θύρας, την οροφήν και τα παράθυρα. Εκαμε ανάγλυφα Χερουβίμ επάνω στους τοίχους.
 
Β Παραλ. 3,8 καὶ ἐποίησε τὸν οἶκον τοῦ ἁγίου τῶν ἁγίων, μῆκος αὐτοῦ ἐπὶ πρόσωπον πλάτους τοῦ οἴκου πήχεων εἴκοσι καὶ τὸ εὗρος πήχεων εἴκοσι, καὶ ἐχρύσωσεν αὐτὸν χρυσίῳ καθαρῷ εἰς Χερουβὶμ εἰς τάλαντα ἑξακόσια.
Β Παραλ. 3,8 Κατεσκεύασεν επίσης τα Αγια των Αγίων του ναού. Το μήκος αυτών ήτο όσον το πλάτος του ναού, δηλαδή είκοσι πήχεις και το πλάτος ήτο επίσης είκοσι πήχεις. Ενέδυσε δε εσωτερικώς τον χώρον αυτόν με καθαρόν χρυσόν και με Χερουβίμ αξίας εξακοσίων ταλάντων.
 
Β Παραλ. 3,9 καὶ ὁλκὴ τῶν ἥλων, ὁλκὴ τοῦ ἑνὸς πεντήκοντα σίκλοι χρυσίου. καὶ τὸ ὑπερῷον ἐχρύσωσε χρυσίῳ.
Β Παραλ. 3,9 Το βάρος των χρυσών καρφιών, καθενός από αυτά, ήτο πεντήκοντα σίκλοι χρυσοί. Με χρυσόν επίσης ενέδυσεν εσωτερικώς και το άνω μέρος.
 
Β Παραλ. 3,10 καὶ ἐποίησεν ἐν τῷ οἴκῳ τῷ ἁγίῳ τῶν ἁγίων Χερουβὶμ δύο, ἔργον ἐκ ξύλων καὶ ἐχρύσωσεν αὐτὰ χρυσίῳ.
Β Παραλ. 3,10 Εις το εσωτερικόν του ναού, το οποίον ωνομάζετο Αγια Αγίων, κατεσκεύασε δύο Χερουβίμ από ξύλον και εχρύσωσεν αυτά με καθαρόν χρυσόν.
 
Β Παραλ. 3,11 καὶ αἱ πτέρυγες τῶν Χερουβὶμ τὸ μῆκος πήχεων εἴκοσι, καὶ ἡ πτέρυξ ἡ μία πήχεων πέντε ἁπτομένη τοῦ τοίχου τοῦ οἴκου, καὶ ἡ πτέρυξ ἡ ἑτέρα πήχεων πέντε ἁπτομένη τῆς πτέρυγος τοῦ Χεροὺβ τοῦ ἑτέρου·
Β Παραλ. 3,11 Αι πτέρυγες των δύο αυτών Χερουβίμ είχον μαζή μήκος είκοσι πήχεις, η μία πτέριξ είχε μήκος πέντε εβραϊκούς πήχεις και ήγγιζε τον τοίχον του ναού τούτου. Η άλλη πτέρυξ του ιδίου χερουβίμ είχεν επίσης πέντε πήχεις μήκος και ήγγιζε την πτέρυγα του άλλου χερουβίμ.
 
Β Παραλ. 3,13 καὶ αἱ πτέρυγες τῶν Χερουβὶμ τούτων διαπεπετασμέναι πήχεων εἴκοσι· καὶ αὐτὰ ἑστηκόκα ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτῶν, καὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν εἰς τὸν οἶκον.
Β Παραλ. 3,13 Αι πτέρυγες των δύο αυτών χερουβίμ ανοικταί είχον μήκος είκοσι πήχεις. Αυτά ίσταντο όρθια στους πόδας των, τα δε πρόσωπα των ήσαν εστραμένα προς το τμήμα του ναού, το οποίον ωνομάζετο Αγια.
 
Β Παραλ. 3,14 καὶ ἐποίησε τὸ καταπέτασμα ὑακίνθου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου καὶ βύσσου καὶ ὕφανεν ἐν αὐτῷ Χερουβίμ.
Β Παραλ. 3,14 Κατεσκεύασεν επίσης ο Σολομών παραπέτασμα από λινόν ύφασμα χρώματος κυανού, πορφυρού και βαθέος ερυθρού. Επάνω δε εις αυτό είχε κεντήσει μορφάς Χερουβίμ.
 
Β Παραλ. 3,15 καὶ ἐποίησεν ἔμπροσθεν τοῦ οἴκου στύλους δύο, πήχεων τριακονταπέντε τὸ ὕψος καὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν πήχεων πέντε.
Β Παραλ. 3,15 Εις το έμπροσθεν μέρος του ναού κατεσκεύασε δύο στύλους ύψους τριάκοντα πέντε πήχεων. Τα δε κιονόκρανα, τα επάνω εις αυτούς, είχον ύψος πέντε πήχεις.
 
Β Παραλ. 3,16 καὶ ἐποίησε σερσερὼθ ἐν τῷ δαβὶρ καὶ ἔδωκεν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν στύλων. καὶ ἐποίησε ῥοΐσκους ἑκατὸν καὶ ἐποίησε ῥοΐσκους ἐπὶ τῶν χαλαστῶν.
Β Παραλ. 3,16 Κατεσκεύασεν επίσης γιρλάντες με αλυσίδες, όπως είχε κάμει και στον ναόν, τας οποίας ετοποθέτησεν εις τας κεφαλάς των στύλων. Εκαμες επίσης εκατόν ομοιώματα μικρών καρπών ροδιάς, τα οποία, ετοποθέτησεν εις τας κρεμαστάς αυτάς αλυσίδας.
 
Β Παραλ. 3,17 καὶ ἔστησε τοὺς στύλους κατὰ πρόσωπον τοῦ ναοῦ, ἕνα ἐκ δεξιῶν καὶ τὸν ἕνα ἐξ εὐωνύμων, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ ἐκ δεξιῶν Κατόρθωσις καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἐξ ἀριστερῶν Ἰσχύς.
Β Παραλ. 3,17 Εστησεν αυτούς τους στύλους εμπρός στον ναόν, ένα εκ δεξιών και ένα εξ αριστερών. Εκείνον τον οποίον ετοποθέτησεν εκ δεξιών, ωνόμασε Κατόρθωσις, τον άλλον δε που ετοποθέτησε εξ αριστερών, ωνόμασεν Ισχύς.
 
Κεφάλαιο 4ο
Β Παραλ. 4,1 Καὶ ἐποίησε θυσιαστήριον χαλκοῦν, εἴκοσι πήχεων τὸ μῆκος καὶ εἴκοσι πήχεων τὸ εὖρος καὶ δέκα πήχεων τὸ ὕψος.
Β Παραλ. 4,1 Κατεσκεύασεν επίσης ο Σολομών το χαλκούν θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, του οποίου το μεν μήκος ήτο είκοσι εβραϊκοί πήχεις, το πλάτος επίσης είκοσι πήχεις, το δε ύψος δέκα πήχεις.
 
Β Παραλ. 4,2 καὶ ἐποίησε τὴν θάλασσαν χυτήν, δέκα πήχεων τὴν διαμέτρησιν, στρογγύλην κυκλόθεν, καὶ πέντε πήχεων τὸ ὕψος καὶ τὸ κύκλωμα τριάκοντα πήχεων.
Β Παραλ. 4,2 Κατασκεύασε την χαλκίνην χυτήν θάλασσαν, της οποίας η διάμετρος ήτο δέκα πήχεις. Αυτή ήτο στογγύλη γύρω-γύρω. Το ύψος της ήτο πέντε πήχεις και η περιφέρειά της τριάκοντα πήχεις.
 
Β Παραλ. 4,3 καὶ ὁμοίωμα μόσχων ὑποκάτω αὐτῆς, κύκλῳ κυκλοῦσιν αὐτήν, δέκα πήχεις περιέχουσι τὸν λουτῆρα κυκλόθεν. δύο γένη ἐχώνευσαν τοὺς μόσχους ἐν τῇ χωνεύσει αὐτῶν,
Β Παραλ. 4,3 Κατω από αυτήν ήσαν ανάγλυφοι μορφαί μόσχων, που ολόγυρα την υπεβάσταζαν. Καθε δέκα πήχεις οι χάλκινοι αυτοί μόσχοι υποβάσταζαν την θάλασσαν, τον λουτήρα αυτόν, ολόγυρα. Αυτοί ευρίσκοντο εις δύο σειράς χυτοί μαζή με τον λουτήρα, ώστε να αποτελούν ένα σώμα.
 
Β Παραλ. 4,4 ᾗ ἐποίησαν αὐτούς, δώδεκα μόσχους, οἱ τρεῖς βλέποντες βοῤῥᾶν καὶ οἱ τρεῖς δυσμὰς καὶ οἱ τρεῖς νότον καὶ οἱ τρεῖς κατ᾿ ἀνατολάς, καὶ ἡ θάλασσα ἐπ᾿ αὐτῶν ἄνω, ἦσαν τὰ ὀπίσθια αὐτῶν ἔσω.
Β Παραλ. 4,4 Οι μόσχοι αυτοί ήσαν εν όλω δώδεκα. Οι τρεις έβλεπαν προς βορράν, οι τρεις προς δυσμάς, οι τρεις προς νότον και οι τρεις προς ανατολάς, η δε θάλασσα εστηρίζετο επάνω εις αυτούς. Οι οπίσω πόδες των μόσχων αυτών ήσαν γυρισμένοι προς το εσωτερικόν μέρος.
 
Β Παραλ. 4,5 καὶ τὸ πάχος αὐτῆς παλαιστής, καὶ τὸ χεῖλος αὐτῆς ὡς χεῖλος ποτηρίου, διαγεγλυμμένα βλαστοὺς κρίνου, χωροῦσαν μετρητὰς τρισχιλίους· καὶ ἐξετέλεσε.
Β Παραλ. 4,5 Το πάχος του λουτήρος αυτού ήτο μία παλάμη, το δε χείλος του, ωσάν χείλος ποτηρίου, ήτο κσμημένον με αναγλύφους βλαστούς ανθισμένων κρίνων. Αυτός ο λουτήρ εχωρούσεν είκοσι και πλέον χιλιάδες κιλά ύδατος. Και αυτόν ο Σολομών τον κατεσκεύασε τέλειον.
 
Β Παραλ. 4,6 καὶ ἐποίησε λουτῆρας δέκα καὶ ἔθηκε τοὺς πέντε ἐκ δεξιῶν καὶ τοὺς πέντε ἐξ ἀριστερῶν τοῦ πλύνειν ἐν αὐτοῖς τὰ ἔργα τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ ἀποκλύζειν ἐν αὐτοῖς· καὶ ἡ θάλασσα εἰς τὸ νίπτεσθαι τοὺς ἱερεῖς ἐν αὐτῇ.
Β Παραλ. 4,6 Ο Σολομών κατεσκεύασεν επίσης άλλους δέκα μικροτέρους λουτήρας, τους οποίους ετοποθέτησε πέντε εις τα δεξιά και πέντε εις τα αριστερά της αυλής του ναού, δια να πλύνουν εντός αυτών τα ζώα, που προσεφέροντο προς ολοκαύτωσιν. Εντός αυτών έπλυναν και τα αλλά προς θυσίαν προσφερόμενα. Ο μέγας όμως λουτήρ, η χαλκίνη θάλασσα, ήτο, δια να νίπτωνται εις αυτήν οι ιερείς μόνον.
 
Β Παραλ. 4,7 καὶ ἐποίησε τὰς λυχνίας τὰς χρυσᾶς δέκα κατὰ τὸ κρίμα αὐτῶν καὶ ἔθηκεν ἐν τῷ ναῷ, πέντε ἐκ δεξιῶν καὶ πέντε ἐξ ἀριστερῶν.
Β Παραλ. 4,7 Ο Σολομών κατεσκεύασεν επίσης δέκα χρυσάς λυχνίας σύμφωνα με την εντολήν του Θεού. Ετοποθέτησε δε αυτάς εις τα Αγια του ναού, πέντε εκ δεξιών και πέντε εξ αριστερών.
 
Β Παραλ. 4,8 καὶ ἐποίησε τραπέζας δέκα καὶ ἔθηκεν ἐν τῷ ναῷ, πέντε ἐκ δεξιῶν καὶ πέντε ἐξ εὐωνύμων, καὶ ἐποίησε φιάλας χρυσᾶς ἑκατόν.
Β Παραλ. 4,8 Κατεσκεύασεν ακόμη δέκα τραπέζας, πέντε από αυτάς ετσποθέτησεν εις τα δεξιά και πέντε, εις τα αριστερά των Αγίων. Κατεσκεύασεν ακόμη και εκατόν χρυσά κύπελλα (δια τας σπονδάς του οίνου).
 
Β Παραλ. 4,9 καὶ ἐποίησε τὴν αὐλὴν τῶν ἱερέων καὶ τὴν αὐλὴν τὴν μεγάλην καὶ θύρας τῇ αὐλῇ καὶ θυρώματα αὐτῶν κατακεχαλκωμένα χαλκῷ·
Β Παραλ. 4,9 Κατεσκεύασε την εσωτερικήν αυλήν δια τους ιερείς και την μεγάλην εξωτερικήν αυλήν και τας θύρας αυτών των αυλών. Τα δε θυρόφυλλο των θυρών τα ενέδυσε με χαλκόν.
 
Β Παραλ. 4,10 καὶ τὴν θάλασσαν ἔθηκεν ἀπὸ γωνίας τοῦ οἴκου ἐκ δεξιῶν ὡς πρὸς ἀνατολὰς κατέναντι.
Β Παραλ. 4,10 Ετοποθέτησε τον μεγάλον λουτήρα, την θάλασσαν, εις μίαν γωνίαν της αυλής προς τα δεξιά στο ανατολικόν μέρος απέναντι από τον ναόν.
 
Β Παραλ. 4,11 καὶ ἐποίησε Χιρὰμ τὰς κρεάγρας καὶ τὰ πυρεῖα καὶ τὴν ἐσχάραν τοῦ θυσιαστηρίου καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτοῦ. καὶ συνετέλεσε Χιρὰμ ποιῆσαι πᾶσαν τὴν ἐργασίαν, ἣν ἐποίησε Σαλωμὼν τῷ βασιλεῖ ἐν οἴκῳ τοῦ Θεοῦ,
Β Παραλ. 4,11 Ο Χιράμ κατεσκεύασε τας περόνας, το πυρεία, την εσχάραν του θυσιαστηρίου και όλα τα άλλα σκεύη αυτού. Ετσι δε ο Χιράμ ετελείωσεν όλον το έργον δια τον βασιλέα Σολομώντα στον οίκον του Θεού.
 
Β Παραλ. 4,12 στύλους δύο καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν γωλὰθ τῇ χωθαρὲθ ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν στύλων δύο καὶ δίκτυα δύο συγκαλύψαι τὰς κεφαλὰς τῶν χωθαρέθ, ἅ ἐστιν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν στύλων,
Β Παραλ. 4,12 Εκαμε τους δύο στύλους, τα δύο σφαιροειδή κιονόκρανα, τα οποία ήσαν εις την κορυφήν των στύλων, τα δύο δικτυωτά που εκάλυπταν τας δύο σφαίρας των κιονοκράνων, το οποία ευρίσκοντο εις την κορυφήν των στύλων.
 
Β Παραλ. 4,13 καὶ κώδωνας χρυσοῦς τετρακοσίους εἰς τὰ δύο δίκτυα καὶ δύο γένη ῥοΐσκων ἐν τῷ δικτύῳ τῷ ἑνὶ τοῦ συγκαλύψαι τὰς δύο γωλὰθ τῶν χωθαρέθ, ἅ ἐστιν ἐπάνω τῶν στύλων.
Β Παραλ. 4,13 Κατεσκεύασεν επίσης τετρακοσίους μικρούς κωδωνίσκους, τους οποίους ετοποθέτησεν εις τα δύο αυτά δίκτυα. Επίσης και δύο σειράς από ομοιώματα καρπών ροδιάς επάνω εις κάθε δίκτυον, δια να καλύπτουν τα δύο αυτά επιστύλια των κιονοκράνων, που ευρίσκοντο στο άνω μέρος των στύλων.
 
Β Παραλ. 4,14 καὶ τὰς μεχωνὼθ ἐποίησε δέκα, καὶ τοὺς λουτῆρας ἐποίησεν ἐπὶ τῶν μεχωνὼθ
Β Παραλ. 4,14 Κατεσκεύασεν επίσης βάθρα και επάνω εις τα βάθρα αυτά ετοποθετησε δέκα λουτήρες.
 
Β Παραλ. 4,15 καὶ τὴν θάλασσαν μίαν καὶ τοὺς μόσχους τοὺς δώδεκα ὑποκάτω αὐτῆς
Β Παραλ. 4,15 Κατεσκεύασε την θάλασσαν, τον μεγάλον λουτήρα, και τους κάτω από αυτήν δώδεκα χαλκίνους μόσχους.
 
Β Παραλ. 4,16 καὶ τοὺς ποδιστῆρας καὶ τοὺς ἀναλημπτῆρας καὶ τοὺς λέβητας καὶ τὰς κρεάγρας καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῶν, ἃ ἐποίησε Χιράμ, καὶ ἀνήνεγκε τῷ βασιλεῖ Σαλωμὼν ἐν οἴκῳ Κυρίου χαλκοῦ καθαροῦ.
Β Παραλ. 4,16 Κατεσκεύασεν ακόμη τα τρίποδα, τα φτυάρια, τους λέβητας, τας κρεάγρας και όλα τα άλλα σκεύη αυτών· τα κατασκεύασεν ο Χιράμ από καθαρόν χαλκόν και τα προσέφερεν στον βασιλέα Σολομώντα δια τον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 4,17 ἐν τῷ περιχώρῳ τοῦ Ἰορδάνου ἐχώνευσεν αὐτὰ ὁ βασιλεὺς ἐν τῷ πάχει τῆς γῆς ἐν οἴκῳ Σοκχὼθ καὶ ἀνὰ μέσον Σαρηδαθά.
Β Παραλ. 4,17 Εχυσεν αυτά ο βασιλεύς εις τα περίχωρα του ποταμού Ιορδάνου εις έδαφος αργιλώδες, εις εργαστήριον που ευρίσκετο μεταξύ Σοκχώθ και Σαρηδαθά.
 
Β Παραλ. 4,18 καὶ ἐποίησε Σαλωμὼν πάντα τὰ σκεύη ταῦτα εἰς πλῆθος σφόδρα, ὅτι οὐκ ἐξέλιπεν ὁλκὴ τοῦ χαλκοῦ.
Β Παραλ. 4,18 Ο Σολομών κατεσκεύασεν όλα αυτά τα σκεύη εις πολύ μεγάλον αριθμόν, διότι ήσαν ανεξάντλητοι αι ποσότητες του χαλκού.
 
Β Παραλ. 4,19 καὶ ἐποίησε Σαλωμὼν πάντα τὰ σκεύη οἴκου Κυρίου καὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ χρυσοῦν καὶ τὰς τραπέζας (καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν ἄρτοι προθέσεως)
Β Παραλ. 4,19 Εκαμεν ακόμη και τα άλλα σκεύη του ναού του Κυρίου, δηλαδή το χρυσούν θυσιαστήριον των θυμιαμάτων, τας τραπέζας (επάνω εις τας οποίας θα ετοποθετούντο οι άρτοι της προθέσεως).
 
Β Παραλ. 4,20 καὶ τὰς λυχνίας καὶ τοὺς λύχνους τοῦ φωτὸς κατὰ τὸ κρίμα καὶ κατὰ πρόσωπον τοῦ δαβὶρ χρυσίου καθαροῦ
Β Παραλ. 4,20 Τας λυχνίας και τους λύχνους από καθαρόν χρυσόν, δια να φωτίζουν εμπρός εις τα Αγια των Αγίων σύμφωνα με την εντολήν του Θεού.
 
Β Παραλ. 4,21 καὶ λαβίδες αὐτῶν καὶ οἱ λύχνοι αὐτῶν καὶ τὰς φιάλας καὶ τὰς θυΐσκας καὶ τὰ πυρεῖα χρυσίου καθαροῦ,
Β Παραλ. 4,21 Κατεσκεύασεν επίσης από καθαρόν χρυσόν τας λαβίδας, τους λύχνους, τας φιάλας, τα θυμιατήρια και τα πυροδοχεία.
 
Β Παραλ. 4,22 καὶ ἡ θύρα τοῦ οἴκου ἡ ἐσωτέρα εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, καὶ τὰς θύρας τοῦ οἴκου τοῦ ναοῦ χρυσᾶς.
Β Παραλ. 4,22 Από καθαρόν χρυσόν κατεσκεύασε την εσωτερικήν θύραν του ναού, η οποία ωδηγούσε εις τα Αγια των Αγίων. Από καθαρόν επίσης χρυσόν κατεσκεύασε και τας θύρας, αι οποίαι ωδηγούσαν εις τα Αγια.
 
Κεφάλαιο 5ο
Β Παραλ. 5,1 Καὶ συνετελέσθη πᾶσα ἡ ἐργασία, ἣν ἐποίησε Σαλωμὼν ἐν οἴκῳ Κυρίου. καὶ εἰσήνεγκε Σαλωμὼν τὰ ἅγια Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον καὶ τὰ σκεύη καὶ ἔδωκεν εἰς θησαυρὸν οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 5,1 Ετσι δε ετελείωσεν όλον το έργον, το οποίον ο Σολομών έκαμε δια τον ναόν του Κυρίου. Ο Σολομών προσέφερεν ο,τι είχεν αφιερώσει ο πατήρ του ο Δαυίδ δια τον ναόν, δηλαδή τον άργυρον, τον χρυσόν και τα σκεύη, και παρέδωκεν όλα αυτά εις τα θησαυροφυλάκια του ναού του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 5,2 τότε ἐξεκκλησίασε Σαλωμὼν πάντας τοὺς πρεσβυτέρους Ἰσραὴλ καὶ πάντας τοὺς ἄρχοντας τῶν φυλῶν τοὺς ἡγουμένους πατριῶν υἱῶν Ἰσραὴλ εἰς Ἱερουσαλὴμ τοῦ ἀνενέγκαι κιβωτὸν διαθήκης Κυρίου ἐκ πόλεως Δαυὶδ (αὕτη Σιών)·
Β Παραλ. 5,2 Τοτε ο Σολομών συνεκάλεσεν εις την Ιερουσαλήμ όλους τους αρχηγούς των φυλών, τους αρχηγούς των πατριαρχικών οικογενειών του ισραηλιτικού λαού, δια να αναβιβάσουν με πομπήν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου από την πόλιν Δαυίδ (αυτή είναι η Σιών).
 
Β Παραλ. 5,3 καὶ ἐξεκκλησιάσθησαν πρὸς τὸν βασιλέα πᾶς Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἑορτῇ (οὗτος ὁ μὴν ἕβδομος)
Β Παραλ. 5,3 Πράγματι συνεκεντρώθησαν όλοι οι Ισραηλίται πλησίον του βασιλέως κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας (η οποία ετελείτο κατά τον έβδομον μήνα).
 
Β Παραλ. 5,4 καὶ ἦλθον πάντες οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραὴλ καὶ ἔλαβον πάντες οἱ Λευῖται τὴν κιβωτὸν
Β Παραλ. 5,4 Ηλθαν, λοιπόν, όλοι οι πρεσβύτεροι του ισραηλιτικού λαού εις την Ιερουσαλήμ· και οι Λευίται επήραν εις τα χέρια των την Κιβωτόν,
 
Β Παραλ. 5,5 καὶ ἀνήνεγκαν τὴν κιβωτὸν καὶ τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ ἅγια ἐν τῇ σκηνῇ, καὶ ἀνήνεγκαν αὐτὴν οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται.
Β Παραλ. 5,5 την Σκηνήν του Μαρτυρίου, όπως επίσης και όλα τα καθιερωμένα σκεύη που υπήρχον εις την Σκηνήν. Την Κιβωτόν ανεβίβασαν οι ιερείς, τα δε άλλα καθιερωμένα σκεύη τα ανεβίβασαν οι Λευίται.
 
Β Παραλ. 5,6 καὶ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν καὶ πᾶσα συναγωγὴ Ἰσραὴλ καὶ οἱ φοβούμενοι καὶ οἱ ἐπισυνηγμένοι αὐτῶν ἔμπροσθεν τῆς κιβωτοῦ θύοντες μόσχους καὶ πρόβατα, οἳ οὐκ ἀριθμηθήσονται καὶ οἳ οὐ λογισθήσονται ἀπὸ τοῦ πλήθους.
Β Παραλ. 5,6 Ο βασιλεύς Σολομών και όλη η συγκέντρωσις των Ισραηλιτών και οι φοβούμενοι τον Κυριον, και όλοι οι συναχθέντες εμπρός εις την Κιβωτόν εθυσίαζον μόσχους και πρόβατα, τα οποία δια το πολύ αυτών πλήθος δεν ήτο δυνατόν να αριθμηθούν.
 
Β Παραλ. 5,7 καὶ εἰσήνεγκαν οἱ ἱερεῖς τὴν κιβωτὸν διαθήκης Κυρίου εἰς τὸν τόπον αὐτῆς, εἰς τὸ δαβὶρ τοῦ οἴκου εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ὑποκάτω τῶν πτερύγων τῶν Χερουβίμ.
Β Παραλ. 5,7 Οι ιερείς έφεραν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου στον προωρισμένον δι' αυτήν τόπον, στο δαβίρ του ναού, δηλαδή εις τα Αγια των Αγίων και την ετοποθέτησαν κάτω από τας πτέρυγας των Χερουβίμ.
 
Β Παραλ. 5,8 καὶ ἦν τὰ Χερουβὶμ διαπεπετακότα τὰς πτέρυγας αὐτῶν ἐπὶ τὸν τόπον τῆς κιβωτοῦ, καὶ συνεκάλυπτε τὰ Χερουβὶμ ἐπὶ τὴν κιβωτὸν καὶ ἐπὶ τοὺς ἀναφορεῖς αὐτῆς ἐπάνωθεν·
Β Παραλ. 5,8 Τα Χερουβίμ είχαν ανοικτάς τας πτέρυγάς των επάνω από την θέσιν της Κιβωτού και αυτά εκάλυπτον την Κιβωτόν και τους αναφορείς αυτής.
 
Β Παραλ. 5,9 καὶ ὑπερεῖχον οἱ ἀναφορεῖς, καὶ ἐβλέποντο αἱ κεφαλαὶ τῶν ἀναφορέων ἐκ τῶν ἁγίων εἰς πρόσωπον τοῦ δαβίρ, οὐκ ἐβλέποντο ἔξω· καὶ ἦσαν ἐκεῖ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Β Παραλ. 5,9 Αυτοί οι αναφορείς ήσαν αρκετά μακροί, ώστε εφαίνοντο τα άκρα των από τα Αγια έμπροσθεν του δαβίρ, αλλ' όχι όμως και από το εξωτερικόν. Η Κιβωτός και όλα αυτά ευρίσκοντο εκεί έως αυτήν την ημέραν.
 
Β Παραλ. 5,10 οὐκ ἦν ἐν τῇ κιβωτῷ πλὴν δύο πλάκες, ἃς ἔθηκε Μωυσῆς ἐν Χωρήβ, ἃ διέθετο Κύριος μετὰ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐν τῷ ἐξελθεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου.
Β Παραλ. 5,10 Μέσα εις την Κιβωτόν δεν υπήρχον παρά αι δύο πλάκες, τας οποίας είχε τοποθετήσει ο Μωϋσής, όταν ευρίσκετο στο όρος Χωρήβ, τότε που ο Κυριος συνήψε την διαθήκην του με τον ισραηλιτικόν λαόν, μετά την έξοδον αυτών από την Αίγυπτον.
 
Β Παραλ. 5,11 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐξελθεῖν τοὺς ἱερεῖς ἐκ τῶν ἁγίων -ὅτι πάντες οἱ ἱερεῖς οἱ εὑρεθέντες ἡγιάσθησαν, οὐκ ἦσαν διατεταγμένοι κατ᾿ ἐφημερίαν,
Β Παραλ. 5,11 Οι ιερείς εξήλθον από τον κυρίως ναόν από τα Αγια, όπου είχον εισέλθει και αγιασθή όλοι οι παρευρεθέντες ιερείς ανεξαρτήτως της ιερατικής τάξεως, εις την οποίαν ανήκον.
 
Β Παραλ. 5,12 καὶ οἱ Λευῖται οἱ ψαλτῳδοὶ πάντες τοῖς υἱοῖς Ἀσάφ, τῷ Αἰμάν, τῷ Ἰδιθοὺν καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτῶν καὶ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν, τῶν ἐνδεδυμένων στολὰς βυσσίνας, ἐν κυμβάλοις καὶ ἐν νάβλαις καὶ ἐν κινύραις, ἑστηκότες κατέναντι τοῦ θυσιαστηρίου καὶ μετ᾿ αὐτῶν ἱερεῖς ἑκατὸν εἴκοσι σαλπίζοντες ταῖς σάλπιγξι·
Β Παραλ. 5,12 Ολοι οι Λευίται, οι οποίοι ήσαν ψάλται απόγονοι του Ασάφ, του Αιμάν, του Ιδιθούν, οι υιοί αυτών και οι αδελφοί των, ενδεδυμένοι βυσσίνους στολάς, κρατούντες εις τα χέρια των κύμβαλα, νάβλας, κινύρας, ευρίσκοντο όρθιοι ενώπιον του θυσιαστηρίου και μαζή με αυτούς ήσαν εκατόν ιερείς, οι οποίοι εσάλπιζαν με τας ιεράς σάλπχγγας.
 
Β Παραλ. 5,13 καὶ ἐγένετο μία φωνὴ ἐν τῷ σαλπίζειν καὶ ἐν τῷ ψαλτῳδεῖν καὶ ἐν τῷ ἀναφωνεῖν φωνῇ μιᾷ τοῦ ἐξομολογεῖσθαι καὶ αἰνεῖν τῷ Κυρίῳ- καὶ ὕψωσαν φωνὴν ἐν σάλπιγξι καὶ ἐν κυμβάλοις καὶ ἐν ὀργάνοις τῶν ᾠδῶν καὶ ἔλεγον· ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθόν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. καὶ ὁ οἶκος ἐνεπλήσθη νεφέλης δόξης Κυρίου,
Β Παραλ. 5,13 Καθώς δε αι σάλπιγγες αντήχησαν, και εκείνοι οι οποίοι έψαλλον, με μίαν φωνήν εδοξολογούσαν και υμνούσαν τον Κυριον. Υψωσαν τας φωνάς των με τους ήχους των σαλπίγγων και με τα κύμδαλα και με τα όργανα των οδών και έλεγαν· “δοξολογήσατε τον Κυριον, διότι είναι αγαθός και το έλεός του μένει στον αιώνα”. Κατά την στιγμήν εκείνην ο ναός εγέμισεν από ολόλαμπρον νεφέλην της δόξης του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 5,14 καὶ οὐκ ἠδύναντο οἱ ἱερεῖς τοῦ στῆναι λειτουργεῖν ἀπὸ προσώπου τῆς νεφέλης, ὅτι ἐνέπλησε δόξα Κυρίου τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ.
Β Παραλ. 5,14 Οι δε ιερείς ήτο αδύνατον να σταθούν εκεί, δια να εκτελέσουν την υπηρεσίαν των από το φως της νεφέλης, διότι η δόξα του Κυρίου εγέμισε τον ναόν του Θεού.
 
Κεφάλαιο 6ο
Β Παραλ. 6,1 Τότε εἶπε Σαλωμών· Κύριος εἶπε τοῦ κατασκηνῶσαι ἐν γνόφῳ·
Β Παραλ. 6,1 Τοτε είπεν ο Σολομών· “ο Κυριος απεφάσισε να κατοικήση μέσα εις την σκοτεινήν νεφέλην.
 
Β Παραλ. 6,2 καὶ ἐγὼ ᾠκοδόμηκα οἶκον τῷ ὀνόματί σου ἅγιόν σοι καὶ ἕτοιμον τοῦ κατασκηνῶσαι εἰς τοὺς αἰῶνας.
Β Παραλ. 6,2 Εγώ όμως, Κυριε, οικοδόμησα τον ναόν αυτόν στο Ονομά σου, αφιερωμένον εις σέ, έτοιμον δια να κατοικήσης εις αυτόν στους αιώνας των αιώνων”.
 
Β Παραλ. 6,3 καὶ ἐπέστρεψεν ὁ βασιλεὺς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὴν πᾶσαν ἐκκλησίαν Ἰσραήλ, καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία Ἰσραὴλ παρειστήκει.
Β Παραλ. 6,3 Ο βασιλεύς Σολομών εγύρισε το πρόσωπόν του προς τον λαόν και ευλόγησεν όλην την συνάθροισιν των Ισραηλιτών. Ολοι δε οι Ισραηλίται ίσταντο όρθιοι με ευλάβειαν.
 
Β Παραλ. 6,4 καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, ὡς ἐλάλησεν ἐν στόματι αὐτοῦ πρὸς Δαυὶδ τὸν πατέρα μου καὶ ἐν χερσὶν αὐτοῦ ἐπλήρωσε λέγων·
Β Παραλ. 6,4 Ο Σολομών εδοξολόγησε τότε τον Θεόν και είπε· “δοξασμένος ας είναι Κυριος ο Θεός του ισραηλιτικού λαού, διότι αυτός ο ίδιος υπεσχέθη προς τον πατέρα μου τον Δαυίδ και με τα παντοδύναμα χέρια του εξετέλεσεν ο,τι τότε είχεν υποσχεθή.
 
Β Παραλ. 6,5 ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἧς ἀνήγαγον τὸν λαόν μου ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ ἐξελεξάμην ἐν πόλει ἀπὸ πασῶν φυλῶν Ἰσραὴλ τοῦ οἰκοδομῆσαι οἶκον τοῦ εἶναι τό ὄνομά μου ἐκεῖ καὶ οὐκ ἐξελεξάμην ἀνδρὶ τοῦ εἶναι εἰς ἡγούμενον ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ·
Β Παραλ. 6,5 Αυτός είχεν είπει· Από την ημέραν, κατά την οποίαν έβγαλα ελεύθερον τον λαόν μου από την χώραν της Αιγύπτου, καμμίαν άλλην πόλιν από όλας τας φυλάς του ισραηλιτικού λαού δεν εξέλεξα, δια να οικοδομήσω εκεί ναόν προς τιμήν του Ονόματός μου, ει μη μόνον την Ιερουσαλήμ. Και κανένα άλλον άνδρα δεν εξέλεξα ως βασιλέα επί του Ισραηλιτικού λαού. Πλην του Δαυίδ.
 
Β Παραλ. 6,6 καὶ ἐξελεξάμην τὴν Ἱερουσαλὴμ γενέσθαι τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ καὶ ἐξελεξάμην ἐν Δαυὶδ τοῦ εἶναι ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 6,6 Εγώ εξέλεξα την Ιερουσαλήμ, δια να δοξάζεται εκεί το Ονομά μου, και εγώ εξέλεξα τον Δαυίδ, δια να είναι βασιλεύς στον λαόν μου τον ισραηλιτικόν.
 
Β Παραλ. 6,7 καὶ ἐγένετο ἐπὶ καρδίαν Δαυὶδ τοῦ πατρός μου τοῦ οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ,
Β Παραλ. 6,7 Εις την καρδίαν δε του Δαυίδ του πατρός μου εγενήθη η επιθυμία και ο πόθος να ανοικοδομήση ναόν εν τω ονόματι Κυρίου του Θεού του Ισραήλ.
 
Β Παραλ. 6,8 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Δαυὶδ πατέρα μου· διότι ἐγένετο ἐπὶ καρδίαν σου τοῦ οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματί μου, καλῶς ἐποίησας, ὅτι ἐγένετο ἐπὶ τὴν καρδίαν σου·
Β Παραλ. 6,8 Αλλά ο Κυριος είπε προς τον Δαυίδ, τον πατέρα μου· Η επιθυμία, που εγενήθη εις την καρδίαν σου να οικοδομήσης ναόν εις δόξαν του ονόματός μου, καλή επιθυμία είναι και καλώς αυτή εγέμισε την καρδίαν σου.
 
Β Παραλ. 6,9 πλὴν σὺ οὐκ οἰκοδομήσεις τὸν οἶκον, ὅτι ὁ υἱός σου, ὃς ἐξελεύσεται ἐκ τῆς ὀσφύος σου, οὗτος οἰκοδομήσει τὸν οἶκον τῷ ὀνόματί μου.
Β Παραλ. 6,9 Πλην όμως συ δεν θα ανοικοδομήσης τον ναόν αυτόν, άλλα ο υιός σου, ο οποίος θα εξέλθη από τα σπλάγχνα σου, αυτός θα ανοικοδομήση τον ναόν τον αφιερωμένον στο Ονομά μου.
 
Β Παραλ. 6,10 καὶ ἀνέστησε Κύριος τὸν λόγον τοῦτον, ὃν ἐλάλησε, καὶ ἐγενήθην ἀντὶ Δαυὶδ τοῦ πατρός μου καὶ ἐκάθισα ἐπὶ τὸν θρόνον Ἰσραήλ, καθὼς ἐλάλησε Κύριος, καὶ ᾠκοδόμησα τὸν οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ Ἰσραὴλ
Β Παραλ. 6,10 Ο Κυριος εξεπλήρωσε την υπόσχεσίν του αυτήν, την οποίαν ρητώς είχεν είπει, και ιδού ότι εγώ διεδέχθην τον πατέρα μου, τον Δαυίδ, και εκάθισα στον βασιλικόν θρόνον του ισραηλιτικού λαού, όπως είχεν υποσχεθή ο Κυριος. Και ανοικοδόμησα τον ναόν προς δόξαν του ονόματος Κυρίου του Θεού του ισραηλιτικού λαού.
 
Β Παραλ. 6,11 καὶ ἔθηκα ἐκεῖ τὴν κιβωτόν, ἐν ᾗ ἐκεῖ διαθήκη Κυρίου, ἣν διέθετο τῷ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 6,11 Εκεί έθεσα την Κιβωτόν του Μαρτυρίου, μέσα εις την οποίαν υπάρχει η Διαθήκη του Κυρίου, την οποίαν αυτός συνήψε με τον ισραηλιτικόν λαόν”.
 
Β Παραλ. 6,12 Καὶ ἔστη κατέναντι τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου ἔναντι πάσης ἐκκλησίας Ἰσραὴλ καὶ διεπέτασε τὰς χεῖρας αὐτοῦ·
Β Παραλ. 6,12 Εστάθη ο Σολομών όρθιος ενώπιον του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων και ενώπιον όλης της συγκεντρώσεως του ισραηλιτικού λαού και ύψωσε τας χείρας αυτού στον ουρανόν, δια να προσευχηθή προς τον Κυριον.
 
Β Παραλ. 6,13 ὅτι ἐποίησε Σαλωμὼν βάσιν χαλκῆν καὶ ἔθηκεν αὐτὴν ἐν μέσῳ τῆς αὐλῆς τοῦ ἱεροῦ, πέντε πήχεων τὸ μῆκος αὐτῆς καὶ πέντε πήχεων τὸ εὖρος αὐτῆς καὶ τριῶν πήχεων τὸ ὕψος αὐτῆς, καὶ ἔστη ἐπ᾿ αὐτῆς καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τὰ γόνατα ἔναντι πάσης ἐκκλησίας Ἰσραὴλ καὶ διεπέτασε τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν
Β Παραλ. 6,13 Είχεν ήδη κατασκευάσει ο Σολομών χάλκινον βάθρον, το οποίον έθεσεν στο μέσον της αυλής του ναού, το μήκος του βάθρου αυτού ήτο πέντε πήχεις, το πλάτος του επίσης πέντε πήχεις, το δε ύψος του ήτο τρεις πήχεις. Ανέβη και εστάθη ο Σολομών επάνω στο βάθρον αυτό, έπειτα έπεσεν εις τα γόνατα ενώπιον της συγκεντρώσεως ολοκλήρου του ισραηλιτικού λαού, ύψωσε τας χείρας του προς τον ουρανόν και είπε·
 
Β Παραλ. 6,14 καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, οὐκ ἔστιν ὅμοιός σοι Θεὸς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, φυλάσσων τὴν διαθήκην καὶ τὸ ἔλεος τοῖς παισί σου τοῖς πορευομένοις ἐναντίον σου ἐν ὅλῃ καρδίᾳ.
Β Παραλ. 6,14 “Κυριε, Θεέ του ισραηλιτικού λαού, δεν υπάρχει στον ουρανόν και εις την γην άλλος Θεός όμοιος προς σέ, ο οποίος εκπληρώνεις τας υποσχέσεις σου και παρέχστο έλεός σου στους δούλους σου, οι οποίοι πορεύονται ενώπιόν σου με όλην την ειλικρίνειαν της καρδίας των.
 
Β Παραλ. 6,15 ἃ ἐφύλαξας τῷ παιδί σου Δαυὶδ τῷ πατρί μου, ἃ ἐλάλησας αὐτῷ λέγων, καὶ ἐλάλησας ἐν στόματί σου καὶ ἐν χερσί σου ἐπλήρωσας ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη.
Β Παραλ. 6,15 Συ επραγματοποίησες στον δούλον σου, τον πατέρα μου Δαυίδ, εκείνα, τα οποία είχες είπει εις αυτόν περί του ναού όσα με το ίδιο σου το στόμα του υπεσχέθης επραγματοποίησες δια της παντοδυνάμου χειρός σου, όπως μαρτυρεί η σημερινή ημέρα.
 
Β Παραλ. 6,16 καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, φύλαξον τῷ παιδί σου τῷ Δαυὶδ τῷ πατρί μου ἃ ἐλάλησας αὐτῷ λέγων· οὐκ ἐκλείψει σοι ἀνὴρ ἀπὸ προσώπου μου καθήμενος ἐπὶ θρόνου Ἰσραήλ, πλὴν ἐὰν φυλάξωσιν οἱ υἱοί σου τὴν ὁδὸν αὐτῶν τοῦ πορεύεσθαι ἐν τῷ νόμῳ μου, ὡς ἐπορεύθης ἐναντίον μου.
Β Παραλ. 6,16 Και τώρα, Κυριε, Θεέ του Ισραήλ, εκπλήρωσε και όσά άλλα υπεσχέθης στον δούλον σου, τον πατέρα μου Δαυίδ, όταν εις αυτόν έλεγες· Δεν θα παύση να υπάρχη ενώπιόν μου βασιλεύς επί του ισραηλιτικού θρόνου απόγονός σου, υπό την προϋπόθεσιν ότι οι απόγονοί σου θα προσέξουν και θα φυλάξουν τον δρόμον των, ώστε να πορεύωνται σύμφωνα με τον νόμον μου, όπως επορεύθης συ ενώπιόν μου.
 
Β Παραλ. 6,17 καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, πιστωθήτω δὴ τὸ ῥῆμά σου, ὃ ἐλάλησας τῷ παιδί σου τῷ Δαυίδ,
Β Παραλ. 6,17 Και τώρα Κυριε, Θεέ του Ισραηλιτικού λαού, ας αποδειχθή πιστός και αληθινός ο λόγος σου και ας πραγματοποιηθή αυτό, το οποίον υπεσχέθης στον δούλον σου τον Δαυίδ.
 
Β Παραλ. 6,18 ὅτι εἰ ἀληθῶς κατοικήσει Θεὸς μετὰ ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς; εἰ ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ οὐκ ἀρκέσουσί σοι, καὶ τίς ὁ οἶκος οὗτος, ὃν ᾠκοδόμησα;
Β Παραλ. 6,18 Αλλά πως είναι δυνατόν να κατοικήση ο Θεός μαζή με τους ανθρώπους επί της γης; Εάν το στερέωμα και ο ουρανός του ουρανού δεν είναι αρκετοί να βαστάσουν το μεγαλείον σου, τι είναι ο οίκος αυτός, τον οποίον εγώ έχώ ανοικοδομήσει;
 
Β Παραλ. 6,19 καὶ ἐπιβλέψῃ ἐπὶ τὴν προσευχὴν παιδός σου καὶ ἐπὶ τὴν δέησίν μου, Κύριε ὁ Θεός, τοῦ ἐπακοῦσαι τῆς δεήσεως καὶ τῆς προσευχῆς, ἧς ὁ παῖς σου προσεύχεται ἐναντίον σου σήμερον,
Β Παραλ. 6,19 Αλλά, συ Κυριε και Θεέ μου, θα συγκαταβής να επιβλέψης εις την προσευχήν του δούλου σου, να ακούσης την δέησίν μου και την προσευχήν μου, την οποίαν ο δούλος σου απευθύνει ενώπιόν σου σήμερον.
 
Β Παραλ. 6,20 τοῦ εἶναι ὀφθαλμούς σου ἀνεῳγμένους ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦτον ἡμέρας καὶ νυκτὸς εἰς τὸν τόπον τοῦτον, ὃν εἶπας ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομά σου ἐκεῖ, τοῦ ἀκοῦσαι τῆς προσευχῆς, ἧς προσεύχεται ὁ παῖς σου εἰς τὸν τόπον τοῦτον.
Β Παραλ. 6,20 Σε ικετεύω να είναι ανοικτοί οι οφθαλμοί σου ημέραν και νύκτα στον ναόν και τον τόπον τούτον, όπου συ ώρισες να επικαλούνται το Ονομά σου οι άνθρωποι. Ας είναι ανοικτοί οι οφθαλμοί σου και τα ώτα σου, δια να ακούης την προσευχήν, την οποίαν σου απευθύνω εγώ ο δούλος σου στον τόπον αυτόν.
 
Β Παραλ. 6,21 καὶ ἀκούσῃ τῆς δεήσεως τοῦ παιδός σου καὶ τοῦ λαοῦ σου Ἰσραήλ, ἃ ἂν προσεύξωνται εἰς τὸν τόπον τοῦτον, καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐν τῷ τόπῳ τῆς κατοικήσεώς σου ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἀκούσῃ καὶ ἵλεως ἔσῃ.
Β Παραλ. 6,21 Θα ακούσης, Κυριε, τας δεήσεις εμού του δούλου σου και του ισραηλιτικού λαού, τας οποίας θα απευθύνουν προς σε στον τόπον τούτον. Ναι, Κυριε, θα ακούσης από τον τόπον της ουρανίου κατοικίας σου τας προσευχάς, θα τας δεχθής και θα γίνης σπλαγχνικός στους προσευχομένους προς σέ.
 
Β Παραλ. 6,22 ἐὰν ἁμάρτῃ ἀνὴρ τῷ πλησίον αὐτοῦ καὶ λάβῃ ἐπ᾿ αὐτὸν ἀρὰν τοῦ ἀρᾶσθαι αὐτόν, καὶ ἔλθῃ καὶ ἀράσηται κατέναντι τοῦ θυσιαστηρίου ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ,
Β Παραλ. 6,22 Εάν κανείς αδικήση τον πλησίον του και πάρη επάνω του όρκον και έλθη αυτός και ορκισθή ενώπιον του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων στον ναόν τούτον,
 
Β Παραλ. 6,23 καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ποιήσεις καὶ κρινεῖς τοὺς δούλους σου τοῦ ἀποδοῦναι τῷ ἀνόμῳ καὶ ἀποδοῦναι ὁδοὺς αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ τοῦ δικαιῶσαι δίκαιον, τοῦ ἀποδοῦναι αὐτῷ κατὰ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ.
Β Παραλ. 6,23 συ θα ακούσης από τον ουρανόν και θα κάμης την κρίσιν σου μεταξύ των δούλων σου, ώστε εάν ο αδικήσας ορκισθή ψευδώς, να τιμωρήσης τον άνομον και να ρίψης επάνω στο κεφάλι του την αδικίαν, που διέπραξεν, έτσι δε θα αποδείξης αθώον τον δίκαιον και θα αποδώσης εις αυτόν ανάλογα με την δικαιοσύνην του.
 
Β Παραλ. 6,24 καὶ ἐὰν θραυσθῇ ὁ λαός σου Ἰσραὴλ κατέναντι τοῦ ἐχθροῦ, ἐὰν ἁμάρτωσί σοι, καὶ ἐπιστρέψωσι καὶ ἐξομολογήσωνται τῷ ὀνόματί σου καὶ προσεύξωνται καὶ δεηθῶσιν ἐναντίον σου ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ,
Β Παραλ. 6,24 Εάν συντριβούν και αιχμαλωτισθούν από τον εχθρόν των οι Ισραηλίται, διότι ημάρτησαν ενώπιόν σου, έπειτα όμως επιστρέψουν εν μετάνοια προς σε και δοξάσουν το Ονομά σου και προσευχηθούν και δεηθούν ενώπιόν σου στρεφόμενοι προς τον ναόν τούτον,
 
Β Παραλ. 6,25 καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἵλεως ἔσῃ ταῖς ἁμαρτίαις λαοῦ σου Ἰσραὴλ καὶ ἀποστρέψεις αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν, ἣν ἔδωκας αὐτοῖς καὶ τοῖς πατράσιν αὐτῶν.
Β Παραλ. 6,25 συ θα ακούσης από τον ουρανόν την προσευχήν των, θα γίνης ίλεως εις τας αμαρτίας του ισραηλιτικού λαού, θα ελευθερώσης και θα επιστρέψης αυτούς από την αιχμαλωσίαν εις την χώραν αυτήν, την οποίαν συ έχεις δώσει εις αυτούς και στους προγόνους των.
 
Β Παραλ. 6,26 ἐν τῷ συσχεθῆναι τὸν οὐρανὸν καὶ μὴ γενέσθαι ὑετόν, ὅτι ἁμαρτήσονταί σοι, καὶ προσεύξονται εἰς τὸν τόπον τοῦτον καὶ αἰνέσουσι τὸ ὄνομά σου καὶ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν, ὅτι ταπεινώσεις αὐτούς,
Β Παραλ. 6,26 Οταν δε κλείση ο ουρανός και δεν πέση βροχή εις την γην, διότι θα έχουν αμαρτήσει απέναντί σου οι δούλοι σου, προσευχηθούν όμως στον τόπον τούτον και δοξάσουν το Ονομά σου και μετανοήσουν από τας αμαρτίας των εξ αιτίας της θλίψεως, που τους απέστειλες,
 
Β Παραλ. 6,27 καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἵλεως ἔσῃ ταῖς ἁμαρτίαις τῶν παίδων σου καὶ τοῦ λαοῦ σου Ἰσραήλ, ὅτι δηλώσεις αὐτοῖς τὴν ὁδὸν τὴν ἀγαθήν, ἐν ᾗ πορεύσονται ἐν αὐτῇ, καὶ δώσεις ὑετὸν ἐπὶ τὴν γῆν σου, ἣν ἔδωκας τῷ λαῷ σου εἰς κληρονομίαν.
Β Παραλ. 6,27 συ πάλιν θα ακούσης από τον ουρανόν την προσευχήν των, θα είσαι ίλεως δια τας αμαρτίας των δούλων σου και όλου του ισραηλιτικού λαού, θα δείξης εις αυτούς την ευθείαν οδόν, που πρέπει να βαδίσουν, και θα στείλης βροχήν εις την γην σου, την οποίαν συ έδωκες εις τον λαόν σου ως κληρονομίαν.
 
Β Παραλ. 6,28 λιμὸς ἐὰν γένηται ἐπὶ τῆς γῆς, θάνατος ἐὰν γένηται, ἀνεμοφθορία καὶ ἴκτερος, ἀκρὶς καὶ βροῦχος ἐὰν γένηται, καὶ ἐὰν θλίψῃ αὐτὸν ὁ ἐχθρὸς κατέναντι τῶν πόλεων αὐτῶν, κατὰ πᾶσαν πληγὴν καὶ πάντα πόνον,
Β Παραλ. 6,28 Εάν πέση πείνα εις την χώραν αυτήν, εάν συμβή θανατηφόρος επιδημία, ελονοσία και ίκτερος, εάν επιπέση ακρίδα και βρούχος, εάν εχθρός καταθλίψη τον λαόν σου πολιορκών τας πόλστου, εάν οιαδήποτε πληγή και θλίψις εκσπάση εναντίον του,
 
Β Παραλ. 6,29 καὶ πᾶσα προσευχὴ καὶ πᾶσα δέησις, ἣ ἐὰν γένηται παντὶ ἀνθρώπῳ καὶ παντὶ λαῷ σου Ἰσραήλ, ἐὰν γνῷ ἄνθρωπος τὴν ἀφὴν αὐτοῦ καὶ τὴν μαλακίαν αὐτοῦ καὶ διαπετάσῃ τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς τὸν οἶκον τοῦτον,
Β Παραλ. 6,29 Τοτε δε αναπεμφθή προς σε κάθε προσευχή και κάθε δέησις από ενός εκάστου ανθρώπου και από όλον μαζή τον ισραηλιτικόν σου λαόν, όταν οι άνθρωποι αυτοί συναισθανθούν την θλίψιν των και την ασθένειάν των, και υψώσουν τας χείρας των προς σε στον ναόν τούτον,
 
Β Παραλ. 6,30 καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου σου καὶ ἱλάσῃ καὶ δώσεις ἀνδρὶ κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ, ὡς ἂν γνῷς τὴν καρδίαν αὐτοῦ, ὅτι μόνος γινώσκεις τὴν καρδίαν υἱῶν ἀνθρώπων,
Β Παραλ. 6,30 συ από τον ουρανόν, από το τέλειον αυτό κατοικητήριόν σου, θα ακούσης την προσευχήν των και θα γίνης ίλεως προς αυτούς. Θα δώσης στον καθένα από αυτούς κατά τας επιθυμίας των, όταν κατανοήσης την καρδίαν των συ, ο οποίος μόνος γνωρίζεις τας καρδίας των υιών των ανθρώπων.
 
Β Παραλ. 6,31 ὅπως φοβῶνται πάσας ὁδούς σου πάσας τὰς ἡμέρας, ἃς αὐτοὶ ζῶσιν ἐπὶ πρόσωπον τῆς γῆς, ἧς ἔδωκας τοῖς πατράσιν ἡμῶν.
Β Παραλ. 6,31 Αυτό δέ, δια να σέβωνται οι άνθρωποι όλας τας οδούς σου, καθ' όλας τας ημέρας, κατά τας οποίας αυτοί θα ζουν επάνω εις την γην, την οποίαν συ έδωσες στους πατέρας ημών.
 
Β Παραλ. 6,32 καὶ πᾶς ἀλλότριος, ὃς οὐκ ἐκ τοῦ λαοῦ σου Ἰσραήλ ἐστιν αὐτὸς καὶ ἔλθῃ ἐκ γῆς μακρόθεν διὰ τὸ ὄνομά σου τὸ μέγα καὶ τὴν χεῖρά σου τὴν κραταιὰν καὶ τὸν βραχίονά σου τὸν ὑψηλὸν καὶ ἔλθωσι καὶ προσεύξωνται εἰς τὸν τόπον τοῦτον,
Β Παραλ. 6,32 Και κάθε ξένος, ο οποίος δεν προέρχεται από τον ισραηλιτικόν λαόν, ήλθεν όμως από μακρυνήν χώραν εδώ, διότι έχει πληροφορηθή θαυμαστά γεγονότα δια το μέγα Ονομά σου, δια το παντοδύναμον και ένδοξον χέρι σου, εάν και αυτός έλθη και προσευχηθήήστον τόπον τούτον,
 
Β Παραλ. 6,33 καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου σου καὶ ποιήσεις κατὰ πάντα, ὅσα ἂν ἐπικαλέσηταί σε ὁ ἀλλότριος, ὅπως γνῶσι πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς τὸ ὄνομά σου καὶ τοῦ φοβεῖσθαί σε ὡς ὁ λαός σου Ἰσραὴλ καὶ τοῦ γνῶναι ὅτι τὸ ὄνομά σου ἐπικέκληται ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦτον, ὃν ᾠκοδόμησα.
Β Παραλ. 6,33 συ από τον ουρανόν, από το τέλειον κατοικητήριόν σου, θα ακούσης την προσευχήν του και θα εκπληρώσης όλα όσα ζητήση από σε ο ξένος αυτός. Και τούτο, δια να μάθουν όλοι οι λαοί της γης το Ονομά σου και να σε σέβωνται, όπως σε σέβεται ο ισραηλιτικός λαός, δια να μάθουν ότι το Ονομά σου δοξάζεται και αυτό επικαλούνται στον οίκον τούτον, τον οποίον εγώ οικοδόμησα.
 
Β Παραλ. 6,34 ἐὰν δὲ ἐξέλθῃ ὁ λαός σου εἰς πόλεμον ἐπὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ ἐν ὁδῷ, ᾗ ἀποστελεῖς αὐτούς, καὶ προσεύξωνται πρός σε κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πόλεως ταύτης, ἣν ἐξελέξω ἐν αὐτῇ, καὶ οἴκου, οὗ ᾠκοδόμηκα τῷ ὀνόματί σου,
Β Παραλ. 6,34 Εάν ο λαός σου εξέλθη εις πόλεμον εναντίον των εχθρών του κατά διαταγήν σου και στον δρόμον, στον οποίον θα στείλης αυτούς, προσευχηθούν προς σε εστραμμένοι προς την πόλιν αυτήν, εντός της οποίας εξέλεξες συ να μένης, και προς τον ναόν αυτόν, τον οποίον οικοδόμησα και αφιέρωσα στο Ονομά σου,
 
Β Παραλ. 6,35 καὶ ἀκούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τῆς προσευχῆς αὐτῶν καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν καὶ ποιήσεις τὸ δικαίωμα αὐτῶν.
Β Παραλ. 6,35 συ θα ακούσης από τον ουρανόν την προσευχήν και την δέησιν αυτών και θα αποδώσης εις αυτούς το δίκαιον.
 
Β Παραλ. 6,36 ὅτι ἁμαρτήσονταί σοι (ὅτι οὐκ ἔσται ἄνθρωπος, ὃς οὐχ ἁμαρτήσεται) καὶ πατάξεις αὐτοὺς καὶ παραδώσεις αὐτοὺς κατὰ πρόσωπον ἐχθρῶν καὶ αἰχμαλωτεύσουσιν αὐτοὺς οἱ αἰχμαλωτεύοντες αὐτοὺς εἰς γῆν ἐχθρῶν εἰς γῆν μακρὰν ἢ ἐγγὺς
Β Παραλ. 6,36 Εάν αμαρτήσουν απέναντί σου, (διότι δεν θα υπάρξη άνθρωπος, που δεν θα αμαρτήση) και τιμωρήσης αυτούς και τους παραδώσης εις τα χέρια των εχθρών των, οι δε εχθροί των τους αιχμαλωτίσουν και τους μεταφέρουν εις εχθρικήν χώραν πλησίον η μακράν,
 
Β Παραλ. 6,37 καὶ ἐπιστρέψωσι καρδίαν αὐτῶν ἐν τῇ γῇ αὐτῶν, οὗ μετήχθησαν ἐκεῖ, καί γε ἐπιστρέψωσι καὶ δεηθῶσί σου ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ αὐτῶν λέγοντες· ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν,
Β Παραλ. 6,37 εάν αυτοί επιστρέψουν με ειλικρινή καρδίαν προς σε εκεί εις την εχθρικήν χώραν, όπου θα έχουν μεταφερθή, εάν επιστρέψουν εν μετανοία και εις την περίοδον της αιχμαλωσίας των αυτής προσευχηθούν προς σε λέγοντες· ημαρτήσαμεν, ηνομήσαμεν, ηδικήσαμεν·
 
Β Παραλ. 6,38 καὶ ἐπιστρέψωσι πρός σε ἐν ὅλῃ καρδίᾳ καὶ ἐν ὅλῃ ψυχῇ αὐτῶν ἐν γῇ αἰχμαλωτευσάντων αὐτοὺς καὶ προσεύξωνται ὁδὸν γῆς αὐτῶν, ἧς ἔδωκας τοῖς πατράσιν αὐτῶν, καὶ τῆς πόλεως, ἧς ἐξελέξω, καὶ τοῦ οἴκου, οὗ ᾠκοδόμησα τῷ ὀνόματί σου,
Β Παραλ. 6,38 εάν αυτοί επιστρέψουν προς σε με όλην των την καρδίαν και με όλην των την ψυχήν εις την χώραν των εχθρών, που τους έχουν αιχμαλωτίσει, και προσευχηθούν εστραμμένοι προς την κατεύθυνσιν της χώρας των, την οποίαν συ έδωκες στους πατέρας των, προς την κατεύθυνσιν της πόλεως, την οποίαν συ εδιάλεξες, και του οίκου, τον οποίον εγώ οικοδόμησα εις δόξαν του Ονόματός σου,
 
Β Παραλ. 6,39 καὶ ἀκούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου σου τῆς προσευχῆς αὐτῶν καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν καὶ ποιήσεις κρίματα καὶ ἵλεως ἔσῃ τῷ λαῷ τῷ ἁμαρτῶντί σοι.
Β Παραλ. 6,39 συ θα ακούσης από τον ουρανόν, από το τέλειον κατοικητήριόν σου, την προσευχήν και την δέησιν αυτών, θα αποδώσης το δίκαιόν των και θα δειχθής σπλαγχνικός στον λαόν αυτόν, ο οποίος ημάρτησεν απέναντί σου.
 
Β Παραλ. 6,40 καὶ νῦν, Κύριε, ἔστωσαν δὴ οἱ ὀφθαλμοί σου ἀνεῳγμένοι καὶ τὰ ὦτά σου ἐπήκοα ἐπὶ τὴν δέησιν τοῦ τόπου τούτου.
Β Παραλ. 6,40 Και τώρα, Κυριε, ας είναι ανοικτοί οι οφθαλμοί σου και τα ώτά σου πρόθυμα να ακούσουν κάθε δέησιν, η οποία θα αναπέμπεται προς σε από τον τόπον τούτον.
 
Β Παραλ. 6,41 καὶ νῦν ἀνάστηθι, Κύριε ὁ Θεός, εἰς τὴν κατάπαυσίν σου, σὺ καὶ ἡ κιβωτὸς τῆς ἰσχύος σου. οἱ ἱερεῖς σου, Κύριε ὁ Θεός, ἐνδύσαιντο σωτηρίαν, καὶ οἱ υἱοί σου εὐφρανθήτωσαν ἐν ἀγαθοῖς.
Β Παραλ. 6,41 Και τώρα, Κυριε και Θεέ, σήκω και όλα στον τύπον αυτόν της αναπαύσεώς σου, συ και η Κιβωτός της δυνάμεώς σου. Οι ιερείς σου, Κυριε και Θεέ, ας ενδυθούν σωτηρίαν και τα τέκνα σου, οι ευλαβείς άνθρωποι, ας ευφρανθούν με τα αγαθά, τα οποία συ δίδεις.
 
Β Παραλ. 6,42 Κύριε ὁ Θεός, μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπον τοῦ χριστοῦ σου, μνήσθητι τὰ ἐλέη Δαυὶδ τοῦ δούλου σου.
Β Παραλ. 6,42 Κυριε ο Θεός μου, μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από εμέ, τον οποίον συ έχρισες βασιλέα και ενθυμήσου τα ελέη, τα όποία προς τον δούλον σου τον Δαυίδ έδωσες”.
 
Κεφάλαιο 7ο
Β Παραλ. 7,1 Καὶ ὡς συνετέλεσε Σαλωμὼν προσευχόμενος, καὶ τὸ πῦρ κατέβη ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ κατέφαγε τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ τὰς θυσίας, καὶ δόξα Κυρίου ἔπλησε τὸν οἶκον.
Β Παραλ. 7,1 Οταν ο Σολομών ετελείωσε την προσευχήν του, πυρ κατέβηκε από τον ουρανόν και κατέφαγε τας θυσίας των ολοκαυτωμάτων και τας άλλας θυσίας. Θεία δε λάμψις εγέμισε τον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 7,2 καὶ οὐκ ἠδύναντο οἱ ἱερεῖς εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον Κυρίου ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὅτι ἔπλησε δόξα Κυρίου τὸν οἶκον.
Β Παραλ. 7,2 Οι ιερείς δεν ημπορούσαν να εισέλθουν στον ναόν του Κυρίου κατά το χρονικόν εκείνο διάστημα, διότι θεία λάμψις είχε γεμίσει τον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 7,3 καὶ πάντες οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἑώρων καταβαῖνον τὸ πῦρ, καὶ ἡ δόξα Κυρίου ἐπὶ τὸν οἶκον, καὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τὴν γῆν ἐπὶ τὸ λιθόστρωτον καὶ προσεκύνησαν καὶ ᾔνουν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθόν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Β Παραλ. 7,3 Ολοι οι Ισραηλίται έβλεπον το πυρ να κατεβαίνη από τον ουρανόν και την θείαν λάμψιν, η οποία εγέμισε τον ναόν. Επεσαν δε κατά γης με το πρόσωπον αυτών στο λιθόστρωτον δάπεδον, προσεκύνησαν τον Θεόν και υμνούσαν αυτόν λέγοντες· “ότι είναι αγαθός, ότι το έλεός του παραμένει στους αιώνας των αιώνων”.
 
Β Παραλ. 7,4 καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ πᾶς ὁ λαὸς θύοντες θύματα ἔναντι Κυρίου.
Β Παραλ. 7,4 Ο βασιλεύς και όλος ο λαός προσέφερον θυσίας ενώπιον του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 7,5 καὶ ἐθυσίασεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν τὴν θυσίαν μόσχων εἴκοσι καὶ δύο χιλιάδας καὶ βοσκημάτων ἑκατὸν καὶ εἴκοσι χιλιάδας, καὶ ἐνεκαίνισε τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ ὁ βασιλεὺς καὶ πᾶς ὁ λαός.
Β Παραλ. 7,5 Ο βασιλεύς Σολομών προσέψερεν ως θυσίαν εικοσιδύο χιλιάδας μόσχους και εκατόν είκοσι χιλιάδας πρόβατα. Με αυτόν τον τρόπον ο βασιλεύς και όλος ο λαός έκαμαν τα εγκαίνια του ναού του Θεού.
 
Β Παραλ. 7,6 καὶ οἱ ἱερεῖς ἐπὶ τὰς φυλακὰς αὐτῶν ἑστηκότες, καὶ οἱ Λευῖται ἐν ὀργάνοις ᾠδῶν Κυρίου τοῦ Δαυὶδ τοῦ βασιλέως τοῦ ἐξομολογεῖσθαι ἔναντι Κυρίου, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ, ἐν ὕμνοις Δαυὶδ διὰ χειρὸς αὐτῶν, καὶ οἱ ἱερεῖς σαλπίζοντες ταῖς σάλπιγξιν ἐναντίον αὐτῶν, καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἑστηκώς.
Β Παραλ. 7,6 Οι ιερείς εστέκοντο όρθιοι εις τας θέσεις των και οι Λευίται με τα ιερά μουσικά των όργανα, δια να υμνούν με αυτά τον Κυριον λέγοντες, ότι στον αιώνα το έλεος αυτού. Επίσης εδοξολογούσαν τον Κυριον με άσματα, τα οποία ο Δαυίδ ιδιοχείρως είχε γράψει, και οι ιερείς εσάλπιζαν με τας ιεράς σάλπιγγας ενώπιον αυτών και όλοι οι Ισραηλίται ίσταντο όρθιοι.
 
Β Παραλ. 7,7 καὶ ἡγίασε Σαλωμὼν τὸ μέσον τῆς αὐλῆς τῆς ἐν οἴκῳ Κυρίου, ὅτι ἐποίησεν ἐκεῖ τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ τὰ στέατα τῶν σωτηρίων, ὅτι τὸ θυσιαστήριον τὸ χαλκοῦν, ὃ ἐποίησε Σαλωμών, οὐκ ἐξεποίει δέξασθαι τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ τὰ μαναὰ καὶ τὰ στέατα.
Β Παραλ. 7,7 Ο Σολομών ηγίασε την αυλήν, που ευρίσκετο στον ναόν του Κυρίου, διότι εκεί επί του νέου θυσιαστηρίου προσέφερε τα ολοκαυτώματα και τα λίπη των θυσιών του σωτηρίου, επειδή το άλλο το χαλκούν θυσιαστήριον, το οποίον είχε κατασκευάσει ο Σολομών, δεν ήτο αρκετόν να δέχεται όλα τα ολοκαυτώματα και τα δώρα και τα λίπη των ειρηνικών θυσιών.
 
Β Παραλ. 7,8 καὶ ἐποίησε Σαλωμὼν τὴν ἑορτὴν ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἑπτὰ ἡμέρας καὶ πᾶς Ἰσραὴλ μετ᾿ αὐτοῦ, ἐκκλησία μεγάλη σφόδρα ἀπὸ εἰσόδου Αἰμὰθ καὶ ἕως χειμάῤῥου Αἰγύπτου.
Β Παραλ. 7,8 Κατά τον καιρόν εκείνον ετέλεσεν ο Σολομών την εορτήν αυτήν των εγκαινίων επί επτά ημέρας. Μαζή δε με αυτόν ήσαν όλοι οι Ισραηλίται, συγκέντρωσις πολύ μεγάλη, διότι είχον έλθει Ισραηλίται από την είσοδον της χώρας Αιμάθ έως τον χείμαρρον της Αιγύπτου.
 
Β Παραλ. 7,9 καὶ ἐποίησεν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ ἐξόδιον, ὅτι ἐγκαινισμὸν τοῦ θυσιαστηρίου ἐποίησεν ἑπτὰ ἡμέρας ἑορτήν.
Β Παραλ. 7,9 Κατά την ογδόην ημέραν εώρτασεν ο Σολομών την λήξιν της εορτής. Επί επτά ημέρας ετέλεσε την εορτήν των εγκαινίων του θυσιαστηρίου.
 
Β Παραλ. 7,10 καὶ ἐν τῇ τρίτῃ καὶ εἰκοστῇ τοῦ μηνὸς τοῦ ἑβδόμου ἀπέστειλε τὸν λαὸν εἰς τὰ σκηνώματα αὐτῶν εὐφραινομένους καὶ ἀγαθῇ καρδίᾳ ἐπὶ τοῖς ἀγαθοῖς, οἷς ἐποίησε Κύριος τῷ Δαυίδ, καὶ τῷ Σαλωμῶντι καὶ τῷ Ἰσραὴλ λαῷ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 7,10 Κατά την εικοστήν τρίτην ημέραν του εβδόμου μηνός αφήκεν ο Σολομών τους Ισραηλίτας να επιστρέψουν χαρούμενοι εις τας οικίας των δια τας ευεργεσίας, τας οποίας ο Κυριος έκαμεν στον Δαυίδ, στον Σολομώντα και στον ισραηλιτικόν λαόν.
 
Β Παραλ. 7,11 Καὶ συνετέλεσε Σαλωμὼν τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως· καὶ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν ἐν τῇ ψυχῇ Σαλωμὼν τοῦ ποιῆσαι ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ ἐν οἴκῳ αὐτοῦ, εὐωδώθη.
Β Παραλ. 7,11 Εφερεν εις πέρας ο Σολομών τον ναόν του Κυρίου και το βασιλικόν του ανάκτορον. Επραγματοποίησεν επιτυχώς όλα όσα εσκέφθη και επεθύμησε να κάμη στον οίκον του Θεού και στον ιδικόν του οίκον.
 
Β Παραλ. 7,12 καὶ ὤφθη Κύριος τῷ Σαλωμὼν τὴν νύκτα καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἤκουσα τῆς προσευχῆς σου καὶ ἐξελεξάμην ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ἐμαυτῷ εἰς οἶκον θυσίας.
Β Παραλ. 7,12 Ο Κυριος παρουσιάσθη στον Σολομώντα την επομένην νύκτα και του είπε· “ήκουσα την προσευχήν σου και εξέλεξα τον τόπον αυτόν, δια να είναι ναός μου, στον οποίον θα προσφέρετε τας θυσίας σας.
 
Β Παραλ. 7,13 ἐὰν συσχῶ τὸν οὐρανὸν καὶ μὴ γένηται ὑετός, καὶ ἐὰν ἐντείλωμαι τῇ ἀκρίδι καταφαγεῖν τὸ ξύλον, καὶ ἐὰν ἀποστείλω θάνατον ἐν τῷ λαῷ μου,
Β Παραλ. 7,13 Εάν κλείσω τον ουρανόν και δεν πέση βροχή, εάν διατάξω τας ακρίδας να καταφάγουν τα δένδρα, εάν στείλω θάνατον στον λαόν μου,
 
Β Παραλ. 7,14 καὶ ἐὰν ἐντραπῇ ὁ λαός μου ἐφ᾿ οὓς ἐπικέκληται τὸ ὄνομά μου ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ προσεύξωνται καὶ ζητήσωσι τὸ πρόσωπόν μου καὶ ἀποστρέψωσιν ἀπὸ τῶν ὁδῶν αὐτῶν τῶν πονηρῶν, καὶ ἐγὼ εἰσακούσομαι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἵλεως ἔσομαι ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν καὶ ἰάσομαι τὴν γῆν αὐτῶν.
Β Παραλ. 7,14 στον οποίον έχει δοθή ως όνομα το Ονομά μου και συναισθανθή το σφάλμα του και μετανοήση, εάν προσευχηθούν τότε οι Ισραηλίται προς εμέ και ζητήσουν το πρόσωπόν μου και απομακρυνθούν από τας πονηράς αυτών οδούς, εγώ από τον ουρανόν θα ακούσω τας προσευχάς των, θα γίνω ίλεως εις τας αμαρτίας των και θα απαλλαξω την χώραν των από τας θλίψεις των.
 
Β Παραλ. 7,15 καὶ νῦν οἱ ὀφθαλμοί μου ἔσονται ἀνεῳγμένοι καὶ τὰ ὦτά μου ἐπήκοα τῇ προσευχῇ τοῦ τόπου τούτου.
Β Παραλ. 7,15 Τωρα οι οφθαλμοί μου θα είναι ανοικτοί και τα ώτα μου προσεκτικά εις την προσευχήν, η οποία θα αναπέμπεται προς εμέ από τον τόπον αυτόν.
 
Β Παραλ. 7,16 καὶ νῦν ἐξελεξάμην καὶ ἡγίακα τὸν οἶκον τοῦτον τοῦ εἶναι ὄνομά μου ἐκεῖ ἕως αἰῶνος, καὶ ἔσονται οἱ ὀφθαλμοί μου καὶ ἡ καρδία μου ἐκεῖ πάσας τὰς ἡμέρας.
Β Παραλ. 7,16 Εξέλεξα και ηγίασα τον ναόν αυτόν, δια να είναι και να αναφέρεται εκεί αιωνίως το Ονομά μου. Οι οφθαλμοί μου και η καρδία μου θα είναι εκεί όλας τας ημέρας.
 
Β Παραλ. 7,17 καὶ σὺ ἐὰν πορευθῇς ἐναντίον μου ὡς Δαυὶδ ὁ πατήρ σου καὶ ποιήσεις κατὰ πάντα, ἃ ἐνετειλάμην σοι, καὶ τὰ προστάγματά μου καὶ τὰ κρίματά μου φυλάξῃ,
Β Παραλ. 7,17 Και συ, εάν πορευθής και ζήσης ενώπιόν μου, όπως ο πατήρ σου ο Δαυίδ, και εκτελέσης όλα όσα εγώ σε έχω διατάξει και φυλάξης τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου,
 
Β Παραλ. 7,18 καὶ ἀναστήσω τὸν θρόνον τῆς βασιλείας σου, ὡς διεθέμην Δαυὶδ τῷ πατρί σου λέγων· οὐκ ἐξαρθήσεταί σοι ἡγούμενος ἀνὴρ ἐν Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 7,18 εγώ θα ανορθώσω και θα στερεώσω τον βασιλικόν σου θρόνον, όπως υπεσχέθην στον πατέρα σου Δαυίδ λέγων· Ποτέ δεν θα λείψη βασιλεύς επί του ισραηλιτικού λαού εκ των απογόνων σου.
 
Β Παραλ. 7,19 καὶ ἐὰν ἀποστρέψητε ὑμεῖς καὶ ἐγκαταλίπητε τὰ προστάγματά μου καὶ τὰς ἐντολάς μου, ἃς ἔδωκα ἐναντίον ὑμῶν, καὶ πορευθῆτε καὶ λατρεύσητε θεοῖς ἑτέροις καὶ προσκυνήσητε αὐτοῖς,
Β Παραλ. 7,19 Εάν όμως σεις στραφήτε προς άλλους δρόμους και εγκαταλείψετε τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου, τας οποίας έδωκα ενώπιόν σας, και πορευθήτε και λατρεύσετε άλλους θεούς και προσκυνήσετε αυτούς,
 
Β Παραλ. 7,20 καὶ ἐξαρῶ ὑμᾶς ἀπὸ τῆς γῆς, ἧς ἔδωκα αὐτοῖς, καὶ τὸν οἶκον τοῦτον, ὃν ἡγίασα τῷ ὀνόματί μου, ἀποστρέψω ἐκ προσώπου μου καὶ δώσω αὐτὸν εἰς παραβολὴν καὶ εἰς διήγημα ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.
Β Παραλ. 7,20 εγώ θα σας ξερριζώσω από την χώραν αυτήν, την οποίαν έδωκα στους πατέρας σας, και τον ναόν αυτόν, τον οποίον ηγίασα δια τον εαυτόν μου, θα απορρίψω από το πρόσωπόν μου και θα καταστήσω αυτόν παροιμίαν και θλιβεράν διήγησιν μεταξύ όλων των ειδωλολατρικών εθνών.
 
Β Παραλ. 7,21 καὶ ὁ οἶκος οὗτος ὁ ὑψηλός, πᾶς ὁ διαπορευόμενος αὐτὸν ἐκστήσεται καὶ ἐρεῖ· χάριν τίνος ἐποίησε Κύριος τῇ γῇ ταύτῃ καὶ τῷ οἴκῳ τούτῳ;
Β Παραλ. 7,21 Ο μεγαλοπρεπής αυτός ναός θα καταστροφή και καθένας, που θα διέρχεται και θα βλέπη αυτόν, θα μένη έκπληκτος και θα ερωτά· Δια ποίαν αιτίαν επέφερεν ο Κυριος εις την γην αυτήν και στον ναόν τούτον την καταστροφήν;
 
Β Παραλ. 7,22 καὶ ἐροῦσι· διότι ἐγκατέλιπον Κύριον τὸν Θεόν τῶν πατέρων αὐτῶν τὸν ἐξαγαγόντα αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου καὶ ἀντελάβοντο θεῶν ἑτέρων καὶ προσεκύνησαν αὐτοῖς καὶ ἐδούλευσαν αὐτοῖς, διὰ τοῦτο ἐπήγαγεν ἐπ᾿ αὐτούς πᾶσαν τὴν κακίαν ταύτην.
Β Παραλ. 7,22 Και θα απαντούν· Διότι αυτοί εγκατέλιπον Κυριον τον Θεόν των πατέρων των, ο οποίος τους έβγαλεν ελευθέρους από την χώραν της Αιγύπτου, και προσεκολλήθησαν εις άλλους ειδωλολατρικούς θεούς και προσεκύνησαν αυτούς και υπεδουλώθησαν εις αυτούς, δια τούτο επέφερεν ο Θεός όλην αυτήν την συμφοράν εναντίον των.
 
Κεφάλαιο 8ο
Β Παραλ. 8,1 Καὶ ἐγένετο μετὰ εἴκοσιν ἔτη, ἐν οἷς ᾠκοδόμησε Σαλωμὼν τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ,
Β Παραλ. 8,1 Μετά παρέλευσιν είκοσιν ετών, κατά τα οποία ο Σολομών οικοδόμησε τον ναόν του Κυρίου και το ιδικόν του ανάκτορον,
 
Β Παραλ. 8,2 καὶ τὰς πόλεις, ἃς ἔδωκε Χιρὰμ τῷ Σαλωμών, ᾠκοδόμησεν αὐτὰς Σαλωμών καὶ κατῴκισεν ἐκεῖ τοὺς υἰοὺς Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 8,2 ωχύρωοεν ο Σολομών τας πόλεις, τας οποίας έδωκεν εις αυτόν ο Χιράμ, και εγκατέστησεν εκεί τους Ισραηλίτας.
 
Β Παραλ. 8,3 καὶ ἦλθε Σαλωμὼν εἰς Βαισωβὰ καὶ κατίσχυσεν αὐτήν.
Β Παραλ. 8,3 Ο Σολομών επήλθεν εναντίον της Βαισωβά και την εκυρίευσε.
 
Β Παραλ. 8,4 καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Θοεδμὸρ ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ πάσας τὰς πόλεις τὰς ὀχυράς, ἃς ᾠκοδόμησεν ἐν Ἡμάθ.
Β Παραλ. 8,4 Ανοικοδόμησε την Θοεδμόρ εις την έρημον και όλας τα οχυράς πόλεις, τας οποίας έκτισεν εις την περιοχήν Ημάθ.
 
Β Παραλ. 8,5 καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Βαιθωρὼν τὴν ἄνω καὶ τὴν Βαιθωρὼν τὴν κάτω, πόλεις ὀχυράς, τείχη, πύλαι καὶ μοχλοί,
Β Παραλ. 8,5 Οικοδόμησε την άνω Βαιθωρών και την κάτω Βαιθωρών, πόλεις οχυράς, με τείχη και θύρας και μοχλούς.
 
Β Παραλ. 8,6 καὶ τὴν Βααλὰθ καὶ πάσας τὰς πόλεις τὰς ὀχυράς, αἳ ἦσαν τῷ Σαλωμών, καὶ πάσας τὰς πόλεις τῶν ἁρμάτων καὶ τὰς πόλεις τῶν ἱππέων καὶ ὅσα ἐπεθύμησε Σαλωμὼν κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ οἰκοδομῆσαι ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν τῷ Λιβάνῳ καὶ ἐν πάσῃ τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 8,6 Επίσης την Βααλάθ και όλας τας άλλας οχυράς πόλεις, αι οποίαι ανήκον εις αυτόν. Επίσης έκτισεν οχυράς όλας τας πόλεις, όπου ευρίσκοντο τα πολεμικά του άρματα, και τας πόλστου ιππικού του. Γενικώς ο Σολομών έφερεν εις πέρας όλα όσά επεθύμησε να ανοικοδομήση εις την Ιερουσαλήμ, στον Λιβανον και καθ' όλην την έκτασιν του βασιλείου του.
 
Β Παραλ. 8,7 πᾶς ὁ λαὸς ὁ καταλειφθεὶς ἀπὸ τοῦ Χετταίου καὶ τοῦ Ἀμοῤῥαίου καὶ τοῦ Φερεζαίου καὶ τοῦ Εὐαίου καὶ τοῦ Ἰεβουσαίου, οἳ οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ Ἰσραήλ,
Β Παραλ. 8,7 Ολον δε τον λαόν, ο οποίος απέμεινεν από τους Χετταίους, τους Αμορραίους, τους Φερεζαίους, τους Ευαίους και τους Ιεβουσαίους, που δεν ήσαν Ισραηλίται,
 
Β Παραλ. 8,8 ἀλλ᾿ ἦσαν ἐκ τῶν υἱῶν αὐτῶν τῶν καταλειφθέντων μετ᾿ αὐτοὺς ἐν τῇ γῇ, οὓς οὐκ ἐξωλόθρευσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, καὶ ἀνήγαγεν αὐτοὺς Σαλωμὼν εἰς φόρον ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Β Παραλ. 8,8 αλλ' ήσαν απόγονοι των υπολειφθέντων λαών της Παλαιστίνης, τους οποίους οι Ισραηλίται δεν εξωλόθρευσαν, ο Σολομών τους κατέστησε φόρου υποτελείς μέχρι της ημέρας αυτής.
 
Β Παραλ. 8,9 καὶ ἐκ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ οὐκ ἔδωκε Σαλωμὼν εἰς παῖδας τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ, ὅτι αὐτοὶ ἄνδρες πολεμισταὶ καὶ ἄρχοντες καὶ δυνατοὶ καὶ ἄρχοντες ἁρμάτων καὶ ἱππέων.
Β Παραλ. 8,9 Από τους Ισραηλίτας κανένα δεν έκαμεν ο Σολομών δούλον δια τα έργα του καθ' όλην την έκτασιν της βασιλείας του, διότι οι Ισραηλίται ήσαν οι πολεμισταί, οι άρχοντες οι ισχυροί, οι διοικηταί των πολεμικών αρμάτων του και του ιππικού του.
 
Β Παραλ. 8,10 καὶ οὗτοι ἄρχοντες τῶν προστατῶν βασιλέως Σαλωμών· πεντήκοντα καὶ διακόσιοι ἐργοδιωκτοῦντες ἐν τῷ λαῷ.
Β Παραλ. 8,10 Από αυτούς αρχηγοί της φρουράς, τους οποίους είχεν ο βασιλεύς Σολομών, ήσαν διακόσιοι πεντήκοντα, που είχαν ως καθήκον να εποπτεύουν επί του λαού δια την εκτέλεσιν έργων.
 
Β Παραλ. 8,11 Καὶ τὴν θυγατέρα Φαραὼ ἀνήγαγε Σαλωμὼν ἐκ πόλεως Δαυὶδ εἰς τὸν οἶκον, ὃν ᾠκοδόμησεν αὐτῇ, ὅτι εἶπεν· οὐ κατοικήσει ἡ γυνή μου ἐν πόλει Δαυὶδ τοῦ βασιλέως Ἰσραήλ, ὅτι ἅγιός ἐστιν οὗ εἰσῆλθεν ἐκεῖ κιβωτὸς Κυρίου.
Β Παραλ. 8,11 Ο Σολομών μετέφερε την σύζυγόν του, θυγατέρα του Φαραώ, από την πόλιν Δαυίδ στο ανάκτορον, το οποίον έκτισεν δι' αυτήν, διότι είχεν είπει· “η σύζυγός μου δεν επιτρέπεται να παραμένη εις την πόλιν του Δαυίδ, του βασιλέως του ισραηλιτικού λαού, διότι ο τόπος εκείνος είναι άγιος, επειδή εις αυτόν εισήλθεν η Κιβωτός του Κυρίου”.
 
Β Παραλ. 8,12 Τότε ἀνήνεγκε Σαλωμὼν ὁλοκαυτώματα τῷ Κυρίῳ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, ὃ ᾠκοδόμησε Κυρίῳ ἀπέναντι τοῦ ναοῦ,
Β Παραλ. 8,12 Τοτε ο Σολομών προσέφερε προς τον Κυριον ολοκαυτώματα επάνω στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, το οποίον αυτός είχεν οικοδομήσει προς τιμήν του Κυρίου απέναντι του ναού.
 
Β Παραλ. 8,13 κατὰ τὸν λόγον ἡμέρας ἐν ἡμέρᾳ τοῦ ἀναφέρειν κατὰ τὰς ἐντολὰς Μωυσῆ ἐν τοῖς σαββάτοις καὶ ἐν τοῖς μησὶ καὶ ἐν ταῖς ἑορταῖς τρεῖς καιροὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἐν τῇ ἑορτῇ τῶν ἀζύμων καὶ ἐν τῇ ἑορτῇ τῶν ἑβδομάδων καὶ ἐν τῇ ἑορτῇ τῶν σκηνῶν.
Β Παραλ. 8,13 Καθε ημέραν προσέφερε θυσίας, σύμφωνα με όσα είχε διατάξει ο Μωυσής να προσφέρωνται, όπως επίσης και κατά τα Σαββατα, την πρώτην εκάστου μηνός, κατά τας τρεις μεγάλας εορτάς του έτους, δηλαδή κατά το Πασχα, κατά την Πεντηκοστήν και κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας.
 
Β Παραλ. 8,14 καὶ ἔστησε κατὰ τὴν κρίσιν Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τὰς διαιρέσεις τῶν ἱερέων, κατὰ τὰς λειτουργίας αὐτῶν, καὶ οἱ Λευῖται ἐπὶ τὰς φυλακὰς αὐτῶν τοῦ αἰνεῖν καὶ λειτουργεῖν κατέναντι τῶν ἱερέων κατὰ τὸν λόγον ἡμέρας ἐν τῇ ἡμέρᾳ, καὶ οἱ πυλωροὶ κατὰ τὰς διαιρέσεις αὐτῶν εἰς πύλην καὶ πύλην, ὅτι οὕτως ἐντολαὶ Δαυὶδ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ.
Β Παραλ. 8,14 Καθώρισεν επίσης ο Σολομών, όπως είχε διατάξει ο πατήρ του ο Δαυίδ, και τας τάξεις των ιερέων και τας υπηρεσίας αυτών, τους Λευίτας εις τας υπηρεσίας των να υμνούν τον Θεόν και να υπηρετούν ενώπιον των ιερέων εκάστην ημέραν, όπως ο Νομος ώριζε. Καθώρισεν επίσης και τους θυρωρούς κατά τάξεις δια κάθε πύλην. Αυτά δε όλα έγιναν έτσι, διότι τέτοιες εντολές είχε δώσει ο Δαυίδ ο άνθρωπος του Θεού.
 
Β Παραλ. 8,15 οὐ παρῆλθον τὰς ἐντολὰς τοῦ βασιλέως περὶ τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν εἰς πάντα λόγον καὶ εἰς τοὺς θησαυρούς.
Β Παραλ. 8,15 Δεν παρέβησαν τας εντολάς του βασιλέως εις ο,τι ανεφέρετο στους ιερείς, και τους Λευίτας και εις ο,τι απέβλεπεν εις την περιφρούρησιν των θησαυρών του ναού.
 
Β Παραλ. 8,16 καὶ ἡτοιμάσθη πᾶσα ἡ ἐργασία, ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἐθεμελιώθη, ἕως οὗ ἐτελείωσε Σαλωμὼν τὸν οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 8,16 Ετσι ετακτοποιήθη και ήλθεν εις πέρας κάθε εργασία από την ημέραν, κατά την οποίαν ο Σολομών εθεμελίωσε τον ναόν του Κυρίου, μέχρις ότου τον απεπεράτωσε.
 
Β Παραλ. 8,17 Τότε ᾤχετο Σαλωμὼν εἰς Γασιὼν Γαβὲρ καὶ εἰς τὴν Αἰλὰθ τὴν παραθαλασσίαν ἐν γῇ Ἰδουμαίᾳ.
Β Παραλ. 8,17 Τοτε ο Σολομών ανεχώρησεν εις την Γασιών Γαβέρ και εις την Αιλάθ, πόλεις παρά την θάλασσαν εις την χώραν της Ιδουμαίας.
 
Β Παραλ. 8,18 καὶ ἀπέστειλε Χιρὰμ ἐν χειρὶ παίδων αὐτοῦ πλοῖα καὶ παῖδας εἰδότας θάλασσαν, καὶ ᾤχοντο μετὰ τῶν παίδων Σαλωμὼν εἰς Σωφιρὰ καὶ ἔλαβον ἐκεῖθεν τετρακόσια καὶ πεντήκοντα τάλαντα χρυσίου καὶ ἦλθον πρὸς τὸν βασιλέα Σαλωμών.
Β Παραλ. 8,18 Ο Χιράμ έστειλεν στον Σολομώντα δια των ανθρώπων του πλοία και δούλους, οι οποίοι εγνώριζαν την θάλασσαν και την ναυτικήν τέχνην. Αυτοί μαζή με τους ανθρώπους του Σολομώντος μετέβησαν εις Σωφιρά· από εκεί επήραν τετρακόσια πεντήκοντα χρυσά τάλαντα και επανήλθαν στον βασιλέα τον Σολομώντα.
 
Κεφάλαιο 9ο
Β Παραλ. 9,1 Καὶ βασίλισσα Σαβὰ ἤκουσε τὸ ὄνομα Σαλωμὼν καὶ ἦλθε τοῦ πειράσαι Σαλωμὼν ἐν αἰνίγμασιν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐν δυνάμει βαρείᾳ σφόδρα καὶ κάμηλοι αἴρουσαι ἀρώματα εἰς πλῆθος καὶ χρυσίον καὶ λίθον τίμιον καὶ ἦλθε πρὸς Σαλωμὼν καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτὸν πάντα, ὅσα ἦν ἐν τῇ ψυχῇ αὐτῆς.
Β Παραλ. 9,1 Οταν η βασίλισσα Σαβά ήκουσε την φήμην του Σολομώντος, ήλθεν εις την Ιερουσαλήμ, δια να δοκιμάση αυτόν με δυσκόλους και γριφώδεις ερωτήσεις, συνοδευομένη από πολύ μεγάλην ακολουθίαν, με καμήλους, που έφεραν αρώματα, άφθονον χρυσόν και πολυτίμους λίθους. Οταν δε ήλθεν εις την Ιερουσαλήμ υπέβαλε προς αυτόν όλα τα ερωτήματα, τα οποία είχεν στον νουν της.
 
Β Παραλ. 9,2 καὶ ἀνήγγειλεν αὐτῇ Σαλωμὼν πάντας τοὺς λόγους αὐτῆς καὶ οὐ παρῆλθε λόγος ἀπὸ Σαλωμών, ὃν οὐκ ἀπήγγειλεν αὐτῇ.
Β Παραλ. 9,2 Ο Σολομών απήντησεν εις όλα αυτής τα ερωτήματα. Δεν αντιπαρήλθε κανένα από τα ερωτήματά της, στο οποίον να μη έδωσε προς αυτήν απάντησιν.
 
Β Παραλ. 9,3 καὶ εἶδε βασίλισσα Σαβὰ τὴν σοφίαν Σαλωμὼν καὶ τὸν οἶκον, ὃν ᾠκοδόμησε,
Β Παραλ. 9,3 Οταν η βασίλισσα Σαβά είδε την σοφίαν του Σολομώντος και το ανάκτορον, το οποίον αυτός είχεν οικοδομήσει,
 
Β Παραλ. 9,4 καὶ τὰ βρώματα τῶν τραπεζῶν καὶ καθέδραν παίδων αὐτοῦ καὶ στάσιν λειτουργῶν αὐτοῦ καὶ ἱματισμὸν αὐτῶν καὶ οἰνοχόους αὐτοῦ καὶ στολισμὸν αὐτῶν καὶ τὰ ὁλοκαυτώματα, ἃ ἀνέφερεν ἐν οἴκῳ Κυρίου, καὶ ἐξ ἑαυτῆς ἐγένετο.
Β Παραλ. 9,4 τα φαγητά των τραπεζών του, την θέσιν των δούλων του, τας υπηρεσίας που είχον αναλάβει οι υπηρέται του, και τας στολάς αυτών, τους οινοχόους και τας στολάς των, και τα ολοκαυτώματα, τα οποία προσέφερεν ο Σολομών στον ναόν του Κυρίου, έμεινε κατάπληκτος
 
Β Παραλ. 9,5 καὶ εἶπε πρὸς τὸν βασιλέα· ἀληθινὸς ὁ λόγος, ὃν ἤκουσα ἐν τῇ γῇ μου περὶ τῶν λόγων σου καὶ περὶ τῆς σοφίας σου,
Β Παραλ. 9,5 και είπε προς τον βασιλέα Σολομώντα· “αληθινά ήσαν όσά ήκουσα εις την χώραν μου δια τα έργα σου και δια την σοφίαν σου.
 
Β Παραλ. 9,6 καὶ οὐκ ἐπίστευσα τοῖς λόγοις, ἕως οὗ ἦλθον καὶ εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἀπηγγέλη μοι ἥμισυ τοῦ πλήθους τῆς σοφίας σου, προσέθηκας ἐπὶ τὴν ἀκοήν, ἣν ἤκουσα.
Β Παραλ. 9,6 Αλλά δεν είχα πιστεύσει εις την φήμην αυτήν, έως ότου ήλθα και είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Και ιδού, ότι δεν μου είχαν αναγγείλει ούτε το ήμισυ από την μεγάλην σου σοφίαν. Συ έχεις υπερβή την φήμην, την οποίαν ήκουσα.
 
Β Παραλ. 9,7 μακάριοι οἱ ἄνδρες σου, μακάριοι οἱ παῖδες οὗτοι οἱ παρεστηκότες σοι διαπαντὸς καὶ ἀκούοντες τὴν σοφίαν σου·
Β Παραλ. 9,7 Ευτυχείς είναι οι άνθρωποί σου, ευτυχείς είναι οι υπηρέται σου, οι οποίοι παρίστανται κοντά σου πάντοτε και ακούουν την σοφίαν σου.
 
Β Παραλ. 9,8 ἔστω Κύριος ὁ Θεός σου εὐλογημένος, ὃς ἠθέλησεν ἐν σοὶ τοῦ δοῦναί σε ἐπὶ θρόνον αὐτοῦ εἰς βασιλέα Κυρίῳ Θεῷ σου· ἐν τῷ ἀγαπῆσαι Κύριον τὸν Θεόν σου τὸν Ἰσραὴλ τοῦ στῆσαι αὐτὸν εἰς αἰῶνα καὶ ἔδωκέ σε ἐπ᾿ αὐτοὺς εἰς βασιλέα τοῦ ποιῆσαι κρίμα καὶ δικαιοσύνην.
Β Παραλ. 9,8 Ευλογημένος ας είναι Κυριος ο Θεός σου, ο οποίος ηυδόκησεν εις σέ, ώστε να σε εγκαταστήση στον θρόνον αυτόν βασιλέα προς τιμήν Κυρίου του Θεού σου. Τούτο δέ, διότι Κυριος ο Θεός σου ηγάπησε τον ισραηλιτικόν λαόν, τον οποίον ηυδόκησε να στερεώση στον αιώνα και κατέστησε σε βασιλέα στους Ισραηλίτας, δια να κυβερνάς αυτούς με ευθυκρισίαν και δικαιοσύνην”.
 
Β Παραλ. 9,9 καὶ ἔδωκε τῷ βασιλεῖ ἑκατὸν εἴκοσι τάλαντα χρυσίου καὶ ἀρώματα εἰς πλῆθος πολὺ καὶ λίθον τίμιον· καὶ οὐκ ἦν κατὰ τὰ ἀρώματα ἐκεῖνα, ἃ ἔδωκε βασίλισσα Σαβὰ τῷ βασιλεῖ Σαλωμών.
Β Παραλ. 9,9 Εδωκεν η βασίλισσα της Σαβά εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσού, πολύ πλήθος αρωμάτων και πολυτίμους λίθους. Ωσάν δε τα αρώματα, τα οποία έδωσεν η βασίλισσα Σαβά στον βασιλέα Σολομώντα, δεν υπήρχον άλλα καλύτερα.
 
Β Παραλ. 9,10 (καὶ οἱ παῖδες Σαλωμὼν καὶ οἱ παῖδες Χιρὰμ ἔφερον χρυσίον τῷ Σαλωμὼν ἐκ Σουφὶρ καὶ ξύλα πεύκινα καὶ λίθον τίμιον·
Β Παραλ. 9,10 (Οι δούλοι του Σολομώντος και οι δούλοι του Χιράμ έφεραν χρυσίον στον Σολομώντα από την Σουφίρ, όπως επίσης και ξύλα εκ πεύκης και πολυτίμους λίθους.
 
Β Παραλ. 9,11 καὶ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς τὰ ξύλα τὰ πεύκινα ἀναβάσεις τῷ οἴκῳ Κυρίου καὶ τῷ οἴκῳ τοῦ βασιλέως καὶ κιθάρας καὶ νάβλας τοῖς ᾠδοῖς, καὶ οὐκ ὤφθησαν τοιαῦτα ἔμπροσθεν ἐν γῇ Ἰούδα).
Β Παραλ. 9,11 Ο δε βασιλεύς Σολομών κατεσκεύασε με τα ξύλα αυτά κλίμακας στον ναόν του Κυρίου και στο ανάκτορόν του, όπως επίσης μουσικά όργανα, κιθάρας και νάβλας δια τους υμνωδούς. Τέτοια ωραία πράγματα δεν είχον φανή προηγουμένως εις την χώραν της Ιουδαίας).
 
Β Παραλ. 9,12 καὶ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν ἔδωκε τῇ βασιλίσσῃ Σαβὰ πάντα τὰ θελήματα αὐτῆς, ἃ ᾔτησεν, ἐκτὸς πάντων, ὧν ἤνεγκε τῷ βασιλεῖ Σαλωμών· καὶ ἀπέστρεψεν εἰς τὴν γῆν αὐτῆς.
Β Παραλ. 9,12 Τοτε ο βασιλεύς Σολομών έδωσεν εις την βασίλισσαν Σαβά ο,τι αυτή ηθέλησε και ο,τι εζήτησε. Πολύ περισσότερα και ανώτερα από εκείνα, τα οποία αυτή είχε φέρει στον βασιλέα Σολομώντα. Η βασίλισσα ύστερα από αυτά επέστρεψεν εις την χώραν της.
 
Β Παραλ. 9,13 Καὶ ἦν ὁ σταθμὸς τοῦ χρυσίου τοῦ ἐνεχθέντος τῷ Σαλωμὼν ἐν ἐνιαυτῷ ἑνὶ ἑξακόσια ἑξηκονταὲξ τάλαντα χρυσίου,
Β Παραλ. 9,13 Το βάρος του χρυσίου, το οποίον εφέρετο κάθε έτος στον Σολομώντα, ήτο εξακόσια εξήντα εξ τάλαντα,
 
Β Παραλ. 9,14 πλὴν τῶν ἀνδρῶν τῶν ὑποτεταγμένων καὶ τῶν ἐμπορευομένων, ὧν ἔφερον, καὶ πάντων τῶν βασιλέων τῆς Ἀραβίας καὶ σατραπῶν τῆς γῆς, πάντες ἔφερον χρυσίον καὶ ἀργύριον τῷ βασιλεῖ Σαλωμών.
Β Παραλ. 9,14 εκτός εκείνων τα οποία οι υποτελείς εις αυτόν λαοί και οι εμπορευόμενοι του έφεραν, εκτός του χρυσίου και του αργυρίου, το οποίον όλοι οι βασιλείς της Αραβίας και διοικηταί διαφόρων χωρών έφερον στον βασιλέα Σολομώντα.
 
Β Παραλ. 9,15 καὶ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν διακοσίους θυρεοὺς χρυσοῦς ἐλατούς, ἑξακόσιοι χρυσοῖ καθαροὶ ἐπῆσαν ἐπὶ τὸν ἕνα θυρεόν·
Β Παραλ. 9,15 Ο βασιλεύς Σολομών κατεσκεύασε διακοσίας μεγάλας ασπίδας εκ χρυσού σφυρηλατημένας. Καθε μία από αυτάς είχε βάρος εξακοσίων σίκλων καθαρού χρυσού.
 
Β Παραλ. 9,16 καὶ τριακοσίας ἀσπίδας ἐλατὰς χρυσᾶς, τριακοσίων χρυσῶν ἀνεφέρετο ἐπὶ τὴν ἀσπίδα ἑκάστην· καὶ ἔδωκεν αὐτὰς ὁ βασιλεὺς ἐν οἴκῳ δρυμοῦ τοῦ Λιβάνου.
Β Παραλ. 9,16 Επίσης κατεσκεύασε τριακοσίας σφυρηλατημένας χρυσάς ασπίδας. Καθε μία από τας ασπίδας αυτάς είχε βάρος τριακοσίων χρυσών σίκλων. Ο βασιλεύς εθεσεν αυτάς εις ένα κτίριον, το οποίον ωνομάζετο “δάσος του Λιβάνου”.
 
Β Παραλ. 9,17 καὶ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς θρόνον ἐλεφαντίνων ὀδόντων μέγαν καὶ κατεχρύσωσεν αὐτὸν χρυσίῳ δοκίμῳ·
Β Παραλ. 9,17 Κατεσκεύασεν ακόμη ο βασιλεύς μεγαλοπρεπή θρόνον με ελεφαντοστούν. Αυτόν δε τον εχρύσωσε με πολύτιμον χρυσίον.
 
Β Παραλ. 9,18 καὶ ἓξ ἀναβαθμοὶ τῷ θρόνῳ ἐνδεδεμένοι χρυσίῳ καὶ ἀγκῶνες ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς καθέδρας, καὶ δύο λέοντες ἑστηκότες παρὰ τοὺς ἀγκῶνας,
Β Παραλ. 9,18 Ο θρόνος αυτός είχεν εξ σκαλοπάτια, τα οποία επίσης είχον επενδυθή με χρυσίον. Από το ένα μέρος και από το άλλο του βασιλικού αυτού θρόνου, παρά τους αγκώνας, υπήρχον δύο όρθιοι λέοντες.
 
Β Παραλ. 9,19 καὶ δώδεκα λέοντες ἑστηκότες ἐκεῖ ἐπὶ τῶν ἓξ ἀναβαθμῶν ἔνθεν καὶ ἔνθεν· οὐκ ἐγενήθη οὕτως ἐν πάσῃ τῇ βασιλείᾳ.
Β Παραλ. 9,19 Και άλλοι δώδεκα λέοντες όρθιοι ευρίσκοντο από το ένα και από το άλλο μέρος των εξ βαθμίδων. Τέτοια πράγματα δεν είχαν γίνει εις καμμίαν βασιλείαν.
 
Β Παραλ. 9,20 καὶ πάντα τὰ σκεύη τοῦ βασιλέως Σαλωμὼν χρυσίου, καὶ πάντα τὰ σκεύη οἴκου δρυμοῦ τοῦ Λιβάνου χρυσίῳ κατειλημμένα, οὐκ ἦν ἀργύριον λογιζόμενον ἐν ἡμέραις Σαλωμὼν εἰς οὐθέν·
Β Παραλ. 9,20 Ολα τα οικιακά σκεύη του βασιλέως Σολομώντος ήσαν από χρυσόν. Ολα τα σκεύη του οικοδομήματος, το οποίον ωνομάζετο “δάσος του Λιβάνου”, ήσαν επιχρυσωμένα. Ο δε άργυρος κατά τας ημέρας του Σολομώντος δεν ελογαριάζετο εις τίποτε.
 
Β Παραλ. 9,21 ὅτι ναῦς τῷ βασιλεῖ ἐπορεύετο εἰς Θαρσεῖς μετὰ τῶν παίδων Χιράμ, ἅπαξ διὰ τριῶν ἐτῶν ἤρχετο πλοῖα ἐκ Θαρσεῖς τῷ βασιλεῖ γέμοντα χρυσίου καὶ ἀργυρίου καὶ ὀδόντων ἐλεφαντίνων καὶ πιθήκων.
Β Παραλ. 9,21 Διότι ο βασιλεύς είχε πλοία, τα οποία έπλεον εις Θαρσείς μαζή με τους δούλους του Χιράμ. Καθε τρία έτη τα πλοία ήρχοντο από Θαρσείς προς τον βασιλέα γεμάτα από χρυσόν, από άργυρον, από ελεφαντόδοντας και πιθήκους.
 
Β Παραλ. 9,22 καὶ ἐμεγαλύνθη Σαλωμὼν ὑπὲρ πάντας τοὺς βασιλεῖς καὶ πλούτῳ καὶ σοφίᾳ.
Β Παραλ. 9,22 Ο Σολομών ανεδείχθη ο ενδοξότερος βασιλεύς από όλους τους βασιλείς ως προς τον πλούτον και την σοφίαν.
 
Β Παραλ. 9,23 καὶ πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς ἐζήτουν τὸ πρόσωπον Σαλωμὼν ἀκοῦσαι τῆς σοφίας αὐτοῦ, ἧς ἔδωκεν ὁ Θεὸς ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 9,23 Ολοι δε οι βασιλείς της γης επιζητούσαν να ίδουν τον Σολομώντα, δια να ακούσουν την σοφίαν του, την οποίαν ο Θεός είχε δώσει εις την διάνοιάν του.
 
Β Παραλ. 9,24 καὶ αὐτοὶ ἔφερον ἕκαστος τὰ δῶρα αὐτοῦ, σκεύη ἀργυρᾶ καὶ σκεύη χρυσᾶ καὶ ἱματισμόν, στακτὴν καὶ ἡδύσματα, ἵππους καὶ ἡμιόνους, τὸ κατ᾿ ἐνιαυτὸν ἐνιαυτόν.
Β Παραλ. 9,24 Ο καθένας από αυτούς έφερε προς αυτόν δώρα κάθε έτος, σκεύη αργυρά και σκεύη χρυσά, πολυτελή ενδύματα, αρωματικήν στακτήν και άλλα αρώματα, ίππους και ημιόνους.
 
Β Παραλ. 9,25 καὶ ἦσαν τῷ Σαλωμὼν τέσσαρες χιλιάδες θήλειαι ἵπποι εἰς ἅρματα καὶ δώδεκα χιλιάδες ἱππέων, καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν πόλεσι τῶν ἁρμάτων καὶ μετὰ τοῦ βασιλέως ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 9,25 Ο Σολομών είχε τέσσαρας χιλιάδας φορβάδας δια τα πολεμικά του άρματα, δώδεκα χιλιάδας ιππείς, τους οποίους είχε τοποθετήσει εις τας πόλεις των πολεμικών αρμάτων πλησίον του βασιλέως εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 9,26 καὶ ἦν ἡγούμενος πάντων τῶν βασιλέων ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ καὶ ἕως γῆς ἀλλοφύλων καὶ ἕως ὁρίων Αἰγύπτου.
Β Παραλ. 9,26 Ο Σολομών ήτο άρχων επί όλων των βασιλέων ανατολικώς από του ποταμού του Ευφράτου, δυτικώς δε έως την γην των Φιλισταίων και προς νότον έως εις τα σύνορα της Αιγύπτου.
 
Β Παραλ. 9,27 καὶ ἔδωκεν ὁ βασιλεὺς τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον ἐν Ἱερουσαλὴμ ὡς λίθους καὶ τὰς κέδρους ὡς συκαμίνους τὰς ἐν τῇ πεδινῇ εἰς πλῆθος.
Β Παραλ. 9,27 Ο βασιλεύς κατέστησε τον χρυσόν και τον άργυρον τόσον συνήθη και άφθονον εις την Ιερουσαλήμ, όπως είναι οι λίθοι. Τας δε κέδρους του λιβάνου τόσας πολλάς, όσον πολλαί είναι αι συκομορέαι εις την πεδιάδα.
 
Β Παραλ. 9,28 καὶ ἡ ἔξοδος τῶν ἵππων ἐξ Αἰγύπτου τῷ Σαλωμὼν καὶ ἐκ πάσης τῆς γῆς.
Β Παραλ. 9,28 Ιπποι δε προσεκομίζοντο στον Σολομώντα από την Αίγυπτον και από όλας τας άλλας χώρας.
 
Β Παραλ. 9,29 Καὶ οἱ κατάλοιποι λόγοι Σαλωμὼν οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι ἰδοὺ οὗτοι γεγραμμένοι ἐπὶ τῶν λόγων Νάθαν τοῦ προφήτου καὶ ἐπὶ τῶν λόγων Ἀχιὰ τοῦ Σηλωνίτου καὶ ἐν ταῖς ὁράσεσιν Ἰωὴλ τοῦ ὁρῶντος περὶ Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ.
Β Παραλ. 9,29 Τα υπόλοιπα έργα του Σολομώντος, τα πρώτα και τα τελευταία, ιδού είναι γραμμένα στο βιβλίον του προφήτου Ναθαν, στο βιβλίον του προφήτου Αχιά, ο οποίος κατήγετο από την Σηλώ, εις τας προφητείας του Ιωήλ του προφήτου, ο οποίος είχε προφητεύσει δια τον Ιεροβοάμ τον υιόν του Ναβάτ.
 
Β Παραλ. 9,30 καὶ ἐβασίλευσε Σαλωμὼν ἐπὶ πάντα Ἰσραὴλ τεσσαράκοντα ἔτη.
Β Παραλ. 9,30 Ο Σολομών εβασίλευσεν επί όλου του ισραηλιτικού λαού επί τεσσαράκοντα έτη.
 
Β Παραλ. 9,31 καὶ ἐκοιμήθη Σαλωμών, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν πόλει Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ ἐβασίλευσε Ῥοβοὰμ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 9,31 Εκριμήθη δε ο Σολομών και έθαψαν αυτόν εις την πόλιν του πατρός του Δαυίδ. Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του, ο Ροβοάμ.
 
Κεφάλαιο 10ο
Β Παραλ. 10,1 Καὶ ἦλθε Ῥοβοὰμ εἰς Συχέμ, ὅτι εἰς Συχὲμ ἤρχετο πᾶς Ἰσραὴλ βασιλεῦσαι αὐτόν.
Β Παραλ. 10,1 Ο Ροβοάμ μετέβη εις την Συχέμ, διότι εις την Συχέμ θα ήρχοντο και όλοι οι Ισραηλίται να τον ανακηρύξουν βασιλέα.
 
Β Παραλ. 10,2 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν Ἱεροβοὰμ υἱὸς Ναβάτ -καὶ αὐτὸς ἐν Αἰγύπτῳ, ὡς ἔφυγεν ἀπὸ προσώπου Σαλωμὼν τοῦ βασιλέως καὶ κατῴκησεν Ἱεροβοὰμ ἐν Αἰγύπτῳ- καὶ ἀπέστρεψεν Ἱεροβοὰμ ἐξ Αἰγύπτου.
Β Παραλ. 10,2 Το γεγονός αυτό επληροφορήθη ο Ιεροβοάμ, ο υιός του Ναβάτ- αυτός ο Ιεροβοάμ ευρίσκετο εις την Αίγυπτον, φεύγων από το πρόσωπον του Σολομώντος, εκεί εις την Αίγυπτον είχεν εγκατασταθή- Οταν δε έμαθε τον θάνατον του Σολομώντος επέστρεψεν από την Αίγυπτον εις την πατρίδα του.
 
Β Παραλ. 10,3 καὶ ἀπέστειλαν καὶ ἐκάλεσαν αὐτόν, καὶ ἦλθεν Ἱεροβοὰμ καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία Ἰσραὴλ πρὸς Ῥοβοὰμ λέγοντες·
Β Παραλ. 10,3 Οι Ισραηλίται έστειλαν ανθρώπους και τον προσεκάλεσαν. Ο Ιεροβοάμ και όλη η συγκέντρωσις των Ισραηλιτών ήλθον εις την Συχέμ και ειπόν προς τον Ροβοάμ·
 
Β Παραλ. 10,4 ὁ πατήρ σου ἐσκλήρυνε τὸν ζυγὸν ἡμῶν, καὶ νῦν ἄφες ἀπὸ τῆς δουλείας τοῦ πατρός σου τῆς σκληρᾶς καὶ ἀπὸ τοῦ ζυγοῦ αὐτοῦ τοῦ βαρέος, οὗ ἔδωκεν ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ δουλεύσομέν σοι.
Β Παραλ. 10,4 “ο πατήρ σου είχε καταστήσει σκληρόν και βαρύν τον ζυγόν της φορολογίας του εις ημάς. Αλάφρωσε συ τώρα την σκληράν αυτήν δουλείαν του πατρός σου, κάμε ελαφρότερον τον βαρύν ζυγόν, τον οποίον επέβαλεν εις ημάς. Ημείς δε θα είμεθα δούλοι εις σέ”.
 
Β Παραλ. 10,5 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πορεύεσθε ἕως τριῶν ἡμερῶν καὶ ἔρχεσθε πρός με· καὶ ἀπῆλθεν ὁ λαός.
Β Παραλ. 10,5 Ο βασιλεύς είπεν εις αυτούς· “πηγαίνετε και ύστερα από τρεις ημέρας ελάτε πάλιν εις εμέ”. Ο λαός απήλθεν.
 
Β Παραλ. 10,6 καὶ συνήγαγεν ὁ βασιλεὺς Ῥοβοὰμ τοὺς πρεσβυτέρους τοὺς ἑστηκότας ἐναντίον τοῦ Σαλωμὼν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐν τῷ ζῆν αὐτὸν λέγων· πῶς ὑμεῖς βουλεύεσθε τοῦ ἀποκριθῆναι τῷ λαῷ τούτῳ λόγον;
Β Παραλ. 10,6 Ο βασιλεύς Ροβοάμ συνεκάλεσε τους γεροντοτέρους συμβούλους, οι οποίοι ήσαν άλλοτε πλησίον του πατρός του του Σολομώντος, όταν αυτός εζούσε, και τους ηρώτησε· “τι και πως με συμβουλεύετε σεις, να απαντήσω εις την παράκλησιν αυτήν του λαού τούτου;”
 
Β Παραλ. 10,7 καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ λέγοντες· ἐὰν ἐν τῇ σήμερον γένῃ εἰς ἀγαθὸν τῷ λαῷ τούτῳ καὶ εὐδοκήσῃς καὶ λαλήσῃς αὐτοῖς λόγους ἀγαθούς, καὶ ἔσονταί σοι παῖδες πάσας τὰς ἡμέρας.
Β Παραλ. 10,7 Εκείνοι ωμίλησαν προς αυτόν και του είπαν· “εάν σήμερον δειχθής συ επιεικής εις αυτόν τον λαόν και θελήσης να ομιλήσης προς αυτούς λόγια αγαθά και ευπρόσδεκτα, αυτοί θα γίνουν δούλοι σου όλας τας ημέρας της ζωής σου”.
 
Β Παραλ. 10,8 καὶ κατέλιπε τὴν βουλὴν τῶν πρεσβυτέρων, οἳ συνεβουλεύσαντο αὐτῷ, καὶ συνεβουλεύσατο μετὰ τῶν παιδαρίων τῶν συνεκτραφέντων μετ᾿ αὐτοῦ τῶν ἑστηκότων ἐναντίον αὐτοῦ.
Β Παραλ. 10,8 Ο βασιλεύς όμως απέρριψε την συμβουλήν των πρεσβυτέρων, οι οποίοι έτσι τον είχαν συμβουλεύσει, και εζήτησε την γνώμην νεαρών συνομηλίκων του, μαζή με τους οποίους είχεν ανατραφή και οι οποίοι ευρίσκοντο κοντά του συνεχώς ως σύντροφοί του.
 
Β Παραλ. 10,9 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί ὑμεῖς βουλεύεσθε καὶ ἀποκριθήσομαι λόγον τῷ λαῷ τούτῳ, οἳ ἐλάλησαν πρός με λέγοντες· ἄνες ἀπὸ τοῦ ζυγοῦ, οὗ ἔδωκεν ὁ πατήρ σου ἐφ᾿ ἡμᾶς;
Β Παραλ. 10,9 Ο Ροβοάμ τους ηρώτησε· “τι και σεις με συμβουλεύετε να αποκριθώ εις την πρότασιν του λαού τούτου, των ανθρώπων, οι οποίοι μου ωμίλησαν και είπαν· Καμε ελαφρότερον τον ζυγόν της φορολογίας, τον οποίον επέβαλεν ο πατήρ σου εις ημάς;”
 
Β Παραλ. 10,10 καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὰ παιδάρια τὰ ἐκτραφέντα μετ᾿ αὐτοῦ λέγοντες· οὕτως λαλήσεις τῷ λαῷ τῷ λαλήσαντι πρός σε λέγων· ὁ πατήρ σου ἐβάρυνε τὸν ζυγὸν ἡμῶν καὶ σὺ ἄφες ἀφ᾿ ἡμῶν, οὕτως ἐρεῖς· ὁ μικρὸς δάκτυλός μου παχύτερος τῆς ὀσφύος τοῦ πατρός μου·
Β Παραλ. 10,10 Οι νεαροί, οι οποίοι είχον ανατραφή μαζή με αυτόν, του είπαν· “ιδού, πως θα απαντήσης εις αυτόν τον λαόν, ο οποίος ωμίλησε προς σε και σου είπεν· Ο πατήρ σου είχεν επιβάλει επάνω μας βαρύν ζυγόν, συ όμως αλάφρωσε τον ζυγόν αυτόν από ημάς. Ιδού πως θα απαντήσης· Το μικρότερο δάκτυλον της χειρός μου είναι χονδρότερο και ισχυρότερο από την μέσην του πατρός μου.
 
Β Παραλ. 10,11 καὶ νῦν ὁ πατήρ μου ἐπαίδευσεν ὑμᾶς ζυγῷ βαρεῖ, κἀγὼ προσθήσω ἐπὶ τὸν ζυγὸν ἡμῶν, ὁ πατήρ μου ἐπαίδευσεν ὑμᾶς ἐν μάστιξι κἀγὼ παιδεύσω ὑμᾶς ἐν σκορπίοις.
Β Παραλ. 10,11 Και τώρα ακούσατε· ο πατέρας μου σας επέβαλε βαρύν ζυγόν, εγώ θα προσθέσω και θα κάμω ακόμη βαρύτερον αυτόν τον ζυγόν. Ο πατέρας μου σας ετιμωρούσε με απλά μαστίγια, εγώ θα σας τιμωρώ με μάστιγας, που θα έχουν αγκάθια σαν το κεντρί του σκορπιού”.
 
Β Παραλ. 10,12 καὶ ἦλθεν Ἱεροβοὰμ καὶ πᾶς ὁ λαὸς πρὸς Ῥοβοὰμ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ, ὡς ἐλάλησεν ὁ βασιλεὺς λέγων· ἐπιστρέψατε πρός με ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ.
Β Παραλ. 10,12 Κατά την τρίτην ημέραν ο Ιεροβοάμ και όλος ο άλλος ισραηλιτικός λαός ήλθον προς τον Ροβοάμ, όπως ο βασιλεύς είχε δώσει εντολήν εις αυτούς λέγων· “επανέλθετε προς εμέ την τρίτην ημέραν”.
 
Β Παραλ. 10,13 καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς σκληρά, καὶ ἐγκατέλιπεν ὁ βασιλεὺς Ῥοβοὰμ τὴν βουλὴν τῶν πρεσβυτέρων
Β Παραλ. 10,13 Ο βασιλεύς Ροβοάμ, ο οποίος είχεν απορρίψει την καλήν συμβουλήν των γεροντότερων, απεκρίθη προς αυτούς με σκληρότητα.
 
Β Παραλ. 10,14 καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτοὺς κατὰ τὴν βουλὴν τῶν νεωτέρων λέγων· ὁ πατήρ μου ἐβάρυνε τὸν ζυγὸν ὑμῶν καὶ ἐγὼ προσθήσω ἐπ᾿ αὐτόν, ὁ πατήρ μου ἐπαίδευσεν ὑμᾶς ἐν μάστιξι καὶ ἐγὼ παιδεύσω ὑμᾶς ἐν σκορπίοις.
Β Παραλ. 10,14 Απήντησε προς αυτούς σύμφωνα με την συμβουλήν των νεαρών συντρόφων του και τους είπεν· “ο πατήρ μου σας επέβαλε βαρύν ζυγόν, εγώ θα προσθέσω και θα κάμω ακόμη βαρύτερον τον ζυγόν αυτόν. Ο πατέρας μου σας επαίδευσε με μαστίγια, εγώ θα σας τιμωρώ με αγκαθωτά μαστίγια”.
 
Β Παραλ. 10,15 καὶ οὐκ ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς τοῦ λαοῦ, ὅτι ἦν μεταστροφὴ παρὰ τοῦ Θεοῦ λέγων· ἀνέστησε Κύριος τὸν λόγον αὐτοῦ, ὃν ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἀχιὰ τοῦ Σηλωνίτου περὶ Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβὰτ
Β Παραλ. 10,15 Ετσι δε ο βασιλεύς Ροβοάμ δεν άκουσε την παράκλησιν του λαού του· αυτό ήτο παραχώρησις Θεού, ώστε ο Κυριος να πραγματοποιήση τον λόγον, τον οποίον είχεν είπει δια μέσου Αχιά του Σηλωνίτου περί του Ιεροβοάμ, του υιού του Ναβάτ,
 
Β Παραλ. 10,16 καὶ παντὸς Ἰσραήλ, ὅτι οὐκ ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς αὐτῶν. καὶ ἀπεκρίθη ὁ λαὸς πρὸς τὸν βασιλέα λέγων· τίς ἡμῶν ἡ μερὶς ἐν Δαυὶδ καὶ κληρονομία ἐν υἱῷ Ἰεσσαί; εἰς τὰ σκηνώματά σου, Ἰσραήλ· νῦν βλέπε τὸν οἶκόν σου, Δαυίδ. καὶ ἐπορεύθη πᾶς Ἰσραὴλ εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ·
Β Παραλ. 10,16 και περί όλου του ισραηλιτικού λαού. Ιδού διατί ήλθαν έτσι τα πράγματα, ώστε να μη ακούση ο βασιλεύς αυτούς. Τοτε ο λαός απήντησε προς τον βασιλέα και είπαν μεταξύ των· “ποία σχέσις υπάρχει μεταξύ ημών και του Δαυίδ; Εχομεν καμμίαν κληρονομίαν ημείς στον Δαυίδ, τον υιόν του Ιεσσαί; Λοιπόν, Ισραηλίται, ας επιστρέψωμεν ο καθένας στον οίκον του. Και τώρα συ, γενεά του Δαυίδ, κύτταξε το σπίτι σου”. Ολος ο ισραηλιτικός λαός επέστρεψεν εις τας πόλεις του.
 
Β Παραλ. 10,17 καὶ ἄνδρες Ἰσραὴλ καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν πόλεσιν Ἰούδα καὶ ἐβασίλευσεν ἐπ᾿ αὐτῶν Ῥοβοάμ.
Β Παραλ. 10,17 Ετσι δε ο Ροβοάμ εβασίλευσε μόνον στους Ισραηλίτας εκείνους, οι οποίοι κατοικούσαν εις τας πόλεις της φυλής του Ιούδα.
 
Β Παραλ. 10,18 καὶ ἀπέστειλεν ἐπ᾿ αὐτοὺς Ῥοβοὰμ ὁ βασιλεὺς τὸν Ἀδωνιρὰμ τὸν ἐπὶ τοῦ φόρου, καὶ ἐλιθοβόλησαν αὐτὸν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ λίθοις καὶ ἀπέθανε. καὶ ὁ βασιλεὺς Ῥοβοὰμ ἔσπευσε τοῦ ἀναβῆναι εἰς τὸ ἅρμα τοῦ φυγεῖν εἰς Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 10,18 Ο Ροβοάμ, ο βασιλεύς, έστειλε προς τους αποστατήσαντας από αυτόν Ισραηλίτας τον Αδωνιράμ, επόπτην επί της αναγκαστικής εργασίας. Αυτόν όμως οι Ισραηλίται τον ελιθοβόλησαν και τον εφόνευσαν. Ο ίδιος δε ο βασιλεύς Ροβοάμ μόλις διέφυγε τον κίνδυνον, διότι έσπευσε και ανέβηκε στο πολεμικόν του άρμα και έφυγε προς την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 10,19 καὶ ἠθέτησεν Ἰσραὴλ ἐν τῷ οἴκῳ Δαυὶδ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Β Παραλ. 10,19 Ετσι οι Ισραηλίται απεστάτησαν από την οικογένειαν του Δαυίδ έως την ημέραν αυτήν.
 
Κεφάλαιο 11ο
Β Παραλ. 11,1 Καὶ ἦλθε Ῥοβοὰμ εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐξεκκλησίασε τὸν Ἰούδαν καὶ Βενιαμὶν ἑκατὸν ὀγδοήκοντα χιλιάδας νεανίσκων ποιούντων πόλεμον, καὶ ἐπολέμει πρὸς Ἰσραὴλ τοῦ ἐπιστρέψαι τὴν βασιλείαν τῷ Ῥοβοάμ.
Β Παραλ. 11,1 Οταν ο Ροβοάμ ήλθεν εις την Ιερουσαλήμ, συνεκέντρωσεν όλους, όσοι ηδύναντο να λάβουν μέρος στον πόλεμον, νέους κατά την ηλικίαν, από την φυλήν του Ιούδα και του Βενιαμίν, εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδας εν όλω. Με αυτούς ανέλαβε πόλεμον εναντίον των Ισραηλιτών, δια να τους επαναφέρη και τους υποτάξη εις την βασιλείαν του.
 
Β Παραλ. 11,2 καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Σαμαίαν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ λέγων·
Β Παραλ. 11,2 Λογος όμως του Κυρίου έγινε προς τον άνθρωπον του Θεού, τον προφήτην Σαμαίαν, και είπε προς αυτόν·
 
Β Παραλ. 11,3 εἰπὸν πρὸς Ῥοβοὰμ τὸν τοῦ Σαλωμὼν καὶ πάντα Ἰούδαν καὶ Βενιαμὶν λέγων·
Β Παραλ. 11,3 “ειπέ στον Ροβοάμ τον υιόν του Σολομώντος και προς όλην την φυλήν Ιούδα και την φυλήν Βενιαμίν τα εξής·
 
Β Παραλ. 11,4 τάδε λέγει Κύριος· οὐκ ἀναβήσεσθε καὶ οὐ πολεμήσεσθε πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν· ἀποστρέφετε ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι παρ᾿ ἐμοῦ ἐγένετο τὸ ῥῆμα τοῦτο. καὶ ἐπήκουσαν τοῦ λόγου Κυρίου καὶ ἀπεστράφησαν τοῦ μὴ πορευθῆναι ἐπὶ Ἱεροβοάμ.
Β Παραλ. 11,4 Αυτά διατάσσει ο Κυριος. Δεν θα εκστρατεύσετε και δεν θα πολεμήσετε τους αδελφούς σας τους Ισραηλίτας. Αλλά ο καθένας από σας ας επιστρέψη στον οίκον του, διότι κατόπιν ιδικής μου παραχωρήσεως επραγματοποιήθη το γεγονός αυτό, ο χωρισμός δηλαδή των Ισραηλιτών από σας. Εκείνοι υπήκουσαν στον λόγον του Κυρίου και απέφυγαν έτσι να εκστρατεύσουν εναντίον του Ιεροβοάμ.
 
Β Παραλ. 11,5 καὶ κατῴκησε Ῥοβοὰμ εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ ᾠκοδόμησε πόλεις τειχήρεις ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ.
Β Παραλ. 11,5 Ο Ροβοάμ εγκατεστάθη εις την Ιερουσαλήμ και οικοδόμησεν οχυράς πόλεις εις την Ιουδαίαν.
 
Β Παραλ. 11,6 καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Βηθλεὲμ καὶ Αἰτὰν καὶ Θεκωὲ
Β Παραλ. 11,6 Ωχύρωσε την Βηθλεέμ, την Αιτάν, την Θεκωέ,
 
Β Παραλ. 11,7 καὶ Βαιθσουρὰ καὶ τὴν Σοχὼθ καὶ τὴν Ὀδολλὰμ
Β Παραλ. 11,7 την Βαιθσουρά, την Σοχώθ, την Οδολλάμ,
 
Β Παραλ. 11,8 καὶ τὴν Γὲθ καὶ τὴν Μαρισὰν καὶ τὴν Ζὶφ
Β Παραλ. 11,8 την Γέθ, την Μαρισάν, την Ζιφ,
 
Β Παραλ. 11,9 καὶ τὴν Ἀδωραὶμ καὶ Λαχίς, καὶ τὴν Ἀζηκὰ
Β Παραλ. 11,9 την Αδωραίμ, την Λαχίς, την Αζηκά,
 
Β Παραλ. 11,10 καὶ τὴν Σαραὰ καὶ τὴν Αἰλὼμ καὶ τὴν Χεβρών, ἥ ἐστι τοῦ Ἰούδα καὶ Βενιαμίν, πόλεις τειχήρεις.
Β Παραλ. 11,10 την Σαραά, την Αιλώμ και την Χεβρών, πόλεις οχυράς, αι οποίαι ευρίσκοντο στο βασίλειον της φυλής Ιούδα και Βενιαμίν.
 
Β Παραλ. 11,11 καὶ ὠχύρωσεν αὐτὰς τείχεσι καὶ ἔδωκεν ἐν αὐταῖς ἡγουμένους καὶ παραθέσεις βρωμάτων, ἔλαιον καὶ οἶνον,
Β Παραλ. 11,11 Αφού ωχύρωσεν αυτάς με τείχη, εγκατέστησεν εις αυτάς αρχηγούς και τας εφωδίασε με παρακαταθήκας τροφίμων, ελαίου και οίνου.
 
Β Παραλ. 11,12 κατὰ πόλιν καὶ κατὰ πόλιν θυρεοὺς καὶ δόρατα, καὶ κατίσχυσεν αὐτὰς εἰς πλῆθος σφόδρα· καὶ ἦσαν αὐτῷ Ἰούδα καὶ Βενιαμίν.
Β Παραλ. 11,12 Καθε μίαν από τας πόλεις αυτάς εφωδίασε με ασπίδας και δόρατα. Ετσι δε τας κατέστησε πάρα πολύ ισχυράς. Αι φυλαί του Ιούδα και του Βενιαμίν ανήκον στον βασιλέα τον Ροβοάμ.
 
Β Παραλ. 11,13 καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται, οἳ ἦσαν ἐν παντὶ Ἰσραὴλ συνήχθησαν πρὸς αὐτὸν ἐκ πάντων τῶν ὁρίων·
Β Παραλ. 11,13 Οι ιερείς και οι Λευίται, οι οποίοι ήσαν εγκατεστημένοι μεταξύ όλων των Ισραηλιτών, ήλθον από τας περιοχάς των και συνεκεντρώθησαν προς τον βασιλέα Ροβοάμ.
 
Β Παραλ. 11,14 ὅτι ἐγκατέλιπον οἱ Λευῖται τὰ σκηνώματα τῆς κατασχέσεως αὐτῶν καὶ ἐπορεύθησαν πρὸς Ἰούδα εἰς Ἱερουσαλήμ, ὅτι ἐξέβαλεν αὐτοὺς Ἱεροβοὰμ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ μὴ λειτουργεῖν Κυρίῳ
Β Παραλ. 11,14 Τούτο δε έγινε, διότι οι Λευίται εγκατέλειψαν τας πόλεις, αι οποίαι τους είχον δοθή ως ιδιοκτησία των και αι οποίαι ευρίσκοντο εις την περιοχήν του βασιλείου του Ισραήλ, και ήλθον εις την φυλήν Ιούδα εις Ιερουσαλήμ, διότι ο Ιεροβοάμ και οι υιοί του είχαν απαγορεύσει εις αυτούς να λατρεύουν τον Κυριον.
 
Β Παραλ. 11,15 καὶ κατέστησεν ἑαυτῷ ἱερεῖς τῶν ὑψηλῶν καὶ τοῖς εἰδώλοις καὶ τοῖς ματαίοις καὶ τοῖς μόσχοις, ἃ ἐποίησεν Ἱεροβοάμ,
Β Παραλ. 11,15 Ο Ιεροβοάμ εξέλεξε δια τον εαυτόν του ιερείς, που δεν ανήκαν εις την φυλήν Λευι, και τους εγκατέστησεν στους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, εις τα ψευδή είδωλα και στους ειδωλολατρικούς μόσχους, τους οποίους ο ίδιος ο Ιεροβοάμ είχε κατασκευάσει.
 
Β Παραλ. 11,16 καὶ ἐξέβαλεν αὐτοὺς ἀπὸ φυλῶν Ἰσραήλ, οἳ ἔδωκαν καρδίαν αὐτῶν τοῦ ζητῆσαι Κύριον Θεὸν Ἰσραὴλ καὶ ἦλθον εἰς Ἱερουσαλὴμ θῦσαι Κυρίῳ Θεῷ τῶν πατέρων αὐτῶν
Β Παραλ. 11,16 Εδίωξε δε από τας ισραηλιτικάς φυλάς όλους εκείνους, οι οποίοι είχαν δώσει την καρδίαν των εις την λατρείαν Κυρίου του Θεού του ισραηλιτικού λαού. Δια τούτο και οι Λευίται αυτοί ήλθον εις την Ιερουσαλήμ, να προσφέρουν θυσίας εις Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
 
Β Παραλ. 11,17 καὶ κατίσχυσαν τὴν βασιλείαν Ἰούδα καὶ κατίσχυσαν Ῥοβοὰμ τὸν τοῦ Σαλωμὼν εἰς ἔτη τρία, ὅτι ἐπορεύθη ἐν ταῖς ὁδοῖς Δαυὶδ καὶ Σαλωμὼν ἔτη τρία.
Β Παραλ. 11,17 Ετσι δε αυτοί με την παρουσίαν των ενίσχυσαν την βασιλείαν της φυλής του Ιούδα, ενίσχυσαν και τον Ροβοάμ τον υιόν του Σολομώντος επί τρία έτη, διότι επί τρία έτη ο Ροβοάμ επορεύετο τον δρόμον, που ηκολούθησεν ο πάππος του ο Δαυίδ και ο πατήρ του ο Σολομών.
 
Β Παραλ. 11,18 καὶ ἔλαβεν ἑαυτῷ Ῥοβοὰμ γυναῖκα τὴν Μολλὰθ θυγατέρα Ἱεριμοὺθ υἱοῦ Δαυὶδ καὶ Ἀβιγαίαν θυγατέρα Ἑλιὰβ τοῦ Ἰεσσαί,
Β Παραλ. 11,18 Ο Ροβοάμ επήρεν ως σύζυγόν του την Μολλάθ θυγατέρα του Ιεριμούθ, υιού του Δαυίδ, και την Αβιγαίαν θυγατέρα του Ελιάβ, υιού του Ιεσσαί.
 
Β Παραλ. 11,19 καὶ ἔτεκεν αὐτῷ υἱοὺς τὸν Ἰαοὺς καὶ τὸν Σαμαρίαν καὶ τὸν Ζαάμ.
Β Παραλ. 11,19 Αυτή εγέννησεν εις αυτόν υιούς τον Ιαούς, τον Σαμαρίαν και τον Ζαάμ.
 
Β Παραλ. 11,20 καὶ μετὰ ταῦτα ἔλαβεν ἑαυτῷ τὴν Μααχὰ θυγατέρα Ἀβεσσαλώμ, καὶ ἔτεκεν αὐτῷ τὸν Ἀβιὰ καὶ τὸν Ἰετθὶ καὶ τὸν Ζηζὰ καὶ τὸν Σαλημώθ.
Β Παραλ. 11,20 Μετά ταύτα ο Ροβοάμ επήρεν ως σύζυγόν του την Μααχά, θυγατέρα του Αβεσσαλώμ. Αυτή του εγέννησε τον Αβιά, τον Ιετθί, τον Ζηζά και τον Σαλημώθ.
 
Β Παραλ. 11,21 καὶ ἠγάπησε Ῥοβοὰμ τὴν Μααχὰ θυγατέρα Ἀβεσσαλὼμ ὑπὲρ πάσας τὰς γυναῖκας αὐτοῦ καὶ τὰς παλλακὰς αὐτοῦ, ὅτι γυναῖκας δεκαοκτὼ εἶχε καὶ παλλακὰς τριάκοντα· καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς εἴκοσι καὶ ὀκτὼ καὶ θυγατέρας ἑξήκοντα.
Β Παραλ. 11,21 Ο Ροβοάμ ηγάπησε την σύζυγόν του Μααχά, την θυγατέρα του Αβεσσαλώμ, περισσότερον από όλας τας άλλας συζύγους και παλλακάς του. Είχε δε δεκαοκτώ γυναίκας και τριάκοντα παλλακάς. Από αυτάς απέκτησεν εικοσιοκτώ υιούς και εξήκοντα θυγατέρας.
 
Β Παραλ. 11,22 καὶ κατέστησεν εἰς ἄρχοντα Ἀβιὰ τὸν τῆς Μααχὰ εἰς ἡγούμενον ἐν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ, ὅτι βασιλεῦσαι διενοεῖτο αὐτόν·
Β Παραλ. 11,22 Ο Ροβοάμ ανέδειξεν άρχοντα τον Αβιά, τον υιόν της Μααχά, αρχηγόν μεταξύ των αδελφών του, διότι είχε κατά νουν να τον ανακηρύξη διάδοχόν του εις την βασιλείαν.
 
Β Παραλ. 11,23 καὶ ηὐξήθη παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ ἐν ταῖς πόλεσι ταῖς ὀχυραῖς καὶ ἔδωκεν αὐταῖς τροφὰς πλῆθος πολὺ καὶ ᾐτήσατο πλῆθος γυναικῶν.
Β Παραλ. 11,23 Αυτός ο Αβιά ανεδείχθη περισσότερον από όλους τους άλλους υιούς του Ροβοάμ, οι οποίοι ευρίσκοντο διεσκορπισμένοι καθ' όλα τα όρια της φυλής Ιούδα και Βενιαμίν μέσα εις οχυράς πόλεις. Ο Αβιά εφωδίασεν αυτάς τας οχυράς πόλεις με πολλά τρόφιμα. Εζήτησε δε και έλαβε δια τον εαυτόν του πολυαρίθμους γυναίκας.
 
Κεφάλαιο 12ο
Β Παραλ. 12,1 Καὶ ἐγένετο ὡς ἡτοιμάσθη ἡ βασιλεία Ῥοβοὰμ καὶ ὡς κατεκρατήθη, ἐγκατέλιπε τὰς ἐντολὰς Κυρίου καὶ πᾶς Ἰσραὴλ μετ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 12,1 Οταν η βασιλεία του Ροβοάμ ετακτοποιήθη και εστερεώθη και αυτός έγινε ισχυρός, εγκατέλειψε τας εντολάς του Κυρίου και μαζή με αυτόν όλος ο Ιουδαϊκός λαός.
 
Β Παραλ. 12,2 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἔτει τῷ πέμπτῳ τῆς βασιλείας Ῥοβοὰμ ἀνέβη Σουσακὶμ βασιλεὺς Αἰγύπτου ἐπὶ Ἱερουσαλήμ, ὅτι ἥμαρτον ἐναντίον Κυρίου,
Β Παραλ. 12,2 Ακριβώς δε διότι οι Ιουδαίοι ημάρτησαν ενώπιον του Κυρίου, κατά το πέμπτον έτος της βασιλείας του Ροβοάμ ο Σουσακίμ, ο βασιλεύς της Αιγύπτου, επήλθεν εναντίον της Ιερουσαλήμ
 
Β Παραλ. 12,3 ἐν χιλίοις καὶ διακοσίοις ἅρμασι καὶ ἑξήκοντα χιλιάσιν ἵππων, καὶ οὐκ ἦν ἀριθμὸς τοῦ πλήθους τοῦ ἐλθόντος μετ᾿ αὐτοῦ ἐξ Αἰγύπτου, Λίβυες, Τρωγοδύται καὶ Αἰθίοπες.
Β Παραλ. 12,3 με χίλια διακόσια πολεμικά άρματα και εξήντα χιλιάδες ιππείς. Αναρίθμητοι δε ήσαν αυτοί, που είχαν ακολουθήσει τον Σουσακίμ από την Αίγυπτον, Λιβυες, Τρωγλοδύται και Αιθίοπες.
 
Β Παραλ. 12,4 καὶ κατεκράτησαν τῶν πόλεων τῶν ὀχυρῶν, αἳ ἦσαν ἐν Ἰούδᾳ, καὶ ἦλθον εἰς Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 12,4 Ολοι αυτοί υπερίσχυσαν και εκυρίευσαν τας οχυράς πόλεις, αι οποίαι ανήκον εις την Ιουδαίαν, και έφθασαν έως εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 12,5 καὶ Σαμαίας ὁ προφήτης ἦλθε πρὸς Ῥοβοὰμ καὶ πρὸς τοὺς ἄρχοντας Ἰούδα τοὺς συναχθέντας εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ προσώπου Σουσακὶμ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· οὕτως εἶπε Κύριος· ὑμεῖς ἐγκατελίπετέ με, καὶ ἐγὼ ἐγκαταλείψω ὑμᾶς ἐν χειρὶ Σουσακίμ.
Β Παραλ. 12,5 Ο προφήτης Σαμαίας παρουσιάσθη ενώπιον του Ροβοάμ και των αρχόντων του βασιλείου Ιούδα, οι οποίοι φεύγοντες από τον Σουσακίμ είχαν συγκεντρωθή εις την Ιερουσαλήμ, και τους είπεν· “αυτά είπεν ο Κυριος· Σεις με εγκατελείψατε και εγώ θα σας εγκαταλείψω εις τα χέρια του Σουσακίμ”.
 
Β Παραλ. 12,6 καὶ ᾐσχύνθησαν οἱ ἄρχοντες Ἰσραὴλ καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπαν· δίκαιος ὁ Κύριος.
Β Παραλ. 12,6 Οι άρχοντες του Ισραήλ και ο βασιλεύς κατελήφθησαν από εντροπήν και από το αίσθημα της ενοχής και είπαν εν μετανοία· “δίκαιος είναι ο Κυριος”.
 
Β Παραλ. 12,7 καὶ ἐν τῷ ἰδεῖν Κύριον ὅτι ἐνετράπησαν, καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Σαμαίαν λέγων· ἐνετράπησαν, οὐ καταφθερῶ αὐτούς· καὶ δώσω αὐτοὺς ὡς μικρὸν εἰς σωτηρίαν, καὶ οὐ μὴ στάξῃ ὁ θυμός μου ἐν Ἱερουσαλήμ,
Β Παραλ. 12,7 Ο Κυριος, όταν είδεν ότι αυτοί εταπεινώθησαν ενώπιόν του, είπε προς τον Σαμαίαν και τα εξής· “αυτοί συνετρίβησαν και εταπεινώθησαν, δεν θα καταστρέψω αυτούς. Επί ολίγον χρονικόν διάστημα θα δώσω εις αυτούς την σωτηρίαν των και ο θυμός μου δεν θα εκσπάση εναντίον της Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 12,8 ὅτι ἔσονται εἰς παῖδας καὶ γνώσονται τὴν δουλείαν μου καὶ τὴν δουλείαν τῆς βασιλείας τῆς γῆς.
Β Παραλ. 12,8 Θα υποταχθούν όμως και θα γίνουν δούλοι στον Σουσακίμ, δια να μάθουν ποία διαφορά υπάρχει μεταξύ της ιδικής μου δουλείας και της δουλείας των βασιλέων της γης”.
 
Β Παραλ. 12,9 καὶ ἀνέβη Σουσακὶμ βασιλεὺς Αἰγύπτου ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ ἔλαβε τοὺς θησαυροὺς τοὺς ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ τοὺς θησαυροὺς τοὺς ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως, τὰ πάντα ἔλαβε· καὶ ἔλαβε τοὺς θυρεοὺς τοὺς χρυσοῦς, οὓς ἐποίησε Σαλωμών,
Β Παραλ. 12,9 Ο Σουσακίμ ο βασιλεύς της Αιγύπτου εισήλθε νικητής εις την Ιερουσαλήμ, επήρεν όλους τους θησαυρούς, οι οποίοι υπήρχον στον ναόν του Κυρίου, και τους θησαυρούς που υπήρχον εις τα ανάκτορα του βασιλέως. Τα επήρεν όλα. Επήρεν επίσης τας χρυσάς μεγάλας ασπίδας, τας οποίας είχε κατασκευάσει ο Σολομών.
 
Β Παραλ. 12,10 καὶ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς Ῥοβοὰμ θυρεοὺς χαλκοῦς ἀντ᾿ αὐτῶν. καὶ κατέστησεν ἐπ᾿ αὐτὸν Σουσακὶμ ἄρχοντας παρατρεχόντων, τοὺς φυλάσσοντας τὸν πυλῶνα τοῦ βασιλέως.
Β Παραλ. 12,10 Ο δε βασιλεύς Ροβοάμ αντί των χρυσών ασπίδων κατεσκεύασε χαλκίνας ασπίδας. Ο Σουσακίμ εγκατέστησε κοντά στον Ροβοάμ άρχοντας της σωματοφυλακής του, οι οποίοι εφύλασσαν την πύλην των βασιλικών ανακτόρων.
 
Β Παραλ. 12,11 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἰσελθεῖν τὸν βασιλέα εἰς οἶκον Κυρίου, εἰσεπορεύοντο οἱ φυλάσσοντες καὶ οἱ παρατρέχοντες καὶ οἱ ἐπιστρέφοντες εἰς ἀπάντησιν τῶν παρατρεχόντων.
Β Παραλ. 12,11 Καθε δε φοράν, που ο βασιλεύς επρόκειτο να εισέλθη από το ανακτορόν του στον ναόν του Κυρίου, τον συνώδευεν εμπρός και οπίσω η βασιλική φρουρά, η οποία ηνούτο με την οπισθοφυλακήν.
 
Β Παραλ. 12,12 καὶ ἐν τῷ ἐντραπῆναι αὐτὸν ἀπεστράφη ἀπ᾿ αὐτοῦ ὀργὴ Κυρίου καὶ οὐκ εἰς καταφθορὰν εἰς τέλος· καὶ γὰρ ἐν Ἰούδᾳ ἦσαν λόγοι ἀγαθοί.
Β Παραλ. 12,12 Χαρις εις την ταπείνωσιν αυτήν του Ροβοάμ απετράπη η οργή του Κυρίου από αυτόν και δεν ετιμωρήθη με τελείαν καταστροφήν. Τούτο έγινεν ακόμη, διότι συνέβησαν στο βασίλειον του Ιούδα και μερικά αγαθά γεγονότα.
 
Β Παραλ. 12,13 Καὶ κατίσχυσεν ὁ βασιλεὺς Ῥοβοὰμ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐβασίλευσε. καὶ τεσσαράκοντα καὶ ἑνὸς ἐτῶν Ῥοβοὰμ ἐν τῷ βασιλεῦσαι αὐτὸν καὶ ἑπτακαίδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, ἐν τῇ πόλει, ᾗ ἐξελέξατο Κύριος ἐπονομάσαι τό ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ ἐκ πασῶν φυλῶν υἱῶν Ἰσραήλ· καὶ τὸ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Νοομμὰ ἡ Ἀμανῖτις.
Β Παραλ. 12,13 Ο βασιλεύς Ροβοάμ εστερεώθη εις την Ιερουσαλήμ και εβασίλευσεν εκεί. Οταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, ήτο ηλικίας τεσσαράκοντα και ενός ετών. Εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ επί δέκα επτά έτη εις την πόλιν αυτήν, την οποίαν από όλας τας πόλεις των άλλων φυλών του ισραηλιτικού λαού είχεν εκλέξει ο Κυριος, δια να λατρεύεται και να υμνήται εκεί το Ονομά του. Το όνομα της μητρός του Ροβοάμ ήτο Νοομμά η οποία κατήγετο από τους Αμμωνίτας.
 
Β Παραλ. 12,14 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρόν, ὅτι οὐ κατεύθυνε τὴν καρδίαν αὐτοῦ ἐκζητῆσαι τὸν Κύριον.
Β Παραλ. 12,14 Και ο Ροβοάμ διέπραξε το πονηρόν της ειδωλολατρείας και έτσι δεν κατηύθυνε την καρδίαν του προς τον Κυριον, δια να λατρεύση αυτόν.
 
Β Παραλ. 12,15 καὶ λόγοι Ῥοβοὰμ οἱ πρῶτοι καὶ ἔσχατοι οὐκ ἰδοὺ γεγραμμένοι ἐν τοῖς λόγοις Σαμαία τοῦ προφήτου καὶ Ἀδδὼ τοῦ ὁρῶντος καὶ πράξεις αὐτοῦ; καὶ ἐπολέμησε Ῥοβοὰμ τὸν Ἱεροβοὰμ πάσας τὰς ἡμέρας.
Β Παραλ. 12,15 Αι πρώται και αι τελευταίαι πράξστου Ροβοάμ έχουν καταχωρηθή εις τα γραπτά του προφήτου Σαμαίου και του προφήτου Αδδώ· όλαι αι πράξεις αυτού. Ο Ροβοάμ ευρίσκετο εις εμπόλεμον κατάστασιν εναντίον του Ιεροβοάμ όλας τας ημέρας της ζωής του.
 
Β Παραλ. 12,16 καὶ ἀπέθανε Ῥοβοὰμ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἀβιὰ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 12,16 Ο Ροβοάμ απέθανε και ετάφη μαζή με τους προγόνους του εις την πόλιν Δαυΐδ, εις την Ιερουσαλήμ. Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του, ο Αβιά.
 
Κεφάλαιο 13ο
Β Παραλ. 13,1 Ἐν τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ ἔτει τῆς βασιλείας Ἱεροβοὰμ ἐβασίλευσεν Ἀβιὰ ἐπὶ Ἰούδαν·
Β Παραλ. 13,1 Ο Αβιά έγινε βασιλεύς στο βασίλειον του Ιούδα κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του Ιεροβοάμ.
 
Β Παραλ. 13,2 τρία ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Μααχὰ θυγάτηρ Οὐριὴλ ἀπὸ Γαβαών. καὶ πόλεμος ἦν ἀνὰ μέσον Ἀβιὰ καὶ ἀνὰ μέσον Ἱεροβοάμ.
Β Παραλ. 13,2 Τρία έτη εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Μααχά, ήτο θυγάτηρ του Ουριήλ του καταγομένου από την πόλιν Γαβαών. Μεταξύ δε του Αβιά και του Ιεροβοάμ υπήρχε πόλεμος.
 
Β Παραλ. 13,3 καὶ παρετάξατο Ἀβιὰ ἐν δυνάμει πολεμισταῖς δυνάμεως τετρακοσίαις χιλιάσιν ἀνδρῶν δυνατῶν, καὶ Ἱεροβοὰμ παρετάξατο πρὸς αὐτὸν πόλεμον ἐν ὀκτακοσίαις χιλιάσι, δυνατοὶ πολεμισταὶ δυνάμεως.
Β Παραλ. 13,3 Ο Αβιά παρετάχθη εις μάχην εναντίον του Ιεροβοάμ με στρατόν τετρακοσίων χιλιάδων εμπειροπολέμων ανδρών. Αλλά και ο Ιεροβοάμ παρετάχθη εναντίον του προς μάχην με οκτακοσίας χιλιάδας γενναίων πολεμικών ανδρών.
 
Β Παραλ. 13,4 καὶ ἀνέστη Ἀβιὰ ἀπὸ τοῦ ὄρους Σομόρων, ὅ ἐστιν ἐν τῷ ὄρει Ἐφραίμ, καὶ εἶπεν· ἀκούσατε Ἱεροβοὰμ καὶ πᾶς Ἰσραήλ·
Β Παραλ. 13,4 Από το όρος Σομόρων, το οποίον ευρίσκεται εις την ορεινήν χώραν της φυλής του Εφραίμ, ο Αβιά εσηκώθη και είπε προς τους εχθρούς του τους Ισραηλίτας· “ακούσατέ με, Ιεροβοάμ και σεις οι Ισραηλίται.
 
Β Παραλ. 13,5 οὐχ ὑμῖν γνῶναι ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ἔδωκε βασιλέα ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ εἰς τὸν αἰῶνα τῷ Δαυὶδ καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ διαθήκῃ ἁλός;
Β Παραλ. 13,5 Δεν γνωρίζετε σεις ότι Κυριος ο Θεός του Ισραήλ έδωσε την βασιλείαν επί όλου του ισραηλιτικού λαού δια παντός στον Δαυίδ και τους υιούς του και τούτο με διαθήκην άλατος, δηλαδή ακατάλυτον;
 
Β Παραλ. 13,6 καὶ ἀνέστη Ἱεροβοὰμ ὁ τοῦ Ναβὰτ ὁ παῖς Σαλωμὼν τοῦ Δαυὶδ καὶ ἀπέστη ἀπὸ τοῦ κυρίου αὐτοῦ.
Β Παραλ. 13,6 Και όμως ο Ιεροβοάμ, ο υιός του Ναβάτ ο δούλος αυτός του Σολομώντος του υιού του Δαυίδ, απεστάτησεν από τον κύριόν του.
 
Β Παραλ. 13,7 καὶ συνήχθησαν πρὸς αὐτὸν ἄνδρες λοιμοὶ υἱοὶ παράνομοι, καὶ ἀντέστη πρὸς Ῥοβοὰμ τὸν τοῦ Σαλωμών, καὶ Ῥοβοὰμ ἦν νεώτερος καὶ δειλὸς τῇ καρδίᾳ καὶ οὐκ ἀντέστη κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ.
Β Παραλ. 13,7 Γυρω δε από αυτόν συνεκεντρώθησαν άνδρες διεφθαρμένοι και παράνομοι. Μαζή δε με αυτούς αντιστάθηκε εναντίον του Ροβοάμ του υιού του Σολομώντος. Ο Ροβοάμ τότε ήτο μικρός εις την ηλικίαν και δειλός εις την καρδίαν. Δι' αυτό δε και δεν ημπόρεσε να αντισταθή εναντίον του Ιεροβοάμ.
 
Β Παραλ. 13,8 καὶ νῦν ὑμεῖς λέγετε ἀντιστῆναι κατὰ πρόσωπον βασιλείας Κυρίου διὰ χειρὸς υἱῶν Δαυίδ· καὶ ὑμεῖς πλῆθος πολὺ καὶ μεθ᾿ ὑμῶν μόσχοι χρυσοῖ, οὓς ἐποίησεν ὑμῖν Ἱεροβοὰμ εἰς θεούς.
Β Παραλ. 13,8 Και τώρα σεις επήρατε την απόφασιν να αντισταθήτε εναντίον της βασιλείας του Κυρίου, η οποία ευρίσκεται εις τα χέρια των υιών του Δαυίδ. Είσθε, βέβαια, πολυάριθμοι και μαζή σας έχετε τους χρυσούς ειδωλολατρικούς μόσχους, τους οποίους κατεσκεύασε και παρέδωσεν εις σας ο Ιεροβοάμ ως θεούς.
 
Β Παραλ. 13,9 ἦ οὐκ ἐξεβάλετε τοὺς ἱερεῖς Κυρίου τοὺς υἱοὺς Ἀαρὼν καὶ τοὺς Λευίτας καὶ ἐποιήσατε ἑαυτοῖς ἱερεῖς ἐκ τοῦ λαοῦ τῆς γῆς πάσης; ὁ προσπορευόμενος πληρῶσαι τὰς χεῖρας ἐν μόσχῳ ἐκ βοῶν καὶ κριοῖς ἑπτὰ καὶ ἐγίνετο εἰς ἱερέα τῷ μὴ ὄντι θεῷ.
Β Παραλ. 13,9 Αλήθεια, σεις δεν εδιώξατε τους αληθινούς ιερείς του Κυρίου, τους απογόνους του Ααρών, και τους Λευίτας και εκάματε δια τον εαυτόν σας ιερείς, προερχομένους από οποιονδήποτε λαόν όλης της χώρας; Καθένας, ο οποίος ήρχετο να αφιερώση τον εαυτόν του φέρων εις τα χέρια του μόσχον και επτά κριούς, εγίνετο ιερεύς εις θεόν μη πραγματικόν.
 
Β Παραλ. 13,10 καὶ ἡμεῖς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν οὐκ ἐγκατελίπομεν, καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτοῦ λειτουργοῦσι τῷ Κυρίῳ οἱ υἱοὶ Ἀαρὼν καὶ οἱ Λευῖται, καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίαις αὐτῶν·
Β Παραλ. 13,10 Ημείς όμως δεν εγκαταλείψαμεν Κυριον τον Θεόν μας και οι αληθινοί ιερείς, οι απόγονοι δηλαδή του Ααρών, υπηρετούν εδώ τον Κυριον μαζή με τους Λευίτας, τακτοποιημένοι εις τας ιερατικάς αυτών τάξεις.
 
Β Παραλ. 13,11 θυμιῶσι τῷ Κυρίῳ ὁλοκαύτωμα πρωΐ καὶ δείλης καὶ θυμίαμα συνθέσεως καὶ προθέσεις ἄρτων ἐπὶ τῆς τραπέζης τῆς καθαρᾶς, καὶ ἡ λυχνία ἡ χρυσῆ καὶ οἱ λύχνοι τῆς καύσεως ἀνάψαι δείλης, ὅτι φυλάσσομεν τὰς φυλακὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ ὑμεῖς ἐγκατελίπετε αὐτόν.
Β Παραλ. 13,11 Αυτοί προσφέρουν θυμίαμα στον Κυριον, όπως επίσης και το καθιερωμένον δια κάθε πρωΐαν και εσπέραν ολοκαύτωμα· προσφέρουν και το ευώδες θυμίαμα το σύνθετον από πολλά αρώματα. Αυτοί θέτουν τους άρτους της προθέσεως επάνω εις την καθαράν τράπεζαν, ανάπτουν κάθε απόγευμα τους λύχνους της χρυσής λυχνίας. Και ταύτα, διότι ημείς τηρούμεν τας εντολάς Κυρίου του Θεού των πατέρων μας, ενώ σστον έχετε εγκαταλείψει.
 
Β Παραλ. 13,12 καὶ ἰδοὺ μεθ᾿ ἡμῶν ἐν ἀρχῇ Κύριος καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτοῦ καὶ αἱ σάλπιγγες τῆς σημασίας τοῦ σημαίνειν ἐφ᾿ ἡμᾶς. οἱ υἱοὶ τοῦ Ἰσραὴλ μὴ πολεμήσητε πρὸς Κύριον Θεὸν τῶν πατέρων ἡμῶν, ὅτι οὐκ εὐοδώσεται ὑμῖν.
Β Παραλ. 13,12 Ιδού, ιδικός μας αρχηγός και μαζή με ημάς είναι ο Κυριος και οι ιερείς του, όπως και αι ιεραί σάλπιγγες, δια να σαλπίζουν δι' ημάς τα ιερά σαλπίσματά των. Παιδιά του ισραηλιτικού λαού, μη πολεμήτε Κυριον τον Θεόν των πατέρων σας, διότι δεν θα ευοδωθή ο πόλεμός σας εναντίον μας”.
 
Β Παραλ. 13,13 καὶ Ἱεροβοὰμ ἀπέστρεψε τὸ ἔνεδρον ἐλθεῖν αὐτῷ ἐκ τῶν ὄπισθεν· καὶ ἐγένετο ἔμπροσθεν Ἰούδα, καὶ τὸ ἔνεδρον ἐκ τῶν ὄπισθεν.
Β Παραλ. 13,13 Ο Ιεροβοάμ δεν συνεκινήθη από αυτά, αλλά έστησε την ενέδραν του οπίσω από τους Ιουδαίους. Ετσι δε υπήρχε στρατός του Ιεροβοάμ εμπρός από τον στρατόν των Ιουδαίων και πίσω από αυτούς ήτο η ενέδρα.
 
Β Παραλ. 13,14 καὶ ἀπέστρεψεν Ἰούδας, καὶ ἰδοὺ αὐτοῖς ὁ πόλεμος ἐκ τῶν ἔμπροσθεν καὶ ἐκ τῶν ὄπισθεν, καὶ ἐβόησαν πρὸς Κύριον, καὶ οἱ ἱερεῖς ἐσάλπισαν ταῖς σάλπιγξι·
Β Παραλ. 13,14 Ο στρατός των Ιουδαίων εστράφη οπίσω και ιδού είδεν αίφνης, ότι ο πόλεμος εναντίον αυτών ήτο και έμπροσθεν και όπισθεν, με κραυγήν δε μεγάλην εζήτησαν τον Κυριον προς βοήθειαν, οι δε ιερείς εσάλπισαν με τας ιεράς σάλπιγγας.
 
Β Παραλ. 13,15 καὶ ἐβόησαν ἄνδρες Ἰούδα καὶ ἐγένετο ἐν τῷ βοᾶν ἄνδρας Ἰούδα καὶ Κύριος ἐπάταξε τὸν Ἱεροβοὰμ καὶ τὸν Ἰσραὴλ ἐναντίον Ἀβιὰ καὶ Ἰούδα.
Β Παραλ. 13,15 Ο στρατός των Ιουδαίων εβόησε με μεγάλην κραυγήν, ο δε Κυριος εκτύπησε τον Ιεροβοάμ και τον ισραηλιτικόν λαόν εμπρός στον Αβιά και στον ιουδαϊκόν λαόν.
 
Β Παραλ. 13,16 καὶ ἔφυγον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀπὸ προσώπου Ἰούδα, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς Κύριος εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν.
Β Παραλ. 13,16 Οι Ισραηλίται ετράπησαν εις φυγήν ενώπιον των Ιουδαίων και παρέδωκεν αυτούς ο Κυριος εις τα χέρια των Ιουδαίων.
 
Β Παραλ. 13,17 καὶ ἐπάταξεν ἐν αὐτοῖς Ἀβιὰ καὶ ὁ λαὸς αὐτοῦ πληγὴν μεγάλην, καὶ ἔπεσον τραυματίαι ἀπὸ Ἰσραὴλ πεντακόσιαι χιλιάδες ἄνδρες δυνατοί.
Β Παραλ. 13,17 Ο Αβιά και ο στρατός του εκτύπησαν και επέφεραν μεγάλην καταστροφήν, ώστε έπεσαν στο πεδίον της μάχης νεκροί πεντακόσιαι χιλιάδες εμπειροπόλεμοι άνδρες.
 
Β Παραλ. 13,18 καὶ ἐταπεινώθησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ κατίσχυσαν οἱ υἱοὶ Ἰούδα, ὅτι ἤλπισαν ἐπὶ Κύριον Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 13,18 Οι Ισραηλίται εταπεινώθησαν κατά την ημέραν εκείνην, οι δε Ιουδαίοι υπερίσχυσαν και τους ενίκησαν, διότι είχαν στηρίξει τας ελπίδας των εις Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
 
Β Παραλ. 13,19 καὶ κατεδίωξεν Ἀβιὰ ὀπίσω Ἱεροβοὰμ καὶ προκατελάβετο παρ᾿ αὐτοῦ πόλεις, τὴν Βαιθὴλ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ τὴν Ἰσανὰ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ τὴν Ἐφρὼν καὶ τὰς κώμας αὐτῆς.
Β Παραλ. 13,19 Ο Αβιά κατεδίωξε τον Ιεροβοάμ και κατέλαβε τας πόλεις αυτού, την Βαιθήλ και τας περί αυτήν κώμας, την Ισανά και τας περί αυτήν κώμας, Εφρών και τας περί αυτήν κώμας.
 
Β Παραλ. 13,20 καὶ οὐκ ἔσχεν ἰσχὺν Ἱεροβοὰμ ἔτι πάσας τὰς ἡμέρας Ἀβιά, καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν Κύριος, καὶ ἐτελεύτησε.
Β Παραλ. 13,20 Καθ' όλας δε τας ημέρας που έζησεν ο Αβιά, ο Ιεροβοάμ ουδέποτε απέκτησε πλέον την δύναμίν του, ο δε Κυριος εκτύπησεν αυτόν και τον εθανάτωσε.
 
Β Παραλ. 13,21 καὶ κατίσχυσεν Ἀβιὰ καὶ ἔλαβεν ἑαυτῷ γυναῖκας δεκατέσσαρας καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς εἰκοσιδύο καὶ ἑκκαίδεκα θυγατέρας.
Β Παραλ. 13,21 Ο Αβιά όμως έγινεν ισχυρός, αυτός επήρεν ως συζύγους δεκατέσσερας γυναίκας, εγέννησε δε είκοσι δυό υιούς και δεκαέξ θυγατέρας.
 
Β Παραλ. 13,22 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι Ἀβιὰ καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ γεγραμμένοι ἐπὶ βιβλίῳ τοῦ προφήτου Ἀδδώ.
Β Παραλ. 13,22 Αι άλλαι πράξστου Αβιά, αι ενεργειαί του και οι λόγοι του, είναι γραμμένα στο βιβλίον του προφήτου Αδδώ.
 
Κεφάλαιο 14ο
Β Παραλ. 14,1 Καὶ ἀπέθανεν Ἀβιὰ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἀσὰ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ. ἐν ταῖς ἡμέραις Ἀσὰ ἡσύχασεν ἡ γῆ Ἰούδα δέκα ἔτη,
Β Παραλ. 14,1 Ο Αβιά απέθανε και έθαψαν αυτόν με τους προπάτοράς του εις την πόλιν του Δαυίδ, την Ιερουσαλήμ. Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του, ο Ασά. Κατά την εποχήν του Ασά το βασίλειον του Ιούδα έμενεν ήσυχον επί δέκα έτη.
 
Β Παραλ. 14,2 καὶ ἐποίησε τὸ καλὸν καὶ τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 14,2 Αυτός έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον Κυρίου του Θεού του.
 
Β Παραλ. 14,3 καὶ ἀπέστησε τὰ θυσιαστήρια τῶν ἀλλοτρίων καὶ τὰ ὑψηλὰ καὶ συνέτριψε τὰς στήλας καὶ ἐξέκοψε τὰ ἄλση
Β Παραλ. 14,3 Αυτός απεμάκρυνε τα θυσιαστήρια των ξένων θεών, απηγόρευσε τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, συνέτριψε τας ειδωλολατρικάς στήλας και κατέκαψε τα άλση των ειδώλων.
 
Β Παραλ. 14,4 καὶ εἶπε τῷ Ἰούδᾳ ἐκζητῆσαι τὸν Κύριον Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν καὶ ποιῆσαι τόν νόμον καὶ τὰς ἐντολάς.
Β Παραλ. 14,4 Διέταξεν επίσης τους Ιουδαίους να λατρεύουν Κυριον τον Θεόν των πατέρων των και να εφαρμόζουν τον Νομον αυτού και τας εντολάς του.
 
Β Παραλ. 14,5 καὶ ἀπέστησεν ἀπὸ πασῶν πόλεων Ἰούδα τὰ θυσιαστήρια καὶ τὰ εἴδωλα, καὶ εἰρήνευσε
Β Παραλ. 14,5 Απεμάκρυνεν από όλας τας πόλστου βασιλείου του Ιούδα τα θυσιαστήρια και τα είδωλα. Ετσι δε το βασίλειον του Ιούδα είχε περίοδον ειρήνης.
 
Β Παραλ. 14,6 πόλεις τειχήρεις ἐν γῇ Ἰούδα, ὅτι εἰρήνευσεν ἡ γῆ· καὶ οὐκ ἦν αὐτῷ πόλεμος ἐν τοῖς ἔτεσι τούτοις, ὅτι κατέπαυσε Κύριος αὐτῷ.
Β Παραλ. 14,6 Εκτισε περιτειχισμένας οχυράς πόλεις εις την περιοχήν της φυλής του Ιούδα, διότι η χώρα ευρίσκετο εις ειρηνικήν περίοδον. Δεν υπήρχε πόλεμος κατά τα έτη αυτά, διότι ο Κυριος είχεν αναπαύσει αυτόν από τους πολέμους.
 
Β Παραλ. 14,7 καὶ εἶπε τῷ Ἰούδᾳ· οἰκοδομήσωμεν τὰς πόλεις ταύτας καὶ ποιήσωμεν τείχη καὶ πύργους καὶ πύλας καὶ μοχλούς, ἐν ᾧ τῆς γῆς κυριεύσομεν, ὅτι καθὼς ἐξεζητήσαμεν Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, ἐξεζήτησεν ἡμᾶς καὶ κατέπαυσεν ἡμᾶς κυκλόθεν καὶ εὐώδωσεν ἡμῖν.
Β Παραλ. 14,7 Είπεν ο Ασά στους Ιουδαίους· “ας ανοικοδομήσωμεν αυτάς τας πόλεις, ας τας περιβάλωμεν με τείχη και επάνω εις τα τείχη ας κτίσωμεν πύργους, ας θέσωμεν πύλας και μοχλούς, εφ' όσον η χώρα ευρίσκεται υπό την κυριαρχίαν μας, διότι, όπως ημείς εζητήσαμεν και ελατρεύσαμεν Κυριον τον Θεόν μας, έτσι και ο Θεός ενδιεφέρθη δι' ημάς και μας ανέπαυσεν από τους κύκλω εχθρούς μας και κατευώδωσε τα έργα μας.
 
Β Παραλ. 14,8 καὶ ἐγένετο δύναμις τῷ Ἀσὰ ὁπλοφόρων αἰρόντων θυρεοὺς καὶ δόρατα ἐν γῇ Ἰούδα τριακόσιαι χιλιάδες καὶ ἐν γῇ Βενιαμὶν πελτασταὶ καὶ τοξόται διακόσιαι καὶ ὀγδοήκοντα χιλιάδες, πάντες οὗτοι πολεμισταὶ δυνάμεως.
Β Παραλ. 14,8 Απέκτησε δε ο Ασά στρατιωτικήν δύναμιν ενόπλων ανδρών, που έφεραν μεγάλας ασπίδας και δόρατα από την φυλήν του Ιούδα τριακοσίας χιλιάδας· από δε την φυλήν του Βενιαμίν διακοσίας ογδοήκοντα χιλιάδας τοξότας και στρατιώτας, που έφεραν μικράς ασπίδας. Ολοι αυτοί ήσαν ισχυροί και έμπειροι δια τον πόλεμον.
 
Β Παραλ. 14,9 καὶ ἐξῆλθεν ἐπ᾿ αὐτοὺς Ζαρὲ ὁ Αἰθίοψ ἐν δυνάμει ἐν χιλίαις χιλιάσι καὶ ἅρμασι τριακοσίοις, καὶ ἦλθεν ἕως Μαρισά.
Β Παραλ. 14,9 Εναντίον όμως αυτών εξεστράτευσεν από την Αιθιοπίαν ο Ζαρέ με στρατόν ένα εκατομμύριον και με τριακόσια πολεμικά άρματα. Αυτός έφθασεν έως την Μαρισά.
 
Β Παραλ. 14,10 καὶ ἐξῆλθεν Ἀσὰ εἰς συνάντησιν αὐτῷ καὶ παρετάξατο πόλεμον ἐν τῇ φάραγγι κατὰ βοῤῥᾶν Μαρισά.
Β Παραλ. 14,10 Ο Ασά εξήλθεν εναντίον του εις πόλεμον και παρετάχθη δια την μάχην εις την κοιλάδα, η οποία ευρίσκετο προς βορράν της Μαρισά.
 
Β Παραλ. 14,11 καὶ ἐβόησεν Ἀσὰ πρὸς Κύριον Θεὸν αὐτοῦ καὶ εἶπε· Κύριε, οὐκ ἀδυνατεῖ παρὰ σοὶ σώζειν ἐν πολλοῖς καὶ ἐν ὀλίγοις· κατίσχυσον ἡμᾶς, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὅτι ἐπὶ σοὶ πεποίθαμεν καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου ἤλθομεν ἐπὶ τὸ πλῆθος τὸ πολὺ τοῦτο· Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, μὴ κατισχυσάτω πρός σε ἄνθρωπος.
Β Παραλ. 14,11 Ο Ασά εβόησε προς Κυριον τον Θεόν του και είπε· “Κυριε, δεν είναι εις σε αδύνατον να μας σώσης με πολλούς και με ολίγους άνδρας μας. Ενίσχυσέ μας και τώρα, Κυριε ο Θεός ημών, διότι εις σε έχομεν στηρίξει τας ελπίδας μας και εν ονόματί σου ήλθομεν να αντιπαραταχθώμεν στο μέγα τούτο πλήθος των ανδρών. Κυριε, ο Θεός ημών, ας μη υπερισχύση ενώπιόν σου αυτός ο άνθρωπος”.
 
Β Παραλ. 14,12 καὶ ἐπάταξε Κύριος τοὺς Αἰθίοπας ἐναντίον Ἰούδα, καὶ ἔφυγον Αἰθίοπες·
Β Παραλ. 14,12 Ο Κυριος εκτύπησε και κατετρόπωσε τους Αιθίοπας ενώπιον του Ιούδα, ώστε οι Αιθίοπες ετράπησαν εις φυγήν.
 
Β Παραλ. 14,13 καὶ κατεδίωξεν αὐτοὺς Ἀσὰ καὶ ὁ λαὸς αὐτοῦ ἕως Γεδώρ, καὶ ἔπεσον Αἰθίοπες ὥστε μὴ εἶναι ἐν αὐτοῖς περιποίησιν, ὅτι συνετρίβησαν ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐναντίον τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καὶ ἐσκύλευσαν σκῦλα πολλά.
Β Παραλ. 14,13 Ο Ασά τους κατεδίωξε μαζή με τον στρατόν του έως την Γεδώρ. Επεσαν δε τόσοι πολλοί από τους Αιθίοπας, ώστε δεν κατώρθωσαν πλέον να αναλάβουν δύναμιν, διότι συνετρίβησαν ενώπιον του Κυρίου και ενώπιον του στρατού του. Ο Ασά και ο στρατός του επήραν πολλά λάφυρα από τους νικηθέντας εχθρούς.
 
Β Παραλ. 14,14 καὶ ἐξέκοψαν τὰς κώμας αὐτῶν κύκλῳ Γεδώρ, ὅτι ἐγενήθη ἔκστασις Κυρίου ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ ἐσκύλευσαν πάσας τὰς πόλεις αὐτῶν, ὅτι πολλὰ σκῦλα ἐγενήθη αὐτοῖς·
Β Παραλ. 14,14 Οι Ιουδαίοι εν συνεχεία κατέλαβον τας κώμας, που υπήρχον γύρω από την Γεδώρ, διότι κατάπληξις εκ μέρους του Κυρίου έπεσεν εις τας πόλεις αυτάς. Ετσι οι Ιουδαίοι ελεηλάτησαν όλας αυτάς τας πόλεις, διότι υπήρχον πολλά λάφυρα εις αυτάς.
 
Β Παραλ. 14,15 καί γε σκηνὰς κτήσεων, τοὺς Ἀλιμαζονεῖς, ἐξέκοψαν καὶ ἔλαβον πρόβατα πολλὰ καὶ καμήλους καὶ ἐπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 14,15 Κατέλαβον πολλά ποιμνιοστάσια, κατέβαλον τους Αλιμαζονείς, εξέκοψαν και παρέλαβον πολλά πρόβατα και καμήλους και επέστρεψαν εις την Ιερουσαλήμ.
 
Κεφάλαιο 15ο
Β Παραλ. 15,1 Καὶ Ἀζαρίας υἱὸς Ὠδήδ, ἐγένετο ἐπ᾿ αὐτὸν πνεῦμα Κυρίου,
Β Παραλ. 15,1 Πνεύμα Κυρίου ήλθε κατά τον καιρόν εκείνον στον Αζαρίαν, τον υιόν του Ωδήδ.
 
Β Παραλ. 15,2 καὶ ἐξῆλθεν εἰς ἀπάντησιν Ἀσὰ καὶ παντὶ Ἰούδᾳ καὶ Βενιαμὶν καὶ εἶπεν· ἀκούσατέ μου, Ἀσὰ καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ Βενιαμίν. Κύριος μεθ᾿ ὑμῶν ἐν τῷ εἶναι ὑμᾶς μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ἐκζητήσητε αὐτόν, εὑρεθήσεται ὑμῖν, καὶ ἐὰν ἐγκαταλίπητε αὐτόν, ἐγκαταλείψει ὑμᾶς.
Β Παραλ. 15,2 Εξήλθεν αυτός να προϋπαντήση τον Ασά και όλους τους άνδρας της φυλής του Ιούδα και του Βενιαμίν και είπεν· “ακούσατέ με, Ασά και όλοι οι Ιουδαίοι και οι της φυλής Βενιαμίν. Ο Κυριος είναι μαζή σας, διότι και σεις είσθε μαζή με αυτόν. Εάν σεις εξακολουθήσετε να καταφεύγετε προς αυτόν και να τον λατρεύετε, και αυτός θα ευρίσκεται μαζή σας. Εάν όμως σστον εγκαταλείψετε, και αυτός θα σας εγκαταλείψη.
 
Β Παραλ. 15,3 καὶ ἡμέραι πολλαὶ τῷ Ἰσραὴλ ἐν οὐ θεῷ ἀληθινῷ καὶ οὐχ ἱερέως ὑποδεικνύοντος καὶ ἐν οὐ νόμῳ·
Β Παραλ. 15,3 Επί πολύ όμως χρονικόν διάστημα Οι Ισραηλίται θα είναι χωρίς τον αληθινόν Θεόν, χωρίς ιερέα να τους διδάσκη, χωρίς Νομον.
 
Β Παραλ. 15,4 καὶ ἐπιστρέψει αὐτοὺς ἐπὶ Κύριον Θεὸν Ἰσραήλ, καὶ εὑρεθήσεται αὐτοῖς.
Β Παραλ. 15,4 Η θλίψις όμως θα επαναφέρη αυτούς προς Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ και ο Κυριος θα ευρεθή πάλιν μαζή τους.
 
Β Παραλ. 15,5 καὶ ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ οὐκ ἔστιν εἰρήνη τῷ ἐκπορευομένῳ καὶ τῷ εἰσπορευομένῳ, ὅτι ἔκστασις Κυρίου ἐπὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὰς χώρας.
Β Παραλ. 15,5 Κατά τον καιρόν όμως εκείνον δεν θα υπάρχη ειρήνη και ασφάλεια εις καθένα, που θα περιοδεύη ανά την χώραν αυτήν, διότι κάποιος θείος τρόμος θα επιπέση εις όλους τους κατοίκους των χωρών αυτών.
 
Β Παραλ. 15,6 καὶ πολεμήσει ἔθνος πρὸς ἔθνος καὶ πόλις πρὸς πόλιν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐξέστησεν αὐτοὺς ἐν πάσῃ θλίψει.
Β Παραλ. 15,6 Το ένα έθνος θα πολεμή εναντίον του άλλου έθνους και η μία πόλις εναντίον της άλλης πόλεως, διότι ο Θεός θα τους έχη κτυπήσει με θλίψεις κάθε είδους.
 
Β Παραλ. 15,7 καὶ ὑμεῖς ἰσχύσατε, καὶ μὴ ἐκλυέσθωσαν αἱ χεῖρες ὑμῶν, ὅτι ἔστι μισθὸς τῇ ἐργασίᾳ ὑμῶν.
Β Παραλ. 15,7 Σεις όμως να φανήτε γενναίοι και αι χείρες σας ας μη παραλύσουν, διότι εις την εργασίαν σας θα δοθή η πρέπουσα αμοιβή”.
 
Β Παραλ. 15,8 καὶ ἐν τῷ ἀκοῦσαι τοὺς λόγους τούτους καὶ τὴν προφητείαν Ἀδὰδ τοῦ προφήτου καὶ κατίσχυσε καὶ ἐξέβαλε τὰ βδελύγματα ἀπὸ πάσης τῆς γῆς Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ ἀπὸ τῶν πόλεων, ὧν κατέσχεν Ἱεροβοὰμ ἐν ὄρει Ἐφραίμ, καὶ ἐνεκαίνισε τὸ θυσιαστήριον Κυρίου, ὃ ἦν ἔμπροσθεν τοῦ ναοῦ Κυρίου.
Β Παραλ. 15,8 Οταν οι Ιουδαίοι, και μάλιστα ο Ασά, ήκουσε τους λόγους αυτούς και την προφητείαν του προφήτου Αδάδ, ενισχύθη ακόμη περισσότερον και εξεδίωξε τα βδελυρά ειδωλολατρικά αγάλματα από όλην την χώραν της φυλής Ιούδα και Βενιαμίν και από τας πόλεις, τας οποίας είχε προηγουμένως καταλάβει ο Ιεροβοάμ εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής του Εφραίμ. Επεσκεύασε δε και ενεκαινίασε το θυσιαστήριον του Κυρίου, το οποίον ευρίσκετο εμπρός του ναού του Κυρίου εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 15,9 καὶ ἐξεκκλησίασε τὸν Ἰούδαν καὶ Βενιαμὶν καὶ τοὺς προσηλύτους τοὺς παροικοῦντας μετ᾿ αὐτοῦ ἀπὸ Ἐφραὶμ καὶ ἀπὸ Μανασσῆ καὶ ἀπὸ Συμεών, ὅτι προσετέθησαν πρὸς αὐτὸν πολλοὶ τοῦ Ἰσραὴλ ἐν τῷ ἰδεῖν αὐτούς, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 15,9 Συνεκέντρωσεν όλους τους άνδρας της φυλής Ιούδα και της φυλής Βενιαμίν, όπως επίσης και τους ξένους, οι οποίοι παρεπιδημούσαν με αυτούς, από τας φυλάς Εφραίμ, Μανασσή και Συμεών, διότι πολλοί είχαν προστεθή προς αυτόν, όταν αυτοί είδαν ότι Κυριος ο Θεός ήτο μαζή του.
 
Β Παραλ. 15,10 καὶ συνήχθησαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐν τῷ μηνὶ τῷ τρίτῳ ἐν τῷ ἔτει τῷ πεντεκαιδεκάτῳ τῆς βασιλείας Ἀσά.
Β Παραλ. 15,10 Αυτοί συνεκεντρώθησαν εις την Ιερουσαλήμ κατά τον τρίτον μήνα του δεκάτου πέμπτου έτους της βασιλείας του Ασά.
 
Β Παραλ. 15,11 καὶ ἔθυσε τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀπὸ τῶν σκύλων, ὧν ἤνεγκαν, μόσχους ἑπτακοσίους καὶ πρόβατα ἑπτακισχίλια.
Β Παραλ. 15,11 Ο Ασά προσέφερε θυσίαν προς τον Κυριον κατά την ημέραν εκείνην, από τα λάφυρα, τα οποία είχαν φέρει εις την Ιερουσαλήμ, επτακοσίους μόσχους και επτά χιλιάδες πρόβατα.
 
Β Παραλ. 15,12 καὶ διῆλθεν ἐν διαθήκῃ ζητῆσαι Κύριον Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς αὐτῶν·
Β Παραλ. 15,12 Ανέλαβε την υποχρέωσιν δια διαθήκης να καταφεύγουν οι Ιουδαίοι προς Κυριον τον Θεόν των πατέρων των και να λατρεύουν αυτόν με όλην των την καρδίαν και με όλην των την ψυχήν.
 
Β Παραλ. 15,13 καὶ πᾶς, ὃς ἐὰν μὴ ἐκζητήσῃ τὸν Κύριον Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ, ἀποθανεῖται ἀπὸ νεωτέρου ἕως πρεσβυτέρου, ἀπὸ ἀνδρὸς ἕως γυναικός.
Β Παραλ. 15,13 Καθε δε Ιουδαίος, ο οποίος δεν θα ελάτρευε Κυριον τον Θεόν του ισραηλιτικού λαού, θα εφονεύετο, από τον νεώτερον έως τον μεγαλύτερον, από άνδρα έως γυναίκα.
 
Β Παραλ. 15,14 καὶ ὤμοσαν ἐν Κυρίῳ ἐν φωνῇ μεγάλῃ καὶ ἐν σάλπιγξι καὶ ἐν κερατίναις.
Β Παραλ. 15,14 Ολοι ωρκίσθησαν στον Κυριον με φωνήν μεγάλην, καθ' ον χρόνον ηχούσαν αι ιεραί κεράτιναι σάλπιγγες.
 
Β Παραλ. 15,15 καὶ ηὐφράνθησαν πᾶς Ἰούδα περὶ τοῦ ὅρκου, ὅτι ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ὤμοσαν καὶ ἐν πάσῃ θελήσει ἐζήτησαν αὐτόν, καὶ εὑρέθη αὐτοῖς καὶ κατέπαυσε Κύριος αὐτοῖς κυκλόθεν.
Β Παραλ. 15,15 Ολοι οι Ιουδαίοι ευφράνθησαν δια τον όρκον, που είχαν δώσει, διότι ωρκίσθησαν με όλην των την ψυχήν και με όλην την θέλησίν των να λατρεύουν τον Θεόν. Ο δε Κυριος ήλθε βοηθός εις αυτούς, τους ανέπαυσε και τους περιεφρούρησεν από τους γύρω εχθρούς.
 
Β Παραλ. 15,16 καὶ τὴν Μααχὰ τὴν μητέρα αὐτοῦ μετέστησε τοῦ μὴ εἶναι τῇ Ἀστάρτῃ λειτουργοῦσαν καὶ κατέκοψε τὸ εἴδωλον καὶ κατέκαυσεν ἐν χειμάῤῥῳ Κέδρων.
Β Παραλ. 15,16 Ο Ασά και αυτήν ακόμη την μητέρα του την Μααχά καθήρεσεν από το αξίωμα της βασιλομήτορος και την εξετόπισε, δια να μη είναι πλέον λειτουργός εις την θεάν Αστάρτην. Το δε είδωλον αυτό της θεάς το κατέκοψε και το κατέκαυσεν στον χείμαρρον των Κέδρων.
 
Β Παραλ. 15,17 πλὴν τὰ ὑψηλὰ οὐκ ἀπέστησαν, ἔτι ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ἰσραήλ· ἀλλ᾿ ἡ καρδία Ἀσὰ ἐγένετο πλήρης πάσας τὰς ἡμέρας αὐτοῦ.
Β Παραλ. 15,17 Αλλά τους υψηλούς λατρευτικούς τόπους δεν τους κατήργησαν οι Ιουδαίοι και έτσι αυτοί υπήρχον ακόμη εν μέσω του ισραηλιτικού λαού. Η καρδιά όμως του Ασά εδόθη εξ ολοκλήρου προς τον Θεόν όλας τας ημέρας της ζωής του.
 
Β Παραλ. 15,18 καὶ εἰσήνεγκε τὰ ἅγια Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ τὰ ἅγια οἴκου τοῦ Θεοῦ, ἀργύριον καὶ χρυσίον καὶ σκεύη.
Β Παραλ. 15,18 Ο Ασά ετοποθέτησεν στον ναόν όλα τα αφιερώματα του προπάτορός του Δαυίδ και τα αφιερώματα γενικώς τα προοριζόμενα δια τον ναόν του Θεού, αργύριον και χρυσίον και ιερά σκεύη.
 
Β Παραλ. 15,19 καὶ πόλεμος οὐκ ἦν μετ᾿ αὐτοῦ ἕως τοῦ πέμπτου καὶ τριακοστοῦ ἔτους τῆς βασιλείας Ἀσά.
Β Παραλ. 15,19 Πολεμος εναντίον του Ασά δεν έγινε μέχρι του τριακοστού πέμπτου έτους της βασιλείας του.
 
Κεφάλαιο 16ο
Β Παραλ. 16,1 Καὶ ἐν τῷ ὀγδόῳ καὶ τριακοστῷ ἔτει τῆς βασιλείας Ἀσὰ ἀνέβη βασιλεὺς Ἰσραὴλ ἐπὶ Ἰούδαν καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Ῥαμὰ τοῦ μὴ δοῦναι ἔξοδον καὶ εἴσοδον τῷ Ἀσὰ βασιλεῖ Ἰούδα.
Β Παραλ. 16,1 Κατά το τριακοστόν όγδοον έτος της βασιλείας του Ασά, ο Βαασά, βασιλεύς του βασιλείου του Ισραήλ, εξεστράτευσεν εναντίον του βασιλείου του Ιούδα και ωχύρωσε την Ραμά, δια να μη παρέχη στον Ασά, τον βασιλέα των Ιουδαίων, ελευθερίαν να εισέρχεται και να εξέρχεται εις την χώραν του.
 
Β Παραλ. 16,2 καὶ ἔλαβεν Ἀσὰ ἀργύριον καὶ χρυσίον ἐκ θησαυρῶν οἴκου Κυρίου καὶ οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ ἀπέστειλε πρὸς τὸν υἱὸν τοῦ Ἄδερ βασιλέως Συρίας τὸν κατοικοῦντα ἐν Δαμασκῷ λέγων·
Β Παραλ. 16,2 Ο Ασά επήρεν αργύριον και χρυσίον από τους θησαυρούς του ναού του Κυρίου και από το βασιλικόν θησαυροφυλάκιον και έστειλεν αυτά με απεσταλμένους του προς τον υιόν του Αδερ, βασιλέα της Συρίας, ο οποίος κατοικούσεν εις την Δαμασκόν και του παρήγγειλε·
 
Β Παραλ. 16,3 διάθου διαθήκην ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ πατρός μου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ πατρός σου· ἰδοὺ ἀπέσταλκά σοι χρυσίον καὶ ἀργύριον, δεῦρο καὶ διασκέδασον ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸν Βαασὰ βασιλέα Ἰσραὴλ καὶ ἀπελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ.
Β Παραλ. 16,3 “κλείσε συμφωνίαν φιλίας μεταξύ εμού και σου, ομοίαν προς εκείνην που υπήρχε μεταξύ του πατρός μου και του πατρός σου. Ιδού εγώ σου έχω αποστείλει χρυσίον και αργύριον. Ελα και διασκόρπισε μακράν από εμέ τον Βαασά, βασιλέα των Ισραηλιτών, δια να απέλθη αυτός από την περιοχήν μου”.
 
Β Παραλ. 16,4 καὶ ἤκουσεν υἱὸς Ἄδερ τοῦ βασιλέως Ἀσὰ καὶ ἀπέστειλε τοὺς ἄρχοντας τῆς δυνάμεως αὐτοῦ ἐπὶ τὰς πόλεις Ἰσραὴλ καὶ ἐπάταξε τὴν Ἀϊὼν καὶ τὴν Δὰν καὶ τὴν Ἀβελμαΐν καὶ πάσας τὰς περιχώρους Νεφθαλί.
Β Παραλ. 16,4 Ο υιός του Αδερ, ο βασιλεύς της Συρίας εδέχθη την πρότασιν του Ασά και έστειλε τους αρχηγούς με τον στρατόν του εναντίον των πόλεων του βασιλείου του Ισραήλ και εκτύπησε τας πόλεις, την Αϊών, την Δαν και την Αβελαῒν και όλην την χώραν της φυλής του Νεφθαλί.
 
Β Παραλ. 16,5 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἀκοῦσαι Βαασὰ ἀπέλιπε τοῦ μηκέτι οἰκοδομεῖν τὴν Ῥαμὰ καὶ κατέπαυσε τὸ ἔργον αὐτοῦ.
Β Παραλ. 16,5 Οταν ο Βαασά επληροφορήθη τούτο, εσταμάτησε πλέον να οχυρώνη την Ραμά και διέκοψε την εργασίαν του αυτήν.
 
Β Παραλ. 16,6 καὶ Ἀσὰ βασιλεὺς ἔλαβε πάντα τὸν Ἰούδαν καὶ ἔλαβε τοὺς λίθους τῆς Ῥαμὰ καὶ τὰ ξύλα αὐτῆς, ἃ ᾠκοδόμησε Βαασά, καὶ ᾠκοδόμησεν ἐν αὐτοῖς τὴν Γαβαὲ καὶ τὴν Μασφά.
Β Παραλ. 16,6 Ο βασιλεύς Ασά επήρε τότε μαζή του όλους τους Ιουδαίους, ήλθεν εις την Ραμά, επήρε τους λίθους και τα ξύλα με τα οποία ωχύρωνεν ο Βαασά την Ραμά, και με αυτά ωχύρωσεν αυτός την Γαβαέ και την Μασφά.
 
Β Παραλ. 16,7 καὶ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦλθεν Ἀνανὶ ὁ προφήτης πρὸς Ἀσὰ βασιλέα Ἰούδα καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐν τῷ πεποιθέναι σε ἐπὶ βασιλέα Συρίας καὶ μὴ πεποιθέναι σε ἐπὶ Κύριον Θεόν σου, διὰ τοῦτο ἐσώθη ἡ δύναμις Συρίας ἀπὸ τῆς χειρός σου.
Β Παραλ. 16,7 Κατά την εποχήν εκείνην ήλθεν προς τον Ασά, τον βασιλέα της φυλής Ιούδα, ο Ανανί ο προφήτης και του είπε· “επειδή συ εστήριξες την πεποίθησίν σου στον βασιλέα της Συρίας και δεν εστηρίχθης εις Κυριον τον Θεόν σου, δια τούτο διέφυγεν από τα χέρια σου ο στρατός της Συρίας και εσώθη.
 
Β Παραλ. 16,8 οὐχ οἱ Αἰθίοπες καὶ Λίβυες ἦσαν εἰς δύναμιν πολλὴν εἰς θάρσος, εἰς ἱππεῖς εἰς πλῆθος σφόδρα; καὶ ἐν τῷ πεποιθέναι σε ἐπὶ Κύριον παρέδωκεν εἰς χεῖράς σου;
Β Παραλ. 16,8 Οι Αιθίοπες και οι Λιβυες δεν ήσαν περισσότεροι και ορμητικότεροι; Δεν είχαν αυτοί και πολυάριθμον ιππικόν; Και όμως, επειδή είχες στηρίξει την πεποίθησίν σου στον Κυριον, ο Κυριος παρέδωκεν αυτούς εις τα χέρια σου.
 
Β Παραλ. 16,9 ὅτι οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπιβλέπουσιν ἐν πάσῃ τῇ γῇ κατισχῦσαι ἐν πάσῃ καρδίᾳ πλήρει πρὸς αὐτόν. ἠγνόηκας ἐπὶ τούτῳ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἔσται μετὰ σοῦ πόλεμος.
Β Παραλ. 16,9 Διότι οι οφθαλμοί του Κυρίου επιβλέπουν εις όλην την οικουμένην, δια να στηρίζουν και να ενισχύουν εκείνους, οι οποίοι έχουν εξ ολοκλήρου αφωσιωμένην την καρδίαν των προς αυτόν. Συ όμως ηγνόησες αυτόν. Από τώρα και στο μέλλον θα γίνεται πόλεμος εναντίον σου”.
 
Β Παραλ. 16,10 καὶ ἐθυμώθη Ἀσὰ τῷ προφήτῃ καὶ παρέθετο αὐτὸν εἰς φυλακήν, ὅτι ὠργίσθη ἐπὶ τούτῳ· καὶ ἐλυμήνατο Ἀσὰ ἐν τῷ λαῷ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ.
Β Παραλ. 16,10 Ο Ασά εθύμωσεν εναντίον του προφήτου και έρριψεν αυτόν εις την φυλακήν, διότι ωργίσθη δια τα λόγια του. Επί πλέον έλαβε κατά τον καιρόν εκείνον και σκληρά μέτρα εναντίον μερικών εκ του λαού του.
 
Β Παραλ. 16,11 Καὶ ἰδοὺ οἱ λόγοι Ἀσὰ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι γεγραμμένοι ἐν βιβλίῳ βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 16,11 Ιδού, τα αλλά έργα του Ασά τα πρώτα και τα τελευταία, είναι γραμμένα στο βιβλίον των βασιλέων του Ιούδα και του Ισραήλ.
 
Β Παραλ. 16,12 καὶ ἐμαλακίσθη Ἀσὰ ἐν τῷ ἔτει τῷ ἐνάτῳ καὶ τριακοστῷ τῆς βασιλείας αὐτοῦ τοὺς πόδας, ἕως σφόδρα ἐμαλακίσθη· καὶ ἐν τῇ μαλακίᾳ αὐτοῦ οὐκ ἐζήτησε τὸν Κύριον, ἀλλὰ τοὺς ἰατρούς.
Β Παραλ. 16,12 Ο Ασά κατά το τριακοστόν ένατον έτος της βασιλείας του, ησθένησε στους πόδας του και υπέφερε πάρα πολύ. Κατά την ασθένειάν του αυτήν δεν εζήτησε την βοήθειαν του Κυρίου, αλλά κατέφυγεν στους ιατρούς.
 
Β Παραλ. 16,13 καὶ ἐκοιμήθη Ἀσὰ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτελεύτησεν ἐν τῷ τεσσαρακοστῷ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ,
Β Παραλ. 16,13 Ο Ασά απέθανε και ετάφη μαζή με τους πατέρας του. Απέθανε δε κατά το τεσσαρακοστόν έτος της βασιλείας του.
 
Β Παραλ. 16,14 καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν τῷ μνήματι, ᾧ ὤρυξεν ἑαυτῷ ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐκοίμησαν αὐτὸν ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ ἔπλησαν ἀρωμάτων καὶ γένη μύρων μυρεψῶν καὶ ἐποίησαν αὐτῷ ἐκφορὰν μεγάλην ἕως σφόδρα.
Β Παραλ. 16,14 Εθαψαν αυτόν εις μνημείον, το οποίον ο ίδιος δια τον εαυτόν του είχεν ανοίξει εις την πόλιν του Δαυίδ. Τον ετοποθέτησαν στο νεκροκράββατον, που είχαν γεμίσει με αρώματα και διάφορα άλλα είδη μύρων, τα οποία κατασκευάζουν οι μυροποιοί. Εκαμαν έτσι εις αυτόν πολύ μεγάλην και επίσημον κηδείαν.
 
Κεφάλαιο 17ο
Β Παραλ. 17,1 Καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωσαφὰτ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ, καὶ κατίσχυσεν Ἰωσαφὰτ ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 17,1 Αντί του Ασά έγινε βασιλεύς ο υιός του, ο Ιωσαφάτ. Ο Ιωσαφάτ υπερίσχυσε πολεμικώς κατά του βασιλείου των Ισραηλιτών.
 
Β Παραλ. 17,2 καὶ ἔδωκε δύναμιν ἐν πάσαις ταῖς πόλεσιν Ἰούδα ταῖς ὀχυραῖς καὶ κατέστησεν ἡγουμένους ἐν πάσαις ταῖς πόλεσιν Ἰούδα καὶ ἐν πόλεσιν Ἐφραίμ, ἃς προκατελάβετο Ἀσὰ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 17,2 Εστειλε στρατιωτικήν δύναμιν εις όλας τας οχυράς πόλστου βασιλείου Ιούδα και κατέστησεν αρχηγούς εις όλας τας πόλστου βασιλείου τούτου και εις τας πόλεις της φυλής του Εφραίμ, τας οποίας προηγουμένως είχε καταλάβει ο Ασά, ο πατήρ του.
 
Β Παραλ. 17,3 καὶ ἐγένετο Κύριος μετὰ Ἰωσαφάτ, ὅτι ἐπορεύθη ἐν ὁδοῖς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ταῖς πρώταις καὶ οὐκ ἐξεζήτησε τὰ εἴδωλα,
Β Παραλ. 17,3 Ο Κυριος ήτο μαζή με τον Ιωσαφάτ, διότι αυτός επορεύθη στους δρόμους, τους οποίους κατ' αρχάς είχε βαδίσει και ο πατήρ του και δεν εξέκλινε εις την λατρείαν των ειδώλων,
 
Β Παραλ. 17,4 ἀλλὰ Κύριον τὸν Θεὸν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐξεζήτησε καὶ ἐν ταῖς ἐντολαῖς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐπορεύθη, καὶ οὐχ ὡς τὰ ἔργα τοῦ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 17,4 αλλά ελάτρευσε Κυριον τον Θεόν του πατρός του και επορεύθη εις τας εντολάς του πατρός του, τα δε έργα του δεν ήσαν ωσάν τα έργα των αποστατημένων Ισραηλιτών.
 
Β Παραλ. 17,5 καὶ κατεύθυνε Κύριος τὴν βασιλείαν ἐν χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ἔδωκε πᾶς Ἰούδα δῶρα τῷ Ἰωσαφάτ, καὶ ἐγένετο αὐτῷ πλοῦτος καὶ δόξα πολλή.
Β Παραλ. 17,5 Ο Κυριος κατηύθυνε την βασιλείαν αυτού υπό την χείρα του. Καθε δε ανήρ από το βασίλειον του Ιούδα προσέφερε δώρα στον Ιωσαφάτ και έτσι αυτός απέκτησε πλούτον και δόξαν πολλήν.
 
Β Παραλ. 17,6 καὶ ὑψώθη ἡ καρδία αὐτοῦ ἐν ὁδῷ Κυρίου, καὶ ἔτι ἐξῇρε τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ ἄλση ἀπὸ τῆς γῆς Ἰούδα.
Β Παραλ. 17,6 Η καρδία αυτού υψώθη και προώδευσεν στον δρόμον Κυρίου, κατέστρεψεν όλους τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους και τα ειδωλολατρικά σύμβολα της Αστάρτης από όλην την χώραν του βασιλείου του Ιούδα.
 
Β Παραλ. 17,7 καὶ ἐν τῷ τρίτῳ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἀπέστειλε τοὺς ἡγουμένους αὐτοῦ καὶ τοὺς υἱοὺς τῶν δυνατῶν, τὸν Ἀβδίαν καὶ Ζαχαρίαν καὶ Ναθαναὴλ καὶ Μιχαίαν, τοῦ διδάσκειν ἐν πόλεσιν Ἰούδα·
Β Παραλ. 17,7 Κατά το τρίτον έτος της βασιλείας του απέστειλε τους αρχηγούς του και τους υιούς των ισχυρών, τον Αβδίαν, τον Ζαχαρίαν, τον Ναθαναήλ και τον Μιχαίαν, δια να διδάσκουν εις τας πόλστου Ιούδα τον Νομον του Θεού.
 
Β Παραλ. 17,8 καὶ μετ᾿ αὐτῶν οἱ Λευῖται Σαμαίας καὶ Ναθανίας καὶ Ζαβδίας καὶ Ἀσιὴλ καὶ Σεμιραμὼθ καὶ Ἰωνάθαν καὶ Ἀδωνίας καὶ Τωβίας, οἱ Λευῖται, καὶ μετ᾿ αὐτῶν Ἐλισαμὰ καὶ Ἰωρὰμ οἱ ἱερεῖς,
Β Παραλ. 17,8 Μαζή με αυτούς, ως βοηθοί των, ήσαν οι Λευίται ο Σαμαίας, ο Ναθανίας, ο Ζαβδίας, ο Ασιήλ, ο Σεμιραμώθ, ο Ιωνάθαν, ο Αδωνίας και ο Τωβίας. Αυτοί ήσαν Λευίται. Μαζή με αυτούς ήσαν και οι ιερείς, ο Ελισαμά και ο Ιωράμ.
 
Β Παραλ. 17,9 καὶ ἐδίδασκον ἐν Ἰούδᾳ, καὶ μετ᾿ αὐτῶν βίβλος νόμου Κυρίου, καὶ διῆλθον ἐν ταῖς πόλεσιν Ἰούδα καὶ ἐδίδασκον τὸν λαόν.
Β Παραλ. 17,9 Αυτοί είχον μαζή των το βιβλίον του Νομου και εδίδασκον ανά την Ιουδαίαν. Διήλθον όλας τας πόλστου Ιούδα και εδίδασκον τον λαόν.
 
Β Παραλ. 17,10 καὶ ἐγένετο ἔκστασις Κυρίου ἐπὶ πάσαις ταῖς βασιλείαις τῆς γῆς κύκλῳ Ἰούδα, καὶ οὐκ ἐπολέμουν πρὸς Ἰωσαφάτ·
Β Παραλ. 17,10 Φοβος δε από Θεού κατέλαβεν όλας τας βασιλείας, αι οποίαι υπήρχον γύρω από την χώραν του βασιλείου του Ιούδα, και δεν ετόλμησαν να πολεμήσουν εναντίον του Ιωσαφάτ.
 
Β Παραλ. 17,11 καὶ ἀπὸ τῶν ἀλλοφύλων ἔφερον τῷ Ἰωσαφὰτ δῶρα καὶ ἀργύριον καὶ δόματα, καὶ οἱ Ἄραβες ἔφερον αὐτῷ κριοὺς προβάτων ἑπτακισχιλίους ἑπτακοσίους.
Β Παραλ. 17,11 Μαλιστα δε μερικοί από τους Φιλισταίους προσέφεραν στον Ιωσαφάτ δώρα, αργύριον και άλλας δωρεάς. Οι δε Αραβες έφεραν προς αυτόν από τα ποίμνιά των επτά χιλιάδας επτακοσίους κριούς.
 
Β Παραλ. 17,12 καὶ ἦν Ἰωσαφὰτ πορευόμενος μείζων ἕως εἰς ὕψος καὶ ᾠκοδόμησεν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ οἰκήσεις καὶ πόλεις ὀχυράς.
Β Παραλ. 17,12 Ετσι δε ο Ιωσαφάτ εδοξάζετο και ανυψώνετο ολονέν και περισσότερον. Εκτισεν εις την Ιουδαίαν συνοικισμούς και πόλεις οχυράς.
 
Β Παραλ. 17,13 καὶ ἔργα πολλὰ ἐγένετο αὐτῷ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ ἄνδρες πολεμισταὶ δυνατοὶ ἰσχύοντες ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 17,13 Εκαμε και πολλά άλλα έργα εις την Ιουδαίαν, άνδρες δε δυνατοί και έμπειροι περί τον πόλεμον ήσαν πλησίον του εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 17,14 καὶ οὗτος ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν· καὶ τῷ Ἰούδᾳ χιλίαρχοι, Ἔδνας ὁ ἄρχων καὶ μετ᾿ αὐτοῦ υἱοὶ δυνατοὶ δυνάμεως τριακόσιαι χιλιάδες·
Β Παραλ. 17,14 Αυτός δε είναι ο αριθμός των στρατιωτών κατά τας φυλάς, εις τας οποίας ανήκον. Εις την φυλήν του Ιούδα υπήρχον χιλίαρχοι. Ο Εδνας ήτο ο αρχηγός και μαζή με αυτόν ισχυροί άνδρες ανερχόμενοι εις τριακοσίας χιλιάδας.
 
Β Παραλ. 17,15 καὶ μετ᾿ αὐτὸν Ἰωανὰν ὁ ἡγούμενος καὶ μετ᾿ αὐτοῦ διακόσιαι ὀγδοήκοντα χιλιάδες·
Β Παραλ. 17,15 Επειτα από αυτόν αρχηγός ήτο ο Ιωανάν· μαζή του ήσαν διακόσιαι ογδοήκοντα χιλιάδες.
 
Β Παραλ. 17,16 καὶ μετ᾿ αὐτὸν Ἀμασίας ὁ τοῦ Ζαρί, ὁ προθυμούμενος τῷ Κυρίῳ, καὶ μετ᾿ αὐτοῦ διακόσιαι χιλιάδες δυνατοὶ δυνάμεως.
Β Παραλ. 17,16 Και έπειτα από αυτόν ήτο ο Αμασίας, ο υιός του Ζαρί, ο οποίος αυτοπροαιρέτως είχεν αφιερωθή στον Κυριον. Μαζή του ήσαν διακόσιαι χιλιάδες ισχυροί άνδρες του στρατού.
 
Β Παραλ. 17,17 καὶ ἐκ τοῦ Βενιαμὶν δυνατὸς δυνάμεως Ἐλιαδὰ καὶ μετ᾿ αὐτοῦ τοξόται καὶ πελτασταὶ διακόσιαι χιλιάδες.
Β Παραλ. 17,17 Από την φυλήν του Βενιαμίν ισχυρός ανήρ ήτο ο Ελιαδά και μαζή με αυτόν ήσαν τοξόται και άλλοι, φέροντες ελαφράς ασπίδας, διακόσιαι χιλιάδες.
 
Β Παραλ. 17,18 καὶ μετ᾿ αὐτὸν Ἰωζαβὰδ καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἑκατὸν ὀγδοήκοντα χιλιάδες δυνατοὶ πολέμου.
Β Παραλ. 17,18 Επειτα από αυτόν ήτο ο Ιωζαβάδ και μαζή με αυτόν ήσαν εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδες άνδρες ισχυροί στον πόλεμον.
 
Β Παραλ. 17,19 οὗτοι οἱ λειτουργοῦντες τῷ βασιλεῖ, ἐκτὸς ὧν ἔδωκεν ὁ βασιλεὺς ἐν ταῖς πόλεσι ταῖς ὀχυραῖς ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ.
Β Παραλ. 17,19 Αυτοί ήσαν εκείνοι, που υπηρετούσαν τον βασιλέα, εκτός εκείνων που ο βασιλεύς είχε στείλει εις διαφόρους οχυράς πόλεις καθ' όλην την περιοχήν της Ιουδαίας.
 
Κεφάλαιο 18ο
Β Παραλ. 18,1 Καὶ ἐγενήθη τῷ Ἰωσαφὰτ ἔτι πλοῦτος καὶ δόξα πολλή, καὶ ἐπεγαμβρεύσατο ἐν οἴκῳ Ἀχαάβ.
Β Παραλ. 18,1 Ο Ιωσαφάτ απέκτησεν ακόμη περισσότερον πλούτον και πάρα πολλήν δόξαν και συνεδέθη δια γάμου με τον οίκον του Αχαάβ.
 
Β Παραλ. 18,2 καὶ κατέβη διὰ τέλους ἐτῶν πρὸς Ἀχαὰβ εἰς Σαμάρειαν· καὶ ἔθυσεν αὐτῷ Ἀχαὰβ πρόβατα καὶ μόσχους πολλοὺς καὶ τῷ λαῷ τῷ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἠγάπα αὐτὸν τοῦ συναναβῆναι μετ᾿ αὐτοῦ εἰς Ῥαμὼθ τῆς Γαλααδίτιδος.
Β Παραλ. 18,2 Επειτα από μερικά έτη ο Ιωσαφάτ κατέβηκε προς τον Αχαάβ εις την Σαμάρειαν. Ο δε Αχαάβ έσφαξε προς χάριν αυτού και της συνοδείας του πρόβατα και πολλούς μόσχους. Του επρότεινε δε να εκστρατεύση μαζή του εναντίον της Ραμώθ, η οποία ευρίσκετο εις την χώραν Γαλαάδ.
 
Β Παραλ. 18,3 καὶ εἶπεν Ἀχαὰβ βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφὰτ βασιλέα Ἰούδα· εἰ πορεύσῃ μετ᾿ ἐμοῦ εἰς Ῥαμὼθ τῆς Γαλααδίτιδος; καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὡς ἐγώ, οὕτω καὶ σύ· ὡς ὁ λαός σου καὶ ὁ λαός μου μετὰ σοῦ εἰς πόλεμον.
Β Παραλ. 18,3 Ο Αχαάβ, ο βασιλεύς του ισραηλιτικού λαού, είπε προς τον Ιωσαφάτ, τον βασιλέα του 'Ιουδα· “έρχεσαι να εκστρατεύσης μαζή μου εναντίον της Ραμώθ, η οποία ευρίσκεται εις την χώραν της Γαλαάδ;” Ο Ιωσαφάτ του απήντησε· “όπως είμαι εγώ, έτσι είσαι και συ. Οπως είναι ο λαός σου, έτσι είναι και ο λαός μου μαζή σου προς πόλεμον”.
 
Β Παραλ. 18,4 καὶ εἶπεν Ἰωσαφὰτ πρὸς βασιλέα Ἰσραήλ· ζήτησον δὴ σήμερον τὸν Κύριον.
Β Παραλ. 18,4 Προσεθεσεν όμως ακόμη ο Ιωσαφάτ στον βασιλέα του Ισραήλ· “Ζητησε όμως, σε παρακαλώ, σήμερον, δια να γνωρίσωμεν τι λέγει ο Θεός επί του σημείου αυτού”.
 
Β Παραλ. 18,5 καὶ συνήγαγεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ τοὺς προφήτας τετρακοσίους ἄνδρας καὶ εἶπεν αὐτοῖς· εἰ πορευθῶ εἰς Ῥαμὼθ Γαλαὰδ εἰς πόλεμον ἢ ἐπίσχω; καὶ εἶπαν· ἀνάβαινε, καὶ δώσει ὁ Θεὸς εἰς τὰς χεῖρας τοῦ βασιλέως.
Β Παραλ. 18,5 Ο βασιλεύς του Ισραήλ συνεκέντρωσε τετρακοσίους άνδρας προφήτας και τους ηρώτησε· “να εκστρατεύσω εναντίον της Ραμώθ εις την χώραν Γαλαάδ η να απόσχω;” Οι προφήται του απήντησαν· “να εκστρατεύσης και θα δώση ο Θεός εις τα χέρια σου, του βασιλέως, αυτήν την πόλιν”.
 
Β Παραλ. 18,6 καὶ εἶπεν Ἰωσαφάτ· οὐκ ἔστιν ὧδε προφήτης τοῦ Κυρίου ἔτι καὶ ἐπιζητήσομεν παρ᾿ αὐτοῦ;
Β Παραλ. 18,6 Ο Ιωσαφάτ ηρώτησε πάλιν· “δεν υπάρχει εδώ άλλος προφήτης του Κυρίου, δια να ζητήσωμεν και από αυτόν να μάθωμεν την γνώμην του Θεού;”
 
Β Παραλ. 18,7 καὶ εἶπε βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφάτ· ἔτι ἀνὴρ εἷς τοῦ ζητῆσαι τὸν Κύριον δι᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐγὼ ἐμίσησα αὐτόν, ὅτι οὐκ ἔστι προφητεύων περὶ ἐμοῦ εἰς ἀγαθά, ὅτι πᾶσαι αἱ ἡμέραι αὐτοῦ εἰς κακά, οὗτος Μιχαίας υἱὸς Ἰεμβλά. καὶ εἶπεν Ἰωσαφάτ· μὴ λαλείτω ὁ βασιλεὺς οὕτως·
Β Παραλ. 18,7 Ο βασιλεύς του βασιλείου των Ισραηλιτών είπε προς τον Ιωσαφάτ· “υπάρχει ακόμη κάποιος, δια να ζητήσωμεν μεσώ αυτού την γνώμην του Κυρίου. Εγώ όμως εμίσησα αυτόν, διότι ποτέ δεν προφητεύει καλά και ευχάριστα δι' εμέ, αλλά όλας τας ημέρας αυτού ομιλεί κακά εναντίον μου. Αυτός είναι ο Μιχαίας, ο υιός του Ιεμβλά”. Ο Ιωσαφάτ είπεν στον Αχαάβ· “ας μη ομιλή έτσι ο βασιλεύς”.
 
Β Παραλ. 18,8 καὶ ἐκάλεσεν ὁ βασιλεὺς εὐνοῦχον ἕνα καὶ εἶπε· τάχος Μιχαίαν υἱὸν Ἰεμβλά.
Β Παραλ. 18,8 Ο βασιλεύς των Ισραηλιτών εκάλεσεν ένα από τους αυλικούς του και του είπε· “πήγαινε γρήγορα και φέρε εδώ τον Μιχαίαν, τον υιόν του Ιεμβλά”.
 
Β Παραλ. 18,9 καὶ βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα καθήμενοι ἕκαστος ἐπὶ θρόνου αὐτοῦ καὶ ἐνδεδυμένοι στολάς, καθήμενοι ἐν τῷ εὐρυχώρῳ θύρας πύλης Σαμαρείας, καὶ πάντες οἱ προφῆται ἐπροφήτευον ἐναντίον αὐτῶν.
Β Παραλ. 18,9 Ο βασιλεύς του Ισραήλ ο Αχαάβ και ο βασιλεύς του Ιούδα ο Ιωσαφάτ εκάθηντο ο καθένας επί του θρόνου του φορούντες τας βασιλικάς στολάς των. Εκάθηντο δε εις την πλατείαν προ της πύλης της Σαμαρείας. Ενώπιόν των ήσαν όλοι οι προφήται, οι οποίοι και προεφήτευον ευνοϊκά δια την έκβασιν του πολέμου.
 
Β Παραλ. 18,10 καὶ ἐποίησεν ἑαυτῷ Σεδεκίας υἱὸς Χαναὰν κέρατα σιδηρᾶ καὶ εἶπε· τάδε λέγει Κύριος· ἐν τούτοις κερατιεῖς τὴν Συρίαν ἕως ἂν συντελεσθῇ.
Β Παραλ. 18,10 Ενας μάλιστα από τους προφήτας, ο Σεδεκίας ο υιός του Χαναάν, κατεσκεύασε και έθεσεν στο κεφάλι του κέρατα σιδηρά και είπε· “αυτά λέγει ο Κυριος· Με τέτοια δύναμιν, σαν με σιδηρά κέρατα, θα κτυπήσης την Συρίαν, μέχρις ότου καταστραφή εντελώς”.
 
Β Παραλ. 18,11 καὶ πάντες οἱ προφῆται ἐπροφήτευον οὕτω λέγοντες· ἀνάβαινε εἰς Ῥαμὼθ Γαλαὰδ καὶ εὐοδωθήσῃ, καὶ δώσει Κύριος εἰς χεῖρας τοῦ βασιλέως.
Β Παραλ. 18,11 Και όλοι οι άλλοι οι προφήται παρόμοια επροφήτευαν λέγοντες· “κάμε εκστρατείαν εναντίον της πόλεως Ραμώθ εις την χώραν Γαλαάδ και αι ενέργειαί σου θα ευοδωθούν. Ο Κυριος θα παραδώση εις τα χέρια του βασιλέως την πόλιν αυτήν”.
 
Β Παραλ. 18,12 καὶ ὁ ἄγγελος ὁ πορευθεὶς τοῦ καλέσαι τὸν Μιχαίαν ἐλάλησεν αὐτῷ λέγων· ἰδοὺ ἐλάλησαν οἱ προφῆται ἐν στόματι ἑνὶ ἀγαθὰ περὶ τοῦ βασιλέως, καὶ ἔστωσαν δὴ οἱ λόγοι σου ὡς ἑνὸς αὐτῶν, καὶ λαλήσεις ἀγαθά.
Β Παραλ. 18,12 Ο αγγελιαφόρος, ο οποίος είχε μεταβή δια να καλέση τον Μιχαίαν, του είπε τα εξής· “ιδού οι άλλοι προφήται ωμίλησαν με ένα στόμα αγαθάς προαγγελίας δια τον βασιλέα. Ας είναι λοιπόν, και οι ιδικοί σου λόγοι, όπως ενός από αυτούς· να ομιλήσης δηλαδή ευχάριστα πράγματα δια τον βασιλέα”.
 
Β Παραλ. 18,13 καὶ εἶπε Μιχαίας· ζῇ Κύριος, ὅτι ὃ ἐὰν εἴπῃ ὁ Θεὸς πρός με, αὐτὸ λαλήσω.
Β Παραλ. 18,13 Ο Μιχαίας απήντησεν· “ορκίζομαι στον ζώντα Κυριον, ότι εγώ θα ομιλήσω εκείνο, το οποίον ο Θεός θα μου είπη”.
 
Β Παραλ. 18,14 καὶ ἦλθε πρὸς τόν βασιλέα, καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεύς· Μιχαία, εἰ πορευθῶ εἰς Ῥαμὼθ Γαλαὰδ εἰς πόλεμον ἢ ἐπίσχω; καὶ εἶπεν· ἀνάβαινε καὶ εὐοδώσεις, καὶ δοθήσονται εἰς χεῖρας ὑμῶν.
Β Παραλ. 18,14 Ηλθεν ο Μιχαίας προς τον βασιλέα, ο δε βασιλεύς τον ηρώτησε· “Μιχαία, να εκστρατεύσω εναντίον της Ραμώθ εις την χώραν Γαλαάδ η να απόσχω;” Ο Μιχαίας ειρωνικώς απήντησε· “να εκστρατεύσης ! Θα ευοδωθή η εκστρατεία σου και οι εχθροί θα παραδοθούν εις τα χέρια σας” !
 
Β Παραλ. 18,15 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεύς· ποσάκις ὁρκίζω σε ἵνα μὴ λαλήσῃς πρός με πλὴν τὴν ἀλήθειαν ἐν ὀνόματι Κυρίου;
Β Παραλ. 18,15 Ο βασιλεύς Αχαάβ του είπεν· “πόσες φορές σε έχω εξορκίσει να πης εις εμέ εν ονόματι του Κυρίου μόνον την αλήθειαν;”
 
Β Παραλ. 18,16 καὶ εἶπεν· εἶδον τὸν Ἰσραὴλ διεσπαρμένους ἐν τοῖς ὄρεσιν ὡς πρόβατα, οἷς οὐκ ἔστι ποιμήν, καὶ εἶπε Κύριος· οὐκ ἔχουσιν ἡγούμενον οὗτοι, ἀναστρεφέτωσαν ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ.
Β Παραλ. 18,16 Ο Μιχαίας απήντησεν· “είδα εις ένα όραμα τους Ισραηλίτας διεσκορπισμένους εις τα όρη ωσάν πρόβατα, εις τα οποία δεν υπάρχει ποιμήν, και ο Κυριος μου είπε· Δεν έχουν αυτοί αρχηγόν· ας επιστρέψη ο καθένας ειρηνικώς στο σπίτι του”.
 
Β Παραλ. 18,17 καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφάτ· οὐκ εἶπόν σοι, ὅτι οὐ προφητεύει περὶ ἐμοῦ ἀγαθά, ἀλλ᾿ ἢ κακά;
Β Παραλ. 18,17 Ο βασιλεύς του Ισραήλ, ο Αχαάβ, είπε τότε προς τον Ιωσαφάτ· “δεν σου είπα ότι αυτός δεν προφητεύει ποτέ δι' εμέ ευχάριστα πράγματα, παρά μόνον δυσάρεστα;”
 
Β Παραλ. 18,18 καὶ εἶπεν· οὐχ οὕτως· ἀκούσατε λόγον Κυρίου· εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου αὐτοῦ, καὶ πᾶσα δύναμις τοῦ οὐρανοῦ παρειστήκει ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ καὶ ἐξ ἀριστερῶν αὐτοῦ.
Β Παραλ. 18,18 Ο Μιχαίας ωμίλησε πάλιν και είπε· “το ζήτημα δεν είναι αν εγώ προφητεύω ευχάριστα η δυσάρεστα δια σέ. Ακούσατε, λοιπόν, τον λόγον του Κυρίου. Εγώ είδα εις όραμα τον Κυριον να κάθεται επάνω στον θρόνον του. Και όλη η δύναμις του ουρανού παρίστατο όρθια εκ δεξιών και εξ αριστερών του.
 
Β Παραλ. 18,19 καὶ εἶπε Κύριος· τίς ἀπατήσει τὸν Ἀχαὰβ βασιλέα Ἰσραὴλ καὶ ἀναβήσεται καὶ πεσεῖται ἐν Ῥαμὼθ Γαλαάδ; καὶ οὗτος εἶπεν οὕτως, καὶ οὗτος εἶπεν οὕτως.
Β Παραλ. 18,19 Ο Κυριος τότε ηρώτησε· Ποίος και με ποίον τρόπον θα εξαπατήση τον Αχαάβ, βασιλέα του Ισραήλ, δια να εκστρατεύση εναντίον της Ραμώθ εις την περιοχήν Γαλαάδ και να φονευθή; Ενας έλεγε τούτο και άλλος έλεγε το άλλο.
 
Β Παραλ. 18,20 καὶ ἐξῆλθε τὸ πνεῦμα καὶ ἔστη ἐνώπιον Κυρίου καὶ εἶπεν· ἐγὼ ἀπατήσω αὐτόν. καὶ εἶπε Κύριος· ἐν τίνι;
Β Παραλ. 18,20 Τοτε ένα πνεύμα εξήλθεν, εστάθη ενώπιον του Κυρίου και είπεν· εγώ θα εξαπατήσω τον Αχαάβ. Ο Κυριος το ηρώτησε· “με ποιόν τρόπον;”
 
Β Παραλ. 18,21 καὶ εἶπεν· ἐξελεύσομαι καὶ ἔσομαι πνεῦμα ψευδὲς ἐν στόματι πάντων τῶν προφητῶν αὐτοῦ. καὶ εἶπεν· ἀπατήσεις καὶ δυνήσῃ, ἔξελθε καὶ ποίησον οὕτω.
Β Παραλ. 18,21 Το πνεύμα απήντησε. “Θα εξέλθω από εδώ και θα μεταβώ εκεί και θα είμαι πνεύμα ψεύδους, που θα ομιλώ με το στόμα όλων αυτών των ψευδοπροφητών του”. Ο Κυριος απήντησεν· “Ετσι πράγματι θα τον εξαπατήσης και ημπορείς να πραγματοποίησης την απάτην. Πηγαινε και κάμε, όπως είπες”.
 
Β Παραλ. 18,22 καὶ νῦν ἰδοὺ ἔδωκε Κύριος πνεῦμα ψευδὲς ἐν στόματι τῶν προφητῶν σου τούτων, καὶ Κύριος ἐλάλησεν ἐπὶ σὲ κακά.
Β Παραλ. 18,22 Ιδού λοιπόν ότι ο Κυριος παρεχώρησε πνεύμα ψεύδους στο στόμα αυτών των προφητών σου. Ο Κυριος, λοιπόν, ήτο εκείνος, ο οποίος ωμίλησε δυσάρεστα εναντίον σου και όχι εγώ”.
 
Β Παραλ. 18,23 καὶ ἤγγισε Σεδεκίας υἱὸς Χαναὰν καὶ ἐπάταξε τὸν Μιχαίαν ἐπὶ τὴν σιαγόνα καὶ εἶπεν αὐτῷ· ποίᾳ τῇ ὁδῷ παρῆλθε πνεῦμα Κυρίου παρ᾿ ἐμοῦ τοῦ λαλῆσαι πρός σε;
Β Παραλ. 18,23 Ο Σεδεκίας, ο υιός του Χαναάν, επλησίασε και εκτύπησε τον Μιχαίαν εις την σιαγόνα και του είπε· “Δια ποίας οδού το πνεύμα του Θεού έφυγεν από εμέ, δια να ομιλήση εις σέ;”
 
Β Παραλ. 18,24 καὶ εἶπε Μιχαίας· ἰδοὺ ὄψῃ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ἐν ᾗ εἰσελεύσῃ ταμιεῖον ἐκ ταμιείου τοῦ κατακρυβῆναι.
Β Παραλ. 18,24 Ο Μιχαίας του απήντησεν· “ιδού θα το ίδης κατά την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν ο βασιλεύς και ο στρατός του θα νικηθή, συ δε θα εισέρχεσαι από δωμάτιον εις δωμάτιον, δια να κρυφθής”.
 
Β Παραλ. 18,25 καὶ εἶπε βασιλεὺς Ἰσραήλ· λάβετε τὸν Μιχαίαν καὶ ἀποστρέψατε πρὸς Ἐμὴρ ἄρχοντα τῆς πόλεως καὶ πρὸς Ἰωὰς ἄρχοντα υἱὸν τοῦ βασιλέως
Β Παραλ. 18,25 Ωργισμένος ο βασιλεύς του Ισραήλ είπε· “πάρετε τον Μιχαίαν και παραδώσατέ τον στον Εμήρ, τον κυβερνήτην της πόλεως και προς τον υιόν μου, τον Ιωάς τον άρχοντα.
 
Β Παραλ. 18,26 καὶ ἐρεῖτε· οὕτως εἶπεν ὁ βασιλεύς· ἀπόθεσθε τοῦτον εἰς οἶκον φυλακῆς, καὶ ἐσθιέτω ἄρτον θλίψεως καὶ ὕδωρ θλίψεως ἕως τοῦ ἐπιστρέψαι με ἐν εἰρήνῃ.
Β Παραλ. 18,26 Θα πήτε δε εις αυτούς· αυτά διέταξεν ο βασιλεύς· Ριψατε αυτόν τον άνθρωπον εις την φυλακήν. Δια να τον τιμωρήσετε, δώσατέ του ολίγον μόνον άρτον και ολίγον ύδωρ, έως ότου επιστρέψω νικητής από τον πόλεμον”.
 
Β Παραλ. 18,27 καὶ εἶπε Μιχαίας· ἐὰν ἐπιστρέφων ἐπιστρέψῃς ἐν εἰρήνῃ, οὐκ ἐλάλησε Κύριος ἐν ἐμοί· ἀκούσατε λαοὶ πάντες.
Β Παραλ. 18,27 Ο Μιχαίας είπε· “εάν όντως συ επιστρέψης νικητής από τον πόλεμον, τότε δεν ωμίλησεν εις εμέ ο Κυριος. Ακούσατέ το όλοι σεις οι άνθρωποι, που είσθε εδώ”.
 
Β Παραλ. 18,28 Καὶ ἀνέβη βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα εἰς Ῥαμὼθ Γαλαάδ.
Β Παραλ. 18,28 Ο βασιλεύς του βασιλείου του Ισραήλ, ο Αχαάβ, και ο Ιωσαφάτ, ο βασιλεύς του Ιούδα, εξεστράτευσαν εναντίον της Ραμώθ εις την χώραν Γαλαάδ.
 
Β Παραλ. 18,29 καὶ εἶπε βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφάτ· κατακάλυψόν με καὶ εἰσελεύσομαι εἰς τὸν πόλεμον, καὶ σὺ ἔνδυσαι τὸν ἱματισμόν μου· καὶ συνεκαλύψατο βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν πόλεμον.
Β Παραλ. 18,29 Πριν αρχίση η μάχη είπεν ο βασιλεύς του Ισραήλ Αχαάβ προς τον Ιωσαφάτ· “βοήθησέ με να μεταμφιεσθώ και να λάβω κατόπιν μέρος στον πόλεμον. Φορεσε, λοιπόν, συ τα βασιλικά μου ενδύματα”. Ετσι ο βασιλεύς του Ισραήλ Αχαάβ ήλλαξε την στολήν του και μετημφιεσμένος εισήλθεν στον πόλεμον.
 
Β Παραλ. 18,30 καὶ βασιλεὺς Συρίας ἐνετείλατο τοῖς ἄρχουσι τῶν ἁρμάτων τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ λέγων· μὴ πολεμεῖτε τὸν μικρὸν καὶ τὸν μέγαν, ἀλλ᾿ ἢ τὸν βασιλέα Ἰσραὴλ μόνον.
Β Παραλ. 18,30 Ο βασιλεύς της Συρίας έδωσεν εντολήν στους διοικητάς των πολεμικών του αρμάτων, που ήσαν μαζή του, και τους είπε· “μη πολεμήσετε εναντίον κανενός άλλου μικρού η μεγάλου, αλλά μόνον να στραφήτε εναντίον του βασιλέως των Ισραηλιτών”.
 
Β Παραλ. 18,31 καὶ ἐγένετο ὡς εἶδον οἱ ἄρχοντες τῶν ἁρμάτων τὸν Ἰωσαφάτ, καὶ αὐτοὶ εἶπαν· βασιλεὺς Ἰσραήλ ἐστι, καὶ ἐκύκλωσαν αὐτὸν τοῦ πολεμεῖν· καὶ ἐβόησεν Ἰωσαφάτ, καὶ Κύριος ἔσωσεν αὐτόν, καὶ ἀπέστρεψεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 18,31 Οταν οι αρχηγοί των πολεμικών αρμάτων είδαν τον Ιωσαφάτ, είπαν· “αυτός είναι ο βασιλεύς των Ισραηλιτών”. Τον περιεκύκλωσαν, δια να επιτεθούν εναντίον του. Ο Ιωσαφάτ εκραύγασε προς τον Κυριον και ο Κυριος απεμάκρυνεν από αυτόν εκείνους, που τον είχαν περικυκλώσει και τον έσωσεν.
 
Β Παραλ. 18,32 καὶ ἐγένετο ὡς εἶδον οἱ ἄρχοντες τῶν ἁρμάτων ὅτι οὐκ ἦν βασιλεὺς Ἰσραήλ, καὶ ἀπέστρεψαν ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 18,32 Οταν είδον οι αρχηγοί των συριακών αρμάτων, ότι δεν είναι αυτός ο βασιλεύς του Ισραήλ, απεμακρύνθησαν από αυτόν.
 
Β Παραλ. 18,33 καὶ ἀνὴρ ἔτεινε τόξον εὐστόχως καὶ ἐπάταξε τὸν βασιλέα Ἰσραὴλ ἀνὰ μέσον τοῦ πνεύμονος καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ θώρακος. καὶ εἶπε τῷ ἡνιόχῳ· ἐπίστρεφε τὴν χεῖρά σου καὶ ἐξάγαγέ με ἐκ τοῦ πολέμου, ὅτι ἐπόνεσα.
Β Παραλ. 18,33 Ενας από τους στρατιώτας ετέντωσεν ευστόχως το τόξον του και εκτύπησε τον Αχαάβ, τον βασιλέα των Ισραηλιτών, ανάμεσα στον πνεύμονα και τον θώρακα. Ο βασιλεύς του Ισραήλ, ο Αχαάβ, είπεν στον ηνίοχόν του· “στρέψε με το χέρι σου προς τα οπίσω το άρμα και βγάλε με από το πεδίον της μάχης, διότι επληγώθηκα βαρειά”.
 
Β Παραλ. 18,34 καὶ ἐτροπώθη ὁ πόλεμος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· καὶ ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ ἦν ἑστηκὼς ἐπὶ τοῦ ἅρματος ἐξεναντίας Συρίας ἕως ἑσπέρας καὶ ἀπέθανε δύνοντος τοῦ ἡλίου.
Β Παραλ. 18,34 Εν τω μεταξύ κατά την ημέραν εκείνην η μάχη είχε γίνει πολύ αγρία. Ο βασιλεύς του Ισραήλ ο Αχαάβ ήτο όρθιος επάνω στο άρμα του απέναντι του στρατού της Συρίας μέχρι της εσπέρας, οπότε κατά την δύσιν του ηλίου απέθανε.
 
Κεφάλαιο 19ο
Β Παραλ. 19,1 Καὶ ἐπέστρεψεν Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ εἰς Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 19,1 Ο Ιωσαφάτ, ο βασιλεύς του βασιλείου Ιούδα, επέστρεψεν στον οίκον του εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 19,2 καὶ ἐξῆλθεν εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ Ἰοὺ ὁ τοῦ Ἀνανὶ ὁ προφήτης καὶ εἶπεν αὐτῷ· βασιλεῦ Ἰωσαφάτ, εἰ ἁμαρτωλῷ σὺ βοηθεῖς ἢ μισουμένῳ ὑπὸ Κυρίου φιλιάζεις; διὰ τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ σὲ ὀργὴ παρὰ Κυρίου·
Β Παραλ. 19,2 Εις προϋπάντησίν του εξήλθεν ο Ιού, ο προφήτης, ο υιός του Ανανί, και του είπε· “βασιλεύ Ιωσαφάτ, διότι συ βοηθείς τον αμαρτωλόν και είσαι φίλος με εκείνον, τον οποίον ο Κυριος μισεί; Δια την πράξιν σου αυτήν επήλθεν οργή Κυρίου εναντίον σου.
 
Β Παραλ. 19,3 ὅτι ἀλλ᾿ ἢ λόγοι ἀγαθοὶ εὑρέθησαν ἐν σοί, ὅτι ἐξῇρας τὰ ἄλση ἀπὸ τῆς γῆς Ἰούδα καὶ κατηύθυνας τὴν καρδίαν σου ἐκζητῆσαι τὸν Κύριον.
Β Παραλ. 19,3 Επειδή όμως έχεις κάμνει και μερικάς αγαθάς πράξεις, που κατέστρεψες τα ειδωλολατρικά άλση από όλην την χώραν του Ιούδα και εγύρισες την καρδίαν σου να εκζητή και λατρεύη τον Κυριον, δια τούτο θα μετριασθή η τιμωρία σου από τον Κυριον”.
 
Β Παραλ. 19,4 καὶ κατῴκησεν Ἰωσαφὰτ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ πάλιν ἐξῆλθεν εἰς τὸν λαὸν ἀπὸ Βηρσαβεὲ ἕως ὄρους Ἐφραὶμ καὶ ἐπέστρεψεν αὐτοὺς ἐπὶ Κύριον Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 19,4 Ο Ιωσαφάτ εγκατεστάθη εις την Ιερουσαλήμ. Εβγήκε πάλιν από την πρωτεύουσαν και επεσκέφθη τον λαόν του από την Βηρσαβεέ έως εις την ορεινήν περιοχήν Εφραίμ και ωδήγησεν αυτούς στον Κυριον και Θεόν των πατέρων των.
 
Β Παραλ. 19,5 καὶ κατέστησε τοὺς κριτὰς ἐν πάσαις ταῖς πόλεσιν Ἰούδα ταῖς ὀχυραῖς ἐν πόλει καὶ πόλει
Β Παραλ. 19,5 Εγκατέστησε δικαστάς εις όλας τας οχυράς πόλστου Ιούδα και εις κάθε άλλην πόλιν.
 
Β Παραλ. 19,6 καὶ εἶπε τοῖς κριταῖς· ἴδετε τί ὑμεῖς ποιεῖτε, ὅτι οὐκ ἀνθρώπῳ ὑμεῖς κρίνετε, ἀλλ᾿ ἢ τῷ Κυρίῳ, καὶ μεθ᾿ ὑμῶν λόγοι τῆς κρίσεως·
Β Παραλ. 19,6 Ο Ιωσαφάτ είπεν στους δικαστάς· “προσέχετε, τι θα κάνετε, διότι δεν θα κρίνετε δια τον άνθρωπον κατά την γνώμην των ανθρώπων, αλλά δια τον Κυριον και ενώπιον του Κυρίου. Μαζή σας είναι οι νόμοι, επί τη βάσει των οποίων θα δικάζετε.
 
Β Παραλ. 19,7 καὶ νῦν γενέσθω φόβος Κυρίου ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ φυλάσσετε καὶ ποιήσατε, ὅτι οὐκ ἔστι μετὰ Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν ἀδικία, οὐδὲ θαυμάσαι πρόσωπον οὐδὲ λαβεῖν δῶρα.
Β Παραλ. 19,7 Ο φόβος του Κυρίου ας είναι μαζή σας. Προσέξετε να εφαρμόσετε τον νόμον του Κυρίου· κρίνατε με δικαιοσύνην, διότι δεν υπάρχει αδικία εις Κυριον τον Θεόν. Μη λαμβάνετε υπ' όψει πρόσωπα ως προσωπολήπται και μη παίρνετε δώρα κατά τας δίκας”.
 
Β Παραλ. 19,8 καί γε ἐν Ἱερουσαλὴμ κατέστησεν Ἰωσαφὰτ τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν καὶ τῶν πατριαρχῶν Ἰσραὴλ εἰς κρίσιν Κυρίου, καὶ κρίνειν τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 19,8 Και εις την Ιερουσαλήμ εγκατέστησεν επίσης ο Ιωσαφάτ δικαστήριον από τους ιερείς, τους Λευίτας και τους αρχηγούς του λαού, δια να κρίνουν σύμφωνα με την δικαιοσύνην του Κυρίου και να δικάζουν τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 19,9 καὶ ἐνετείλατο πρὸς αὐτοὺς λέγων· οὕτω ποιήσετε ἐν φόβῳ Κυρίου, ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἐν πλήρει καρδίᾳ·
Β Παραλ. 19,9 Διέταξε δε αυτούς και τους είπε· “έτσι θα ενεργήτε. Με φόβον Κυρίου, με αλήθειαν και με ακεραιότητα καρδίας.
 
Β Παραλ. 19,10 πᾶς ἀνὴρ κρίσιν τὴν ἐλθοῦσαν ἐφ᾿ ὑμᾶς τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν τῶν κατοικούντων ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτῶν ἀνὰ μέσον αἷμα αἵματος καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ προστάγματος καὶ ἐντολῆς καὶ δικαιώματα καὶ κρίματα καὶ διαστελεῖσθε αὐτοῖς, καὶ οὐχ ἁμαρτήσονται τῷ Κυρίῳ, καὶ οὐκ ἔσται ὀργὴ ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν· οὕτω ποιήσετε καὶ οὐχ ἁμαρτήσεσθε.
Β Παραλ. 19,10 Οιαδήποτε υπόθεσις προς κρίσιν, που θα έρχεται ενώπιόν σας εκ μέρους των ομοεθνών σας, οι οποίοι κατοικούν εις τας πόλεις των, και πρόκειται να διακρίνετε μεταξύ εκουσίου και ακουσίου φόνου, μεταξύ διαφόρων νομικών διατάξεων, προστάγματος, εντολής, δικαιώματος και κρίματος, σεις θα τα διαφωτίζετε εις αυτούς και θα κρίνετε δικαίως. Ετσι δε δεν θα εκσπάση η οργή του Κυρίου εναντίον σας και εναντίον των αδελφών σας. Ετσι θα ενεργήτε κατά τας δίκας και δεν θα αμαρτήσετε.
 
Β Παραλ. 19,11 καὶ ἰδοὺ Ἁμαρίας ὁ ἱερεὺς ἡγούμενος ἐφ᾿ ὑμᾶς εἰς πάντα λόγον Κυρίου καὶ Ζαβδίας υἱὸς Ἰσμαὴλ ὁ ἡγούμενος εἰς οἶκον Ἰούδα πρὸς πάντα λόγον βασιλέως καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Λευῖται πρὸ προσώπου ὑμῶν· ἰσχύσατε καὶ ποιήσατε, καὶ ἔσται Κύριος μετὰ τοῦ ἀγαθοῦ.
Β Παραλ. 19,11 Ιδού, αρχηγός εις σας δια κάθε ζήτημα, που αφορά τον Κυριον, θα είναι ο ιερεύς Αμαρίας. Ο δε Ζαβδίας, υιός του Ισμαήλ, θα είναι αρχηγός του οίκου Ιούδα δια κάθε υπόθεσιν αναφερομένην στον βασιλέα. Ως βοηθοί σας θα είναι οι γραμματείς και οι Λευίται. Προχωρήσατε, λοιπόν, με θάρρος και δύναμιν στο έργον σας και ο Κυριος θα είναι πάντοτε μαζή με εκείνον, που πράττει το καλόν”.
 
Κεφάλαιο 20ο
Β Παραλ. 20,1 Καὶ μετὰ ταῦτα ἦλθον οἱ υἱοὶ Μωάβ, καὶ υἱοὶ Ἀμμὼν καὶ μετ᾿ αὐτῶν ἐκ τῶν Μιναίων πρὸς Ἰωσαφὰτ εἰς πόλεμον.
Β Παραλ. 20,1 Επειτα από τα γεγονότα αυτά οι Μωαβίται και οι Αμμωνίται, μαζή δε με αυτούς και οι Μιναίοι, εξεστράτευσαν να πολεμήσουν εναντίον του Ιωσαφάτ.
 
Β Παραλ. 20,2 καὶ ἦλθον καὶ ὑπέδειξαν τῷ Ἰωσαφὰτ λέγοντες· ἥκει ἐπὶ σὲ πλῆθος πολὺ ἐκ πέραν τῆς θαλάσσης ἀπὸ Συρίας, καὶ ἰδού εἰσιν ἐν Ἀσασὰν Θαμὰρ (αὕτη ἐστὶν Ἐγγαδί).
Β Παραλ. 20,2 Αγγελιαφόροι δε ήλθον και επληροφορήσαν τον Ιωσαφάτ λέγοντες· “έχει έλθει εναντίον σου πολύ πλήθος στρατού από την Συρίαν, την πέραν της Νεκράς Θαλάσσης. Ιδού, αυτοί ευρίσκονται εις Ασασάν Θαμάρ (αυτή δε η περιοχή είναι η Εγγαδί)”.
 
Β Παραλ. 20,3 καὶ ἐφοβήθη καὶ ἔδωκεν Ἰωσαφὰτ πρόσωπον αὐτοῦ ἐκζητῆσαι τὸν Κύριον καὶ ἐκήρυξε νηστείαν ἐν παντὶ Ἰούδᾳ.
Β Παραλ. 20,3 Ο Ιωσαφάτ εφοβήθη, έστρεψε το πρόσωπον του προς τον Κυριον, δια να ζητήση βοήθειαν από αυτόν και εκήρυξε νηστείαν εις όλους τους Ιουδαίους.
 
Β Παραλ. 20,4 καὶ συνήχθη Ἰούδας ἐκζητῆσαι τὸν Κύριον, καὶ ἀπὸ πασῶν τῶν πόλεων Ἰούδα ἦλθον ζητῆσαι τὸν Κύριον.
Β Παραλ. 20,4 Ολοι οι Ιουδαίοι συνεκεντρώθησαν, δια να ζητήσουν με θερμήν προσευχήν βοήθειαν από τον Κυριον. Από όλας τας πόλστου Ιούδα ήλθαν αυτοί, δια να παρακαλέσουν θερμώς τον Κυριον.
 
Β Παραλ. 20,5 καὶ ἀνέστη Ἰωσαφὰτ ἐν ἐκκλησίᾳ Ἰούδα ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐν οἴκῳ Κυρίου κατὰ πρόσωπον τῆς αὐλῆς τῆς καινῆς
Β Παραλ. 20,5 Ο Ιωσαφάτ εσηκώθη όρθιος ανάμεσα εις την συγκέντρωσιν στον ναόν, εμπρός εις την νέαν αυλήν, και είπε·
 
Β Παραλ. 20,6 καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μου, οὐχὶ σὺ εἶ Θεὸς ἐν οὐρανῷ ἄνω καὶ σὺ κυριεύεις πασῶν τῶν βασιλειῶν τῶν ἐθνῶν καὶ ἐν τῇ χειρί σου ἰσχὺς δυναστείας καὶ οὐκ ἔστι πρός σε ἀντιστῆναι;
Β Παραλ. 20,6 “Κυριε και Θεέ των πατέρων μου, συ δεν εξουσιάζεις εις όλας τας βασιλείας των εθνών και στο παντοδύναμόν σου χέρι δεν υπάρχει η δύναμις της κυριαρχίας, εις την οποίαν κανείς δεν ημπορεί να αντισταθή;
 
Β Παραλ. 20,7 οὐχὶ σὺ ὁ Κύριος ὁ ἐξολοθρεύσας τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν ταύτην ἀπὸ προσώπου τοῦ λαοῦ σου Ἰσραὴλ καὶ ἔδωκας αὐτὴν σπέρματι Ἁβραὰμ τῷ ἠγαπημένῳ σου εἰς τὸν αἰῶνα;
Β Παραλ. 20,7 Συ δεν είσαι ο Κυριος, ο οποίος εξωλόθρευσες τους κατοίκους αυτής της χώρας εμπρός στον ισραηλιτικόν σου λαόν και την παρέδωκες ως αιώνιον κτήμα στους απογόνους του ηγαπημένου σου Αβραάμ;
 
Β Παραλ. 20,8 καὶ κατῴκησαν ἐν αὐτῇ καὶ ᾠκοδόμησαν ἐν αὐτῇ ἁγίασμα τῷ ὀνόματί σου λέγοντες·
Β Παραλ. 20,8 Αυτοί υπό την προστασίαν σου και την ευλογίαν σου εγκατεστάθησαν εις την χώραν αυτήν, οικοδόμησαν τον άγιον ναόν επί τω Ονόματί σου και είπαν·
 
Β Παραλ. 20,9 ἐὰν ἐπέλθῃ ἐφ᾿ ἡμᾶς κακά, ῥομφαία, κρίσις, θάνατος, λιμός, στησόμεθα ἐναντίον τοῦ οἴκου τούτου καὶ ἐναντίον σου, ὅτι τὸ ὄνομά σου ἐπὶ τῷ οἴκῳ τούτῳ, καὶ βοησόμεθα πρὸς σὲ ἀπὸ τῆς θλίψεως, καὶ ἀκούσῃ καὶ σώσεις.
Β Παραλ. 20,9 Εάν επέλθουν εναντίον μας συμφοραί, πόλεμος, τιμωρία, επιδημία θανατηφόρος, πείνα, θα παρουσιασθώμεν ενώπιον του ναού τούτου, δηλαδή ενώπιόν σου, διότι το Ονομά σου λατρεύεται στον οίκον αυτόν, θα βοήσωμεν προς σε ταλαιπωρούμενοι από αυτήν την θλίψιν μας, και συ θα μας ακούσης.
 
Β Παραλ. 20,10 καὶ νῦν ἰδοὺ οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν καὶ Μωὰβ καὶ ὄρος Σηείρ, εἰς οὓς οὐκ ἔδωκας τῷ Ἰσραὴλ διελθεῖν δι᾿ αὐτῶν, ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ὅτι ἐξέκλιναν ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ οὐκ ἐξωλόθρευσαν αὐτούς.
Β Παραλ. 20,10 Και τώρα ιδού, οι Αμμωνίται, οι Μωαβίται και οι κάτοικοι του όρους Σηείρ, οι Ιδουμαίοι, δια μέσου της χώρας των οποίων δεν επέτρεψες στους Ισραηλίτας να περάσουν, όταν έβγαιναν από την Αίγυπτον, άλλα παρέκαμψαν από αυτούς και δεν τους κατέστρεψαν,
 
Β Παραλ. 20,11 καὶ νῦν ἰδοὺ αὐτοὶ ἐπιχειροῦσιν ἐφ᾿ ἡμᾶς ἐξελθεῖν ἐκβαλεῖν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς κληρονομίας ἡμῶν, ἧς ἔδωκας ἡμῖν.
Β Παραλ. 20,11 Ιδού αυτοί έχουν εκστρατεύσει εναντίον μας και επιχειρούν να μας διώξουν από την κληρονομίαν μας, την οποίαν συ μας έχεις δώσει.
 
Β Παραλ. 20,12 Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐ κρινεῖς ἐν αὐτοῖς; ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἰσχὺς τοῦ ἀντιστῆναι πρὸς τὸ πλῆθος τὸ πολὺ τοῦτο τὸ ἐλθὸν ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ οὐκ οἴδαμεν τί ποιήσωμεν αὐτοῖς, ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ σοὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν.
Β Παραλ. 20,12 Κυριε, ο Θεός ημών, δεν θα κρίνης και δεν θα τιμωρήσης αυτούς; Καταφεύγομεν προς σέ, διότι ημείς δεν έχομεν την απαιτουμένην δύναμιν να αντισταθώμεν στο μέγα αυτό πλήθος, το οποίον επήλθεν εναντίον μας, και δεν γνωρίζομεν, τι να κάμωμεν εις αυτούς. Αλλά οι οφθαλμοί μας έχουν στραφή ικετευτικοί προς σε».
 
Β Παραλ. 20,13 καὶ πᾶς Ἰούδας ἑστηκὼς ἔναντι Κυρίου, καὶ τὰ παιδία αὐτῶν καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν.
Β Παραλ. 20,13 Ολοι οι Ιουδαίοι ήσαν όρθιοι ενώπιον του Κυρίου, μαζή των δε ήσαν τα παιδιά και αι γυναίκες των.
 
Β Παραλ. 20,14 καὶ τῷ Ὀζιὴλ τῷ τοῦ Ζαχαρίου τῶν υἱῶν Βαναίου τῶν υἱῶν Ἐλεϊὴλ τοῦ Ματθανίου τοῦ Λευίτου ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἀσάφ, ἐγένετο ἐπ᾿ αὐτὸν πνεῦμα Κυρίου ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ
Β Παραλ. 20,14 Κατά την συγκέντρωσιν εκείνην ήλθε Πνεύμα Κυρίου στον Οζιήλ, τον υιόν του Ζαχαρίου, από τους υιούς του Βαναίου, ενός εκ των απογόνων του Ελεϊήλ υιού του Λευίτου Ματθανίου εκ των απογόνων του Ασάφ.
 
Β Παραλ. 20,15 καὶ εἶπεν· ἀκούσατε πᾶς Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ὁ βασιλεὺς Ἰωσαφάτ· τάδε λέγει Κύριος ὑμῖν αὐτοῖς· μὴ φοβεῖσθε μηδὲ πτοηθῆτε ἀπὸ προσώπου τοῦ ὄχλου τοῦ πολλοῦ τούτου, ὅτι οὐχ ὑμῖν ἐστιν ἡ παράταξις, ἀλλ᾿ ἢ τῷ Θεῷ.
Β Παραλ. 20,15 Αυτός είπεν· “ακούσατε όλοι οι Ιουδαίοι, που κατοικείτε την Ιερουσαλήμ· ας ακούση και ο βασιλεύς Ιωσαφάτ. Αυτά λέγει ο Κυριος προς σας τους ιδίους· Μη φοβείσθε και μη τρομοκρατείσθε από τον πολύν αυτόν όχλον, που επήλθεν εναντίον σας, διότι η μάχη δεν είναι ιδική σας αλλά του Θεού.
 
Β Παραλ. 20,16 αὔριον κατάβητε ἐπ᾿ αὐτούς· ἰδοὺ ἀναβαίνουσι κατὰ τὴν ἀνάβασιν Ἀσάς, καὶ εὑρήσετε αὐτοὺς ἐπ᾿ ἄκρου ποταμοῦ τῆς ἐρήμου Ἰεριήλ.
Β Παραλ. 20,16 Αύριον να επέλθετε εναντίον αυτών. Ιδού αυτοί θα ανεβαίνουν τον ανήφορον του λόφου Ασάς, και θα τους εύρετε στο άκρον του ποταμού εις την έρημον Ιεριήλ.
 
Β Παραλ. 20,17 οὐχ ὑμῖν ἐστι πολεμῆσαι· ταῦτα σύνετε καὶ ἴδετε τὴν σωτηρίαν Κυρίου μεθ᾿ ὑμῶν, Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλήμ· μὴ φοβηθῆτε μηδὲ πτοηθῆτε αὔριον ἐξελθεῖν εἰς ἀπάντησιν αὐτοῖς, καὶ Κύριος μεθ᾿ ὑμῶν.
Β Παραλ. 20,17 Δεν είναι ιδικόν σας έργον να πολεμήσετε εναντίον των. Αυτά κατανοήσατέ τα καλά, Ιουδαίοι και κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και προσέξατε ότι η σωτηρία σας θα προέλθη από τον Κυριον. Μη φοβηθήτε και μη πτοηθήτε. Αύριον να εξέλθετε εις συνάντησιν αυτών και ο Κυριος θα είναι μαζή σας”.
 
Β Παραλ. 20,18 καὶ κύψας Ἰωσαφὰτ ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλὴμ ἔπεσαν ἔναντι Κυρίου προσκυνῆσαι Κυρίῳ.
Β Παραλ. 20,18 Ο Ιωσαφάτ έσκυψε το πρόσωπον αυτού και προσεκύνησε και όλοι οι Ιουδαίοι και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ έπεσαν κατά γης ενώπιον του Κυρίου, να προσκυνήσουν αυτόν.
 
Β Παραλ. 20,19 καὶ ἀνέστησαν οἱ Λευῖται ἀπὸ τῶν υἱῶν Καὰθ καὶ ἀπὸ τῶν υἱῶν Κορὲ αἰνεῖν Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραὴλ ἐν φωνῇ μεγάλῃ εἰς ὕψος.
Β Παραλ. 20,19 Οι Λευίται, οι προερχόμενοι από τους απογόνους του Καάθ και από τους απογόνους του Κορέ, εσηκώθησαν, δια να υμνήσουν Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ με πολύ δυνατήν φωνήν.
 
Β Παραλ. 20,20 Καὶ ὤρθρισαν πρωΐ καὶ ἐξῆλθον εἰς τὴν ἔρημον Θεκωέ, καὶ ἐν τῷ ἐξελθεῖν αὐτοὺς ἔστη Ἰωσαφὰτ καὶ ἐβόησε καὶ εἶπεν· ἀκούσατέ μου Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλήμ· ἐμπιστεύσατε ἐν Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν, καὶ ἐμπιστευθήσεσθε· ἐμπιστεύσατε ἐν προφήτῃ αὐτοῦ, καὶ εὐοδωθήσεσθε.
Β Παραλ. 20,20 Την επομένην, λίαν πρωϊ, εσηκώθησαν οι Ιουδαίοι και εξήλθον εις την έρημον Θεκωέ. Οταν αυτοί ανεχώρησαν, ο Ιωσαφάτ εστάθη όρθιος, εφώναξε και είπεν· “ακούσατέ με, Ιουδαίοι και οι άλλοι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ. Εμπιστευθήτε τον εαυτόν σαν στον προφήτην αυτού και θα ευοδωθούν αι προσπάθειαί σας”.
 
Β Παραλ. 20,21 καὶ ἐβουλεύσατο μετὰ τοῦ λαοῦ καὶ ἔστησε ψαλτῳδοὺς καὶ αἰνοῦντας ἐξομολογεῖσθαι καὶ αἰνεῖν τὰ ἅγια ἐν τῷ ἐξελθεῖν ἔμπροσθεν τῆς δυνάμεως, καὶ ἔλεγον· ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Β Παραλ. 20,21 Κατόπιν συνεσκέφθη με τον λαόν και ώρισεν, όπως οι ψαλτωδοί και οι άλλοι μουσικοί υμνούν και δοξολογούν τον Θεόν και τα άγια αυτού, προπορευόμενοι εμπρός από τον στρατόν. Αυτοί λοιπόν έψαλλον· “Αινείτε τον Κυριον, διότι είναι αγαθός και το έλεός του υπάρχει στους αιώνας των αιώνων”.
 
Β Παραλ. 20,22 καὶ ἐν τῷ ἄρξασθαι αὐτοὺς τῆς αἰνέσεως καὶ τῆς ἐξομολογήσεως ἔδωκε Κύριος πολεμεῖν τοὺς υἱοὺς Ἀμμὼν ἐπὶ Μωὰβ καὶ ὄρος Σηεὶρ τοὺς ἐξελθόντας ἐπὶ Ἰούδαν, καὶ ἐτροπώθησαν.
Β Παραλ. 20,22 Οταν οι ψάλται αυτοί ήρχισαν να υμνούν και να δοξολογούν τον Θεόν, ο Κυριος έδωκεν, ώστε οι Αμμωνίται να μάχωνται εναντίον Μωαβιτών και των Ιδουμαίων, που είχαν έλθει από το όρος Σηείρ. Ολοι δε αυτοί είχαν εξέλθει εις πόλεμον εναντίον των Ιουδαίων. Ετσι δε οι εχθροί εξωντώθησαν πολεμούντες ο ένας τον άλλον.
 
Β Παραλ. 20,23 καὶ ἀνέστησαν οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν καὶ Μωὰβ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας ὄρος Σηεὶρ ἐξολοθρεῦσαι καὶ ἐκτρῖψαι αὐτούς· καὶ ὡς συνετέλεσαν τοὺς κατοικοῦντας Σηείρ, ἀνέστησαν εἰς ἀλλήλους τοῦ ἐξολοθρευθῆναι.
Β Παραλ. 20,23 Πράγματι εσηκώθηκαν οι Αμμωνίται και οι Μωαβίται εναντίον των κατοίκων του όρους Σηείρ, των Ιδουμαίων, δια να τους εξολοθρεύσουν και τους συντρίψουν. Οταν δε οι Αμμωνίται και οι Μωαβίται εξώντωσαν τους Ιδουμαίους του όρους Σηείρ, εστράφησαν τότε εναντίον αλλήλων και εξωντώθησαν αναμεταξύ των.
 
Β Παραλ. 20,24 καὶ Ἰούδας ἦλθεν ἐπὶ τὴν σκοπιὰν τῆς ἐρήμου καὶ ἐπέβλεψε καὶ εἶδε τὸ πλῆθος, καὶ ἰδοὺ πάντες νεκροὶ πεπτωκότες ἐπὶ τῆς γῆς, οὐκ ἦν σωζόμενος.
Β Παραλ. 20,24 Οταν οι Ιουδαίοι ανέβηκαν εις κάποιο υψηλόν μέρος της ερήμου και παρετήρησαν προς το πλήθος των εχθρών των, είδον αίφνης ότι όλοι ήσαν νεκροί, πεσμένοι στο χώμα και κανείς από αυτούς δεν είχε διαφύγει.
 
Β Παραλ. 20,25 καὶ ἐξῆλθεν Ἰωσαφὰτ καὶ ὁ λαὸς αὐτοῦ σκυλεῦσαι τὰ σκῦλα αὐτῶν καὶ εὗρον κτήνη πολλὰ καὶ ἀποσκευὴν καὶ σκῦλα καὶ σκεύη ἐπιθυμητὰ καὶ ἐσκύλευσαν ἐν αὐτοῖς. καὶ ἐγένοντο ἡμέραι τρεῖς σκυλευόντων αὐτῶν τὰ σκῦλα, ὅτι πολλὰ ἦν.
Β Παραλ. 20,25 Ο Ιωσαφάτ και ο λαός του μετέβησαν, δια να πάρουν τα λάφυρα των εχθρών των. Εκεί ευρήκαν πολλά ζώα, όπως επίσης και πολύτιμα σκεύη, τα οποία και ελαφυραγώγησαν. Επί τρεις κατά συνέχειαν ημέρας έπαιρναν τα λάφυρα των εχθρών των, διότι αυτά ήσαν πολλά.
 
Β Παραλ. 20,26 καὶ ἐγένετο τῇ ἡμέρᾳ τῇ τετάρτῃ ἐπισυνήχθησαν εἰς τὸν αὐλῶνα τῆς εὐλογίας, ἐκεῖ γὰρ ηὐλόγησαν τὸν Κύριον· διὰ τοῦτο ἐκάλεσαν τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Κοιλὰς εὐλογίας ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Β Παραλ. 20,26 Κατά την τετάρτην ημέραν συνεκεντρώθησαν εις μίαν κοιλάδα, η οποία ωνομάσθη “Κοίλας ευλογίας”, διότι εκεί ευλόγησαν και εδοξολόγησαν τον Κυριον. Δια τούτο εκάλεσαν τον τόπον εκείνον “Κοιλάδα ευλογίας” και η ονομασία αυτή παρέμεινεν έως την ημέραν αυτήν.
 
Β Παραλ. 20,27 καὶ ἐπέστρεψε πᾶς ἀνὴρ Ἰούδα εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ Ἰωσαφὰτ ἡγούμενος αὐτῶν ἐν εὐφροσύνῃ μεγάλῃ, ὅτι εὔφρανεν αὐτοὺς Κύριος ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν,
Β Παραλ. 20,27 Με επικεφαλής τον Ιωσαφάτ όλοι οι άνδρες του Ιούδα επανήλθαν εις την Ιερουσαλήμ με μεγάλην χαράν, διότι ο Κυριος τους ηύφρανε απαλλάξας αυτούς από τους εχθρούς των.
 
Β Παραλ. 20,28 καὶ εἰσῆλθον εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐν νάβλαις καὶ κινύραις καὶ ἐν σάλπιγξιν εἰς οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 20,28 Εισήλθον εις την Ιερουσαλήμ και στον ναόν του Κυρίου, παίζοντες τα μουσικά των όργανα, νάβλας και κινύρας, και σαλπίζοντες με τας ιεράς των σάλπιγγας.
 
Β Παραλ. 20,29 καὶ ἐγένετο ἔκστασις Κυρίου ἐπὶ πάσας τὰς βασιλείας τῆς γῆς ἐν τῷ ἀκοῦσαι αὐτοὺς ὅτι Κύριος ἐπολέμησε πρὸς τοὺς ὑπεναντίους Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 20,29 Εκ μέρους του Θεού τρόμος έπεσεν στους κατοίκους των άλλων βασιλειών της γης, όταν επληροφορήθησαν ότι αυτός ο ίδιος ο Κυριος επολέμησεν εναντίον των εχθρών του ισραηλιτικού λαού.
 
Β Παραλ. 20,30 καὶ εἰρήνευσεν ἡ βασιλεία Ἰωσαφάτ, καὶ κατέπαυσεν αὐτῷ ὁ Θεὸς αὐτοῦ κυκλόθεν.
Β Παραλ. 20,30 Ετσι ειρήνευσεν η βασιλεία του Ιωσαφάτ, διότι ο Κυριος τον ανέπαυσε και τον περιεφρούρησε από τους γύρω από αυτόν εχθρούς.
 
Β Παραλ. 20,31 Καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωσαφὰτ ἐπὶ τὸν Ἰούδαν, ὢν ἐτῶν τριακονταπέντε ἐν τῷ βασιλεῦσαι αὐτόν, καὶ εἴκοσι καὶ πέντε ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Ἀζουβὰ θυγάτηρ Σαλί.
Β Παραλ. 20,31 Ο Ιωσαφάτ εβασίλευσεν στο βασίλειον του Ιούδα. Οταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον ήτο ηλικίας τριάκοντα πέντε ετών. Εβασίλευσε με πρωτεύουσαν την Ιερουσαλήμ επί είκοσι πέντε έτη. Το όνομα της μητρός του ήτο Αζουβά, η οποία ήτο θυγάτηρ του Σαλί.
 
Β Παραλ. 20,32 καὶ ἐπορεύθη ἐν ταῖς ὁδοῖς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἀσὰ καὶ οὐκ ἐξέκλινε τοῦ ποιῆσαι τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου·
Β Παραλ. 20,32 Αυτός εβάδιζε τον δρόμον του ευσεβούς πατρός του Ασά και δεν παρεξέκλινεν από του να πράττη το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 20,33 ἀλλὰ τὰ ὑψηλὰ ἔτι ὑπῆρχε, καὶ ἔτι ὁ λαὸς οὐ κατεύθυνε τὴν καρδίαν αὐτῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 20,33 Οι υψηλοί όμως ειδωλολατρικοί τόποι υπήρχον ακόμη, διότι ο ιουδαϊκός λαός δεν είχε κατευθύνει πλήρως την καρδίαν του προς Κυριον τον Θεόν των πατέρων του.
 
Β Παραλ. 20,34 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι Ἰωσαφὰτ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι ἰδοὺ γεγραμμένοι ἐν λόγοις Ἰοὺ τοῦ Ἀνανί, ὃς κατέγραψε βιβλίον βασιλέων Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 20,34 Τα υπόλοιπα έργα του Ιωσαφάτ, τα πρώτα και τα τελευταία, είναι γραμμένα στο βιβλίον του Ιού, υιού του Ανανί, ο οποίος κατέγραψε το βιβλίον των βασιλέων του Ισραήλ.
 
Β Παραλ. 20,35 Καὶ μετὰ ταῦτα ἐκοινώνησεν Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα πρὸς Ὀχοζίαν βασιλέα Ἰσραήλ (καὶ οὗτος ἠνόμησεν)
Β Παραλ. 20,35 Επειτα από αυτά ο Ιωσαφάτ, ο βασιλεύς του Ιούδα, ήλθεν εις στενήν επικοινωνίαν με τον βασιλέα του ισραηλιτικού λαού τον Οχοζίαν, (ο οποίος είχε παρανομήσει ενώπιον του Κυρίου).
 
Β Παραλ. 20,36 ἐν τῷ ποιῆσαι καὶ πορευθῆναι πρὸς αὐτὸν τοῦ ποιῆσαι πλοῖα τοῦ πορευθῆναι εἰς Θαρσεῖς καὶ ἐποίησε πλοῖα ἐν Γασιὼν Γαβέρ.
Β Παραλ. 20,36 Συνεδέθη δε ο Ιωσαφάτ με αυτόν, δια να κατασκευάση πλοία, τα οποία θα έπλεαν εις Θαρσείς. Πράγματι δε κατεσκεύασεν αυτά τα πλοία εις Γασιών Γαβέρ.
 
Β Παραλ. 20,37 καὶ ἐπροφήτευσεν Ἐλιέζερ ὁ τοῦ Δωδία ἀπὸ Μαρισῆς ἐπὶ Ἰωσαφὰτ λέγων· ὡς ἐφιλίασας τῷ Ὀχοζίᾳ, ἔθραυσε Κύριος τὸ ἔργον σου, καὶ συνετρίβη τὰ πλοῖά σου. καὶ οὐκ ἐδυνάσθη πορευθῆναι εἰς Θαρσεῖς.
Β Παραλ. 20,37 Τοτε ο Ελιέζερ, ο υιός του Δωδία, από την Μαρισήν προεφήτευσεν εναντίον του Ιωσαφάτ και είπεν· “επειδή συνήψες φιλίαν με τον Οχοζίαν, ο Κυριος θα καταστρέψη το έργον σου”. Και πράγματι τα πλοία αυτού κατεστράφησαν και δεν κατώρθωσαν να πλεύσουν εις Θαρσείς.
 
Κεφάλαιο 21ο
Β Παραλ. 21,1 Καὶ ἐκοιμήθη Ἰωσαφὰτ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωρὰμ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 21,1 Εκοιμήθη ο Ιωσαφάτ και ετάφη μαζή με τους πατέρας του εις την πόλιν Δαυίδ, εις Ιερουσαλήμ. Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του ο Ιωράμ.
 
Β Παραλ. 21,2 καὶ αὐτῷ ἀδελφοὶ υἱοὶ Ἰωσαφὰτ ἕξ, Ἀζαρίας καὶ Ἰεϊὴλ καὶ Ζαχαρίας καὶ Ἀζαρίας καὶ Μιχαὴλ καὶ Σαφατίας· πάντες οὗτοι υἱοὶ Ἰωσαφὰτ βασιλέως Ἰούδα.
Β Παραλ. 21,2 Ο Ιωράμ είχεν άλλους εξ αδελφούς, υιούς του πατρός του Ιωσαφάτ, τον Αζαρίαν, τον Ιεϊήλ, τον Ζαχαρίαν, τον Αζαρίαν, τον Μιχαήλ και τον Σαφατίαν. Ολοι αυτοί ήσαν υιοί του Ιωσαφάτ, βασιλέως του βασιλείου του Ιούδα.
 
Β Παραλ. 21,3 καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ πατὴρ αὐτῶν δόματα πολλά, ἀργύριον καὶ χρυσίον καὶ ὅπλα μετὰ τῶν πόλεων τετειχισμένων ἐν Ἰούδᾳ· καὶ τὴν βασιλείαν ἔδωκε τῷ Ἰωράμ, ὅτι οὗτος ὁ πρωτότοκος.
Β Παραλ. 21,3 Ο πατήρ των ο Ιωσαφάτ έδωκεν εις όλους αυτούς πολλά δώρα, άργυρον και χρυσόν και όπλα και οχυράς πόλεις εις την Ιουδαίαν. Αλλά την βασιλείαν την έδωκεν στον Ιωράμ, διότι αυτός ήτο ο πρωτότοκος.
 
Β Παραλ. 21,4 καὶ ἀνέστη Ἰωρὰμ ἐπὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ καὶ ἐκραταιώθη καὶ ἀπέκτεινε πάντας τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐν ῥομφαίᾳ καὶ ἀπὸ τῶν ἀρχόντων Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 21,4 Οταν όμως ο Ιωράμ ανέλαβε την βασιλείαν του πατρός του και εστερεώθη εις αυτήν, διέταξε και εφόνευσαν με ρομφαίαν όλους τους αδελφούς του και μερικούς άλλους από τους αρχηγούς του Ισραήλ.
 
Β Παραλ. 21,5 ὄντος αὐτοῦ τριάκοντα καὶ δύο ἐτῶν, κατέστη Ἰωρὰμ ἐπὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ καὶ ὀκτὼ ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 21,5 Ο Ιωράμ, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, ήτο ηλικίας τριάκοντα δύο ετών. Επί οκτώ έτη εβασίλευσεν αυτός εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 21,6 καὶ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ βασιλέων Ἰσραήλ, ὡς ἐποίησεν οἶκος Ἀχαάβ, ὅτι θυγάτηρ Ἀχαὰβ ἦν αὐτοῦ γυνή, καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου.
Β Παραλ. 21,6 Αυτός επορεύθη τον δρόμον της ασεβείας των βασιλέων του Ισραήλ. Εφέρθη και έζησεν, όπως η οικογένεια του Αχαάβ, διότι η σύζυγός του ήτο θυγάτηρ του Αχαάβ. Ετσι δε εξέκλινεν εις την ειδωλολατρείαν και έπραξε το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 21,7 καὶ οὐκ ἐβούλετο Κύριος ἐξολοθρεῦσαι τὸν οἶκον Δαυὶδ διὰ τὴν διαθήκην, ἣν διέθετο τῷ Δαυίδ, καὶ ὡς εἶπεν αὐτῷ δοῦναι αὐτῷ λύχνον καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ πάσας τὰς ἡμέρας.
Β Παραλ. 21,7 Ο Κυριος όμως δεν ηθέλησε να τον τιμωρήση, δια να μη εξολοθρεύση την γενεάν του Δαυίδ, επειδή είχε δώσει υπόσχεσιν και συνήψε διαθήκην με τον Δαυίδ, στον οποίον και είχεν υποσχεθή, ότι θα αφήση αναμμένον τον λύχνον του, δηλαδή, θα έδιδε διάδοχον πάντοτε επί του θρόνου του από τους απογόνους του.
 
Β Παραλ. 21,8 ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀπέστη Ἐδὼμ ἀπὸ τοῦ Ἰούδα καὶ ἐβασίλευσαν ἐφ᾿ ἑαυτοὺς βασιλέα.
Β Παραλ. 21,8 Κατά τας ημέρας εκείνας οι Ιδουμαίοι απεστάτησαν από τους Ιουδαίους και ανεκήρυξαν ιδικόν των βασιλέα.
 
Β Παραλ. 21,9 καὶ ᾤχετο Ἰωρὰμ μετὰ τῶν ἀρχόντων καὶ πᾶσα ἡ ἵππος μετ᾿ αὐτοῦ· καὶ ἐγένετο καὶ ἠγέρθη νυκτὸς καὶ ἐπάταξεν Ἐδὼμ τὸν κυκλοῦντα αὐτὸν καὶ τοὺς ἄρχοντας τῶν ἁρμάτων, καὶ ἔφυγεν ὁ λαὸς εἰς τὰ σκηνώματα αὐτῶν.
Β Παραλ. 21,9 Ο Ιωράμ, μαζή με τους αρχηγούς του στρατού του και με όλον το ιππικόν του, επήλθεν εναντίον των. Εσηκώθη την νύκτα ο Ιωράμ και προσέβαλε τους Ιδουμαίους. Αλλά οι Ιδουμαίοι περιεκύκλωσαν αυτόν και τους αρχηγούς των πολεμικών του αρμάτων και έτσι ο στρατός του ηναγκάσθη να τροπή εις φυγήν, οι δε άνδρες του διελύθησαν και ήλθον εις τας πόλεις των.
 
Β Παραλ. 21,10 καὶ ἀπέστη ἀπὸ Ἰούδα Ἐδὼμ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης· τότε ἀπέστη Λομνὰ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀπὸ χειρὸς αὐτοῦ, ὅτι ἐγκατέλιπε Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτοῦ·
Β Παραλ. 21,10 Τοτε οι Ιδουμαίοι απεσπάσθησαν οριστικώς από τον ιουδαϊκόν ζυγόν και έμειναν ελεύθεροι μέχρι της ημέρας αυτής. Κατά την εποχήν αυτήν απεστάτησε και η Λομνά από την κυριαρχίαν του Ιωράμ, διότι ο Ιωράμ και ο λαός του εγκατέλιπαν Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
 
Β Παραλ. 21,11 καὶ γὰρ αὐτὸς ἐποίησεν ὑψηλὰ ἐν ταῖς πόλεσιν Ἰούδα καὶ ἐξεπόρνευσε τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἀπεπλάνησε τὸν Ἰούδαν.
Β Παραλ. 21,11 Και διότι ακόμη αυτός κατεσκεύασεν υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους εις τας πόλστου βασιλείου του Ιούδα, ωδήγησε τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ εις την φαυλότητα και απεπλάνησεν όλους τους Ιουδαίους προς την ειδωλολατρείαν.
 
Β Παραλ. 21,12 καὶ ἦλθεν αὐτῷ ἐν γραφῇ παρὰ Ἠλιοὺ τοῦ προφήτου λέγων· τάδε λέγει Κύριος Θεὸς Δαυὶδ τοῦ πατρός σου· ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐπορεύθης ἐν ὁδῷ Ἰωσαφὰτ τοῦ πατρός σου καὶ ἐν ὁδοῖς Ἀσὰ βασιλέως Ἰούδα
Β Παραλ. 21,12 Τοτε εκ μέρους του προφήτου Ηλιού έφθασε προς αυτόν γραπτή προφητεία, η οποία έλεγεν· “αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Δαυίδ του προπάτορός σου· Επειδή συ δεν εβάδισες τον δρόμον της ευσεβείας του πατρός σου Ιωσαφάτ, όπως επίσης και τους ευσεβείς δρόμους του βασιλέως των Ιουδαίων Ασά,
 
Β Παραλ. 21,13 καὶ ἐπορεύθης ἐν ὁδοῖς βασιλέων Ἰσραὴλ καὶ ἐξεπόρνευσας τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλήμ, ὡς ἐξεπόρνευσεν οἶκος Ἀχαάβ, καὶ τοὺς ἀδελφούς σου υἱοὺς τοῦ πατρός σου τοὺς ἀγαθοὺς ὑπὲρ σὲ ἀπέκτεινας,
Β Παραλ. 21,13 αλλά αντιθέτως επορεύθης τους δρόμους της ασεβείας των βασιλέων του Ισραήλ και εξώθησες προς την ειδωλολατρείαν τους Ιουδαίους και τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, όπως έκαμε και ο οίκος του Αχαάβ, και επειδή εφόνευσες τους αδελφούς σου, τους υιούς του πατρός σου, οι οποίοι ήσαν καλύτεροι από σέ,
 
Β Παραλ. 21,14 ἰδοὺ Κύριος πατάξει σε πληγὴν μεγάλην ἐν τῷ λαῷ σου καὶ ἐν τοῖς υἱοῖς σου καὶ ἐν γυναιξί σου καὶ ἐν πάσῃ τῇ ἀποσκευῇ σου.
Β Παραλ. 21,14 ιδού ο Κυριος θα στείλη εναντίον σου μεγάλην συμφοράν, όπως και εναντίον του λαού σου και εναντίον των υιών σου και των γυναικών σου και εναντίον όλων, όσα σου ανήκουν.
 
Β Παραλ. 21,15 καὶ σὺ ἐν μαλακίᾳ πονηρᾷ, ἐν νόσῳ κοιλίας, ἕως οὗ ἐξέλθῃ ἡ κοιλία σου μετὰ τῆς μαλακίας ἐξ ἡμερῶν εἰς ἡμέρας.
Β Παραλ. 21,15 Και συ ο ίδιος θα προσβληθής από σκληράν και οδυνηράν ασθένειαν, ασθένειαν της κοιλίας, ώστε τα έντερά σου θα εξέρχωνται εξ αιτίας της νόσου αυτής από την κοιλίαν σου από ημέρας εις ημέραν”.
 
Β Παραλ. 21,16 καὶ ἐπήγειρε Κύριος ἐπὶ Ἰωρὰμ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ τοὺς Ἄραβας καὶ τοὺς ὁμόρους τῶν Αἰθιόπων,
Β Παραλ. 21,16 Ο Κυριος εξήγειρεν εναντίον του Ιωράμ τους Φιλισταίους, τους Αραβας και τους γείτονας των Αιθιόπων.
 
Β Παραλ. 21,17 καὶ ἀνέβησαν ἐπὶ Ἰούδαν καὶ κατεδυνάστευον καὶ ἀπέστρεψαν πᾶσαν τὴν ἀποσκευήν, ἣν εὗρον ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως, καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ τὰς θυγατέρας αὐτοῦ, καὶ οὐ κατελείφθη αὐτῷ υἱός, ἀλλ᾿ ἢ Ὀχοζίας ὁ μικρότατος τῶν υἱῶν αὐτοῦ.
Β Παραλ. 21,17 Αυτοί επήλθον εναντίον της Ιουδαίας, διεσπάρησαν μέσα εις αυτήν, την ελεηλάτουν και επήραν όλα τα πλούτη, τα οποία ευρήκαν στο βασιλικόν ανάκτορον. Επί πλέον συνέλαβαν τους υιούς του βασιλέως και τας θυγατέρας και δεν απέμεινεν εις αυτόν παρά ένας, ο μικρότερος από προς υιούς του, ο Οχοζίας.
 
Παραλ. 21,18 καὶ μετὰ ταῦτα πάντα ἐπάταξεν αὐτὸν Κύριος εἰς τὴν κοιλίαν μαλακίαν, ᾗ οὐκ ἔστιν ἰατρεία.
Παραλ. 21,18
 
Β Παραλ. 21,19 καὶ ἐγένετο ἐξ ἡμερῶν εἰς ἡμέρας, καὶ ὡς ἦλθε καιρὸς τῶν ἡμερῶν ἡμέρας δύο, ἐξῆλθεν ἡ κοιλία αὐτοῦ μετὰ τῆς νόσου, καὶ ἀπέθανεν ἐν μαλακίᾳ πονηρᾷ. καὶ οὐκ ἐποίησεν ὁ λαὸς αὐτοῦ ἐκφορὰν καθὼς ἐκφορὰν πατέρων αὐτοῦ.
Β Παραλ. 21,19 Καθώς δε επερνούσαν αι ημέραι, κατά το τέλος των ημερών του δευτέρου έτους, εβγήκαν εξ αιτίας της νόσου του τα έντερά του από την κοιλίαν του και έτσι αυτός απέθανεν από την οδυνηράν αυτήν νόσον. Ο ιουδαϊκός λαός δεν τον εκήδευσεν, όπως εκήδευσε τους προπάτοράς του.
 
Β Παραλ. 21,20 ἦν τριάκοντα καὶ δύο ἐτῶν, ὅτε ἐβασίλευσε, καὶ ὀκτὼ ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ ἐπορεύθη οὐκ ἐν ἐπαίνῳ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυὶδ καὶ οὐκ ἐν τάφοις τῶν βασιλέων.
Β Παραλ. 21,20 Ο Ιωράμ ήτο τριάκοντα δύο ετών, όταν ανεκηρύχθη βασιλεύς. Εβασίλευσεν επί οκτώ έτη εις την Ιερουσαλήμ. Απέθανε χωρίς κανείς να είπη έπαινον τινα δι' αυτόν και ετάφη εις την πόλιν Δαυίδ, όχι όμως στους τάφους των βασιλέων.
 
Κεφάλαιο 22ο
Β Παραλ. 22,1 Καὶ ἐβασίλευσαν οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ τὸν Ὀχοζίαν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μικρὸν ἀντ᾿ αὐτοῦ, ὅτι πάντας τοὺς πρεσβυτέρους ἀπέκτεινε τὸ ἐπελθὸν ἐπ᾿ αὐτοὺς λῃστήριον, οἱ Ἄραβες καὶ οἱ Ἀλιμοζονεῖς· καὶ ἐβασίλευσεν Ὀχοζίας υἱὸς Ἰωρὰμ βασιλέως Ἰούδα.
Β Παραλ. 22,1 Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ ανεκήρυξαν ως βασιλέα των αντί του Ιωράμ τον μικρότερον υιόν του τον Οχοζίαν, διότι τους μεγαλυτέρους αδελφούς του Οχοζία είχον φονεύσει οι επιδραμόντες εναντίον της Ιουδαίας λησταί, Αραβες και Αλιμοζονείς. Ετσι ο Οχοζίας, ο υιός του Ιωράμ, έγινε βασιλεύς του βασιλείου του Ιούδα.
 
Β Παραλ. 22,2 ὢν ἐτῶν εἴκοσιν Ὀχοζίας ἐβασίλευσε καὶ ἐνιαυτὸν ἕνα ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Γοθολία θυγάτηρ Ἀμβρί.
Β Παραλ. 22,2 Είκοσι ετών ήτο ο Οχοζίας, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον. Επί ένα έτος εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Γοθολία και ήτο εγγονή του Αμβρί.
 
Β Παραλ. 22,3 καὶ οὗτος ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ οἴκου Ἀχαάβ, ὅτι μήτηρ αὐτοῦ ἦν σύμβουλος τοῦ ἁμαρτάνειν·
Β Παραλ. 22,3 Και αυτός ο Οχοζίας επορεύθη τον ασεβή δρόμον του οίκου Αχαάβ, διότι η ασεβής μητέρα του ήτο κακή σύμβουλός του, που τον παρώτρυνε προς την αμαρτίαν.
 
Β Παραλ. 22,4 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου ὡς οἶκος Ἀχαάβ, ὅτι αὐτοὶ ἦσαν αὐτῷ σύμβουλοι μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ, τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτόν,
Β Παραλ. 22,4 Επραξε το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου, όπως και ο οίκος του Αχαάβ. Εξέκλινε δε προς την ειδωλολατρείαν, διότι μετά τον θάνατον του πατρός του είχεν ως συμβούλους του ανθρώπους του Αχαάβ, οι οποίοι ειργάζοντο δια την καταστροφήν του.
 
Β Παραλ. 22,5 καὶ ἐν ταῖς βουλαῖς αὐτῶν ἐπορεύθη καὶ ἐπορεύθη μετὰ Ἰωρὰμ υἱοῦ Ἀχαὰβ βασιλέως Ἰσραὴλ εἰς πόλεμον ἐπὶ Ἀζαὴλ βασιλέα Συρίας εἰς Ῥαμὼθ Γαλαάδ· καὶ ἐπάταξαν οἱ τοξόται τὸν Ἰωράμ.
Β Παραλ. 22,5 Τας συμβουλάς των ανθρώπων αυτών ηκολούθησε και εξεστράτευσε μαζή με τον Ιωράμ, υιόν του Αχαάβ βασιλέως των Ισραηλιτών, εναντίον του Αζαήλ, βασιλέως της Συρίας, και εναντίον της πόλεως Ραμώθ της χώρας Γαλαάδ. Συροι όμως τοξόται εκτύπησαν αυτόν και τον επλήγωσαν.
 
Β Παραλ. 22,6 καὶ ἐπέστρεψεν Ἰωρὰμ τοῦ ἰατρευθῆναι εἰς Ἰεζράελ ἀπὸ τῶν πληγῶν, ὧν ἐπάταξαν αὐτὸν οἱ Σύροι ἐν Ῥαμὼθ ἐν τῷ πολεμεῖν αὐτὸν πρὸς Ἀζαὴλ βασιλέα Συρίας· καὶ Ὀχοζίας υἱὸς Ἰωρὰμ βασιλεὺς Ἰούδα κατέβη θεάσασθαι τὸν Ἰωρὰμ υἱὸν Ἀχαὰβ εἰς Ἰεζράελ, ὅτι ἠῤῥώστει.
Β Παραλ. 22,6 Ο Ιωράμ επανήλθεν εις Ιεζράελ, δια να θεραπευθή από τας πληγάς, που του είχαν προξενήσει οι Συροι εις την Ραμώθ, όταν αυτός επολεμούσε εναντίον του βασιλέως της Συρίας του Αζαήλ. Ο Οχοζίας, ο υιός του Ιωράμ βασιλεύς του βασιλείου Ιούδα, ήλθε να επισκεφθή τον Ιωράμ, υιόν του Αχαάβ, εις την Ιεζράελ, όπου αυτός έμενεν ασθενής.
 
Β Παραλ. 22,7 καὶ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐγένετο καταστροφὴ Ὀχοζίᾳ ἐλθεῖν πρὸς Ἰωράμ· καὶ ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν ἐξῆλθε μετ᾿ αὐτοῦ Ἰωρὰμ πρὸς Ἰοὺ υἱὸν Ναμεσσεΐ χριστὸν Κυρίου εἰς τὸν οἶκον Ἀχαάβ.
Β Παραλ. 22,7 Κατά παραχώρησιν Θεού μετέβη ο Οχοζίας προς καταστροφήν του εις επίσκεψιν του Ιωράμ, διότι όταν αυτός έφθασεν εκεί, εβγήκε μαζή με τον Ιωράμ, δια να μεταβούν εις συνάντησιν Ιού, του υιού του Ναμεσσεΐ, ο οποίος πάλιν ήρχετο προς αυτούς. Ο Ιού είχε χρισθή από τον προφήτην του Κυρίου (τον Ηλιού), δια να καταστρέψη τον οίκον Αχαάβ.
 
Β Παραλ. 22,8 καὶ ἐγένετο ὡς ἐξεδίκησεν Ἰοὺ τὸν οἶκον Ἀχαάβ, καὶ εὗρε τοὺς ἄρχοντας Ἰούδα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς Ὀχοζίου λειτουργοῦντας τῷ Ὀχοζίᾳ καὶ ἀπέκτεινεν αὐτούς.
Β Παραλ. 22,8 Οταν ο Ιού ετιμωρούσε εκ μέρους του Θεού τον οίκον του Αχαάβ, συνήντησε τους άρχοντας του Ιούδα και τους υιούς του αδελφού του Οχοζίου, οι οποίοι υπηρετούσαν τον Οχοζίαν και τους εφόνευσε.
 
Β Παραλ. 22,9 καὶ εἶπε τοῦ ζητῆσαι τὸν Ὀχοζίαν, καὶ κατέλαβον αὐτὸν ἰατρευόμενον ἐν Σαμαρείᾳ καὶ ἤγαγον αὐτὸν πρὸς Ἰού, καὶ ἀπέκτεινεν αὐτὸν καὶ ἔθαψαν αὐτόν, ὅτι εἶπαν· υἱὸς Ἰωσαφάτ ἐστιν, ὃς ἐζήτησε τὸν Κύριον ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. καὶ οὐκ ἦν ἐν οἴκῳ Ὀχοζίᾳ κατισχῦσαι δύναμιν περὶ τῆς βασιλείας.
Β Παραλ. 22,9 Απεφάσισε δε να αναζητήση και τον Οχοζίαν. Οι άνθρωποί του ευρήκαν αυτόν να νοσηλεύεται εις την Σαμάρειαν. Τον συνέλαβαν και τον ωδήγησαν προς τον Ιού, ο οποίος και τον εφόνευσε. Οι Ιουδαίοι όμως τον έθαψαν, διότι είπον· “αυτός είναι υιός του Ιωσαφάτ, ο οποίος με όλην του την καρδίαν ελάτρευσε τον Κυριον”. Από δε την οικογένειαν του Οχοζίου δεν υπήρχε κανένας άνδρας με επαρκή δύναμιν, δια να αναλάβη την βασιλείαν.
 
Β Παραλ. 22,10 Καὶ Γοθολία ἡ μήτηρ Ὀχοζίου εἶδεν ὅτι τέθνηκεν ὁ υἱὸς αὐτῆς καὶ ἠγέρθη καὶ ἀπώλεσε πᾶν τὸ σπέρμα τῆς βασιλείας ἐν οἴκῳ Ἰούδα.
Β Παραλ. 22,10 Η Γοθολία, η μήτηρ του Οχοζίου, όταν επληροφορήθη ότι εφονεύθη ο υιός της, εσηκώθη και εφόνευσεν όλους τους απογόνους του βασιλικού οίκου του Ιούδα.
 
Β Παραλ. 22,11 καὶ ἔλαβεν Ἰωσαβὲθ θυγάτηρ τοῦ βασιλέως τὸν Ἰωὰς υἱὸν Ὀχοζίου καὶ ἔκλεψεν αὐτὸν ἐκ μέσου υἱῶν τοῦ βασιλέως τῶν θανατουμένων καὶ ἔδωκεν αὐτὸν καὶ τὴν τροφὸν αὐτοῦ εἰς ταμιεῖον τῶν κλινῶν· καὶ ἔκρυψεν αὐτὸν Ἰωσαβὲθ θυγάτηρ τοῦ βασιλέως Ἰωράμ, ἀδελφὴ Ὀχοζίου, γυνὴ Ἰωδαὲ τοῦ ἱερέως, καὶ ἔκρυψεν αὐτὸν ἀπὸ προσώπου τῆς Γοθολίας, καὶ οὐκ ἀπέκτεινεν αὐτόν.
Β Παραλ. 22,11 Η Ιωσαβέθ όμως, κόρη του βασιλέως, επήρε τον Ιωάς, υιόν του Οχοζίου, κρυφά ανάμεσα από τα άλλα παιδιά του βασιλέως, όταν εκείνοι εθανατώνοντο από την Γοθολίαν, και έθεσεν αυτόν και την τροφόν του εις ένα απόκρυφον κοιτώνα. Εκεί η Ιωσαβέθ, η θυγάτηρ του βασιλέως Ιωράμ, η οποία ήτο αδελφή του Οχοζίου, σύζυγος του αρχιερέως Ιωδαέ, τον έκρυψεν από το πρόσωπον της Γοθολίας. Ετσι δε η Γοθολία δεν εθανάτωσε και αυτόν.
 
Β Παραλ. 22,12 καὶ ἦν μετ᾿ αὐτοῦ ἐν οἴκῳ τοῦ Θεοῦ κατακεκρυμμένος ἓξ ἔτη, καὶ Γοθολία ἐβασίλευσεν ἐπὶ τῆς γῆς.
Β Παραλ. 22,12 Ο Ιωάς έμεινε κρυμμένος στον ναόν του Θεού επί εξ έτη. Η δε Γοθολία εβασίλευσε κατά τα έτη αυτά εις την Ιουδαίαν.
 
Κεφάλαιο 23ο
Β Παραλ. 23,1 Καὶ ἐν τῷ ἔτει τῷ ὀγδόῳ ἐκραταίωσεν Ἰωδαὲ καὶ ἔλαβε τοὺς ἑκατοντάρχους, τὸν Ἀζαρίαν υἱὸν Ἰωρὰμ καὶ τὸν Ἰσμαὴλ υἱὸν Ἰωανὰν καὶ τὸν Ἀζαρίαν υἱὸν Ὠβὴδ καὶ τὸν Μαασαίαν υἱὸν Ἀδαΐα καὶ τὸν Ἐλισαφὰν υἱὸν Ζαχαρίου, μεθ᾿ ἑαυτοῦ εἰς οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 23,1 Κατά το όγδοον έτος ο αρχιερεύς Ιωδαέ αναθαρρήσας εκάλεσε τους εκατοντάρχους, τον Αζαρίαν, υιόν του Ιωράμ, τον Ισμαήλ υιόν του Ιωανάν, τον Αζαρίαν υιόν του Ωβήδ, τον Μαασαίαν υιόν του Αδαΐα και τον Ελισαφάν υιόν του Ζαχαρίου, και ήλθε μαζή με αυτούς στον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 23,2 καὶ ἐκύκλωσαν τὸν Ἰούδαν καὶ συνήγαγον τοὺς Λευίτας ἐκ πασῶν τῶν πόλεων Ἰούδα καὶ ἄρχοντας πατριῶν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἦλθον εἰς Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 23,2 Από εκεί διεσπάρησαν αυτοί κύκλω ανά την χώραν του βασιλείου Ιούδα, συνεκέντρωσαν τους Λευίτας από όλας τας πόλστου Ιούδα και τους αρχηγούς των φυλών του Ισραήλ και ήλθον με αυτούς εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 23,3 καὶ διέθεντο πᾶσα ἡ ἐκκλησία Ἰούδα διαθήκην ἐν οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μετὰ τοῦ βασιλέως, καὶ ἔδειξεν αὐτοῖς τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ ὁ υἱὸς τοῦ βασιλέως βασιλευσάτω, καθὼς ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ τὸν οἶκον Δαυίδ.
Β Παραλ. 23,3 Ολη αυτή η συγκέντρωσις υπέγραψε συμφωνίαν στον ναόν του Θεού με τον εκεί ευρισκόμενον νεαρόν βασιλέα. Ο Ιωδαέ έδειξεν εις αυτούς τον Ιωάς, τον υιόν του βασιλέως, και τους είπεν· “Ιδού ο νόμιμος υιός του βασιλέως. Αυτός πρέπει να βασιλεύση, όπως ο Θεός ώρισε δια τον οίκον του Δαυίδ.
 
Β Παραλ. 23,4 νῦν ὁ λόγος οὗτος, ὃν ποιήσετε· τὸ τρίτον ἐξ ὑμῶν εἰσπορευέσθωσαν τὸ σάββατον, τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν, καὶ εἰς τὰς πύλας τῶν εἰσόδων,
Β Παραλ. 23,4 Θα σας είπω δε τώρα, τι προς τον σκοπόν αυτόν πρέπει να κάμετε. Το εν τρίτον από σας τους ιερείς και τους Λευίτας, οι οποίοι θα εισέλθετε κατά το Σαββατον εις την υπηρεσίαν του ναού, θα καταλάβετε τας πύλας των είσοδων προς τον ναόν.
 
Β Παραλ. 23,5 καὶ τὸ τρίτον ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως, καὶ τὸ τρίτον ἐν τῇ πύλῃ τῇ μέσῃ, καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἐν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 23,5 Το άλλο εν τρίτον θα ευρίσκεται στο βασιλικόν ανάκτορον και το τελευταίον τρίτον θα ευρίσκεται εις την μέσην πύλην. Ολος δε ο άλλος λαός θα ευρίσκεται εις τας αυλάς του ναού του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 23,6 καὶ μὴ εἰσελθέτω εἰς οἶκον Κυρίου ἐὰν μὴ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται καὶ οἱ λειτουργοῦντες τῶν Λευιτῶν· αὐτοὶ εἰσελεύσονται, ὅτι ἅγιοί εἰσι, καὶ πᾶς ὁ λαὸς φυλασσέτω φυλακὰς Κυρίου.
Β Παραλ. 23,6 Εις τον ναόν του Κυρίου δεν θα εισέλθη κανείς άλλος, ειμή μόνον οι ιερείς και οι Λευίται και εκείνοι από τους Λευίτας, οι οποίοι θα έχουν υπηρεσίαν στον ναόν. Αυτοί θα εισέλθουν, διότι είναι καθιερωμένοι και άξιοι να εισέλθουν. Ολος ο άλλος λαός θα τηρήση την εντολήν του Κυρίου και βα μείνη έξω από τον ιερόν χώρον.
 
Β Παραλ. 23,7 καὶ κυκλώσουσιν οἱ Λευῖται τὸν βασιλέα κύκλῳ, ἀνδρὸς σκεῦος σκεῦος ἐν χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ὁ εἰσπορευόμενος εἰς τὸν οἶκον ἀποθανεῖται· καὶ ἔσονται μετὰ τοῦ βασιλέως ἐκπορευομένου καὶ εἰσπορευομένου αὐτοῦ.
Β Παραλ. 23,7 Οι ωρισμένοι αυτοί Λευίται θα περιβάλλουν προστατευτικώς τον βασιλέα κρατούντες ο καθένας εις τα χέρια του το όπλον του. Οιοσδήποτε άλλος τολμήση να εισέλθη στον ναόν, θα φονευθή. Αυτοί θα είναι μαζή με τον βασιλέα και θα ακολουθούν αυτόν, όπου εκείνος εισέρχεται και εξέρχεται”.
 
Β Παραλ. 23,8 καὶ ἐποίησαν οἱ Λευῖται καὶ πᾶς Ἰούδα κατὰ πάντα, ὅσα ἐνετείλατο αὐτοῖς Ἰωδαὲ ὁ ἱερεύς, καὶ ἔλαβον ἕκαστος τοὺς ἄνδρας αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς τοῦ σαββάτου ἕως ἐξόδου τοῦ σαββάτου, ὅτι οὐ κατέλυσεν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τὰς ἐφημερίας.
Β Παραλ. 23,8 Οι Λευίται και όλοι οι Ιουδαίοι έκαμαν ακριβώς, όπως τους είχε διατάξει ο αρχιερεύς ο Ιωδαέ. Επήρεν ο καθένας από αυτούς τους άνδρας του, οι οποίοι θα ανελάμβαναν υπηρεσίαν στον ναόν κατά το Σαββατον, όπως επίσης και εκείνους των οποίων η υπηρεσία έληγε και θα εξήρχοντο. Ο αρχιερεύς Ιωδαέ δεν επέτρεψεν εις καμμίαν από τας ιερατικάς τάξεις, που έληγεν η υπηρεσία της, να φύγη από τον ναόν και διαλυθή.
 
Β Παραλ. 23,9 καὶ ἔδωκεν Ἰωδαὲ τὰς μαχαίρας καὶ τοὺς θυρεοὺς καὶ τὰ ὅπλα, ἃ ἦν τοῦ βασιλέως Δαυίδ, ἐν οἴκῳ τοῦ Θεοῦ.
Β Παραλ. 23,9 Ο ίδιος ο αρχιερεύς παρέδωκεν εις αυτούς τας μαχαίρας, τας μεγάλας ασπίδας και τα όπλα, τα οποία ανήκον στον βασιλέα Δαυίδ και ήσαν αποτεθειμένα στον ναόν του Θεού.
 
Β Παραλ. 23,10 καὶ ἔστησε τὸν λαὸν πάντα, ἕκαστον ἐν τοῖς ὅπλοις αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς ὠμίας τοῦ οἴκου τῆς δεξιᾶς ἕως τῆς ὠμίας τῆς ἀριστερᾶς τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ οἴκου ἐπὶ τὸν βασιλέα κύκλῳ.
Β Παραλ. 23,10 Ετοποθέτησεν όλον τον λαόν, καθένα ωπλισμένον με το όπλον του, από την δεξιάν πλευράν του ναού μέχρι την αριστεράν πλευράν αυτού πλησίον στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και στον ναόν εις τρόπον, ώστε να περιβάλλουν τον βασιλέα κύκλω.
 
Β Παραλ. 23,11 καὶ ἐξήγαγε τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ ἔδωκεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ βασίλειον καὶ τὰ μαρτύρια, καὶ ἐβασίλευσαν καὶ ἔχρισαν αὐτὸν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ εἶπαν· ζήτω ὁ βασιλεύς.
Β Παραλ. 23,11 Τοτε ο Ιωδαέ έβγαλεν από τον ναόν τον Ιωάς, τον υιόν του βασιλέως, έθεσεν επάνω εις αυτόν το βασιλικόν διάδημα, έδωσεν εις τα χέρια του τον Νομον και αφού ο αρχιερεύς Ιωδαέ και οι υιοί του τον έχρισαν, τον ανεκήρυξαν βασιλέα και εκραύγασαν· “ζήτω ο βασιλεύς”.
 
Β Παραλ. 23,12 καὶ ἤκουσε Γοθολία τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ τρεχόντων καὶ ἐξομολογουμένων καὶ αἰνούντων τὸν βασιλέα καὶ εἰσῆλθε πρὸς τὸν βασιλέα εἰς οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 23,12 Οταν η Γοθολία ήκουσε τας φωνάς των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι έτρεχαν και εφώναζαν δοξάζοντες και αινούντες τον βασιλέα, εισήλθε και αυτή στον ιερόν χώρον του ναού του Κυρίου, όπου ευρίσκετο ο βασιλεύς.
 
Β Παραλ. 23,13 καὶ εἶδε καὶ ἰδοὺ ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τῆς στάσεως αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῆς εἰσόδου οἱ ἄρχοντες καὶ αἱ σάλπιγγες καὶ οἱ ἄρχοντες περὶ τὸν βασιλέα, καὶ πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς ηὐφράνθη καὶ ἐσάλπισαν ταῖς σάλπιγξι καὶ οἱ ᾄδοντες ἐν τοῖς ὀργάνοις ᾠδοὶ καί ὑμνοῦντες αἶνον· καὶ διέῤῥηξε Γοθολία τὴν στολὴν αὐτῆς καὶ ἐβόησεν· ἐπιτιθέμενοι ἐπιτίθεσθε.
Β Παραλ. 23,13 Παρετήρησε και αίφνης είδε τον βασιλέα επί ενός βάθρου παρά την είσοδον της αυλής του ναού. Πλησίον αυτού και περί αυτόν ήσαν οι άρχοντες, οι σαλπιγκταί, όλοι οι άρχοντες γύρω από τον βασιλέα και όλος ο λαός της χώρας, οι οποίοι και έχαιραν. Οι σαλπιγκταί εσάλπιζαν με τας σάλπιγγας αυτών, οι ψάλται με τα μουσικά των όργανα ανέπεμπαν αίνους και ωδάς. Η Γοθολία, όταν είδεν όλα αυτά, έσχισε την βασιλικήν της στολήν και εφώναξε· “σεις, λοιπόν, συνωμοτήσατε και επιτίθεσθε εναντίον μου”.
 
Β Παραλ. 23,14 καὶ ἐξῆλθεν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεύς, καὶ ἐνετείλατο Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τοῖς ἑκατοντάρχοις καὶ τοῖς ἀρχηγοῖς τῆς δυνάμεως καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐκβάλετε αὐτὴν ἐκτὸς τοῦ οἴκου καὶ εἰσέλθατε ὀπίσω αὐτῆς, καὶ ἀποθανέτω μαχαίρᾳ· ὅτι εἶπεν ὁ ἱερεύς· μὴ ἀποθανέτω ἐν οἴκῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 23,14 Ο αρχιερεύς Ιωδαέ εβγήκεν από εκεί, όπου ευρίσκετο. Διέταξε τους εκατοντάρχους και τους άλλους αρχηγούς της στρατιωτικής δυνάμεως και τους είπε· “διώξτε αυτήν έξω από τον ναόν, ακολουθήσατέ την και ας εκτελεσθή δια μαχαίρας”. Τούτο δε έγινε, διότι ο αρχιερεύς είχεν είπει· “δεν πρέπει να φονευθή αυτή εντός του ιερού χώρου”.
 
Β Παραλ. 23,15 καὶ ἔδωκαν αὐτῇ ἄνεσιν καὶ διῆλθε διὰ τῆς πύλης τῶν ἱππέων τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως, καὶ ἐθανάτωσαν αὐτὴν ἐκεῖ.
Β Παραλ. 23,15 Εδωσαν εις αυτήν δίοδον, αυτή δε εξήλθε δια της θύρας των ιππέων του βασιλικού ανακτόρου. Εκεί δε και την εθανάτωσαν.
 
Β Παραλ. 23,16 καὶ διέθετο Ἰωδαὲ διαθήκην ἀνὰ μέσον αὐτοῦ καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ βασιλέως εἶναι λαὸν τῷ Κυρίῳ.
Β Παραλ. 23,16 Ο αρχιερεύς Ιωδαέ έκλεισε συμφωνίαν μεταξύ αυτού, του λαού και του βασιλέως, να είναι όλοι λαός του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 23,17 καὶ εἰσῆλθε πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς εἰς οἶκον Βάαλ καὶ κατέσπασαν αὐτὸν καὶ τὰ θυσιαστήρια αὐτοῦ καὶ τὰ εἴδωλα αὐτοῦ ἐλέπτυναν καὶ τὸν Ματθὰν ἱερέα Βάαλ ἐθανάτωσαν ἐναντίον τῶν θυσιαστηρίων αὐτοῦ.
Β Παραλ. 23,17 Κατόπιν ο λαός των Ιουδαίων εισώρμησεν στον ναόν του Βααλ και κατέστρεψεν αυτόν και τα θυσιαστήριά του. Τα είδωλα αυτού εκονιορτοποίησε και εφόνευσαν τον ιερέα του Βααλ, τον Ματθάν ενώπιον των θυσιαστηρίων αυτού.
 
Β Παραλ. 23,18 καὶ ἐνεχείρισεν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τὰ ἔργα οἴκου Κυρίου διὰ χειρὸς ἱερέων καὶ Λευιτῶν καὶ ἀνέστησε τὰς ἐφημερίας τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν, ἃς διέστειλε Δαυὶδ ἐπὶ τὸν οἶκον Κυρίου καὶ ἀνενέγκαι ὁλοκαυτώματα Κυρίῳ, καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Μωυσῆ, ἐν εὐφροσύνῃ καὶ ἐν ᾠδαῖς διὰ χειρὸς Δαυίδ.
Β Παραλ. 23,18 Ο αρχιερεύς Ιωδαέ ενεπιστεύθη τα έργα του ναού του Κυρίου εις την εποπτείαν των ιερέων και των Λευιτών. Αποκατέστησε τας τάξεις των ιερέων και των Λευιτών, όπως είχεν ορίσει ο Δαυίδ, στον ναόν του Κυρίου, δια να προσφέρουν τα ολοκαυτώματα στον Κυριον σύμφωνα με όσα είναι γραμμένα στον Νομον του Μωϋσέως. Αυτό έγινε με χαράν και με άσματα, όπως άλλωστε και ο Δαυίδ είχε δώσει εντολήν.
 
Β Παραλ. 23,19 καὶ ἔστησαν οἱ πυλωροὶ ἐπὶ τὰς πύλας οἴκου Κυρίου, καὶ οὐκ εἰσελεύσεται ἀκάθαρτος εἰς πᾶν πρᾶγμα.
Β Παραλ. 23,19 Ετοποθετήθησαν οι θυρωροί εις τας πύλας του ναού του Κυρίου, δια να μη εισέρχεται εκεί δι' οιονδήποτε λόγον κανένας νομικώς ακάθαρτος.
 
Β Παραλ. 23,20 καὶ ἔλαβε τοὺς πατριάρχας καὶ τοὺς δυνατοὺς καὶ τοὺς ἄρχοντας τοῦ λαοῦ καὶ πάντα τὸν λαὸν τῆς γῆς καὶ ἐπεβίβασαν τὸν βασιλέα εἰς οἶκον Κυρίου, καὶ εἰσῆλθε διὰ τῆς πύλης τῆς ἐσωτέρας εἰς τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως, καὶ ἐκάθισαν τὸν βασιλέα ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς βασιλείας.
Β Παραλ. 23,20 Ο Ιωδαέ επήρε μαζή του τους αρχηγούς των φυλών, τους επ' εξουσίαις και τους άρχοντας του λαού και όλον τον ιουδαϊκόν λαόν και έφεραν εν πομπή τον βασιλέα στον ναόν του Κυρίου. Από εκεί αυτός εισήλθε δια της εσωτερικής πύλης στο βασιλικόν ανάκτορον. Ενεθρόνισαν εκεί τον βασιλέα επί του βασιλικού θρόνου.
 
Β Παραλ. 23,21 καὶ ηὐφράνθη πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς, καὶ ἡ πόλις ἡσύχασε, καὶ τὴν Γοθολίαν ἐθανάτωσαν μαχαίρᾳ.
Β Παραλ. 23,21 Με όλα αυτά τα γεγονότα ηυφράνθη όλος ο ιουδαϊκός λαός της χώρας, η δε πόλις Ιερουσαλήμ ησύχασε. Την Γοθολίαν είχον ήδη θανατώσει δια μαχαίρας.
 
Κεφάλαιο 24ο
Β Παραλ. 24,1 Ὢν ἐτῶν ἑπτὰ Ἰωὰς ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ τεσσαράκοντα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Σαβιὰ ἐκ Βηρσαβεέ.
Β Παραλ. 24,1 Επτά ετών ήτο ο Ιωάς, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον. Εβασίλευσε δε εις την Ιερουσαλήμ επί τεσσαράκοντα έτη. Η μητέρα του ωνομάζετο Σαβιά και κατήγετο από την Βηρσαβέε.
 
Β Παραλ. 24,2 καὶ ἐποίησεν Ἰωὰς τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας Ἰωδαὲ τοῦ ἱερέως.
Β Παραλ. 24,2 Ο Ιωάς έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, εφ' όσον χρόνον εζούσε ο αρχιερεύς Ιωδαέ.
 
Β Παραλ. 24,3 καὶ ἔλαβεν Ἰωδαέ δύο γυναῖκας ἑαυτῷ, καὶ ἐγέννησαν υἱοὺς καὶ θυγατέρας.
Β Παραλ. 24,3 Ο Ιωδαέ επήρε δια τον Ιωάς δύο συζύγους, αι οποίαι εγέννησαν εις αυτόν υιούς και θυγατέρας.
 
Β Παραλ. 24,4 καὶ ἐγένετο μετά ταῦτα καί ἐγένετο ἐπὶ καρδίαν Ἰωὰς ἐπισκευάσαι τὸν οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 24,4 Επειτα από αυτά τα γεγονότα επεθύμησεν ο Ιωάς, να επισκευάση τον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 24,5 καὶ συνήγαγε τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς Λευίτας καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐξέλθατε εἰς τὰς πόλεις Ἰούδα καὶ συναγάγετε ἀπὸ παντὸς Ἰσραὴλ ἀργύριον κατισχῦσαι τὸν οἶκον Κυρίου ἐνιαυτὸν κατ᾿ ἐνιαυτὸν καὶ σπεύσατε λαλῆσαι· καὶ οὐκ ἔσπευσαν οἱ Λευῖται.
Β Παραλ. 24,5 Δια τον σκοπόν αυτόν συνεκέντρωσε τους ιερείς και τους Λευίτας και τους είπεν· “εβγάτε εις τας πόλστου βασιλείου του Ιούδα και δι' εράνου συγκεντρώσατε κάθε χρόνον αργύριον, δια να επισκευάσετε τον ναόν του Κυρίου. Σπεύσατε να αναγγείλετε αυτό στους Ισραηλίτας”. Οι Λευίται όμως και οι ιερείς δεν έδειξαν προθυμίαν να εκτελέσουν την εντολήν.
 
Β Παραλ. 24,6 καὶ ἐκάλεσεν ὁ βασιλεὺς Ἰωὰς τὸν Ἰωδαέ τὸν ἄρχοντα καὶ εἶπεν αὐτῷ· διατί οὐκ ἐπεσκέψω περὶ τῶν Λευιτῶν τοῦ εἰσενέγκαι ἀπὸ Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλὴμ τὸ κεκριμένον ὑπὸ Μωυσῆ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐξεκκλησίασε τὸν Ἰσραὴλ εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου;
Β Παραλ. 24,6 Ο βασιλεύς Ιωάς εκάλεσε τον αρχιερέα Ιωδαέ και του είπε· “διατί δεν επέβλεψες στους Λευίτας, ώστε να εισπράξουν αυτοί από το βασίλειον του Ιούδα και από την Ιερουσαλήμ τον φόρον, τον ορισθέντα στους Ισραηλίτας από τον Μωϋσήν, τον άνθρωπον αυτόν του Θεού, τον οποίον φόρον αυτός ώρισεν, όταν συνεκέντρωσε τον ισραηλιτικόν λαόν ενώπιον της Σκηνής του Μαρτυρίου;
 
Β Παραλ. 24,7 ὅτι Γοθολία ἦν ἡ ἄνομος, καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῆς κατέσπασαν τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ· καὶ γὰρ τὰ ἅγια οἴκου Κυρίου ἐποίησαν ταῖς Βααλίμ.
Β Παραλ. 24,7 Διότι, όπως γνωρίζετε, η παράνομος Γοθολία και τα παιδιά της επέφεραν μεγάλας καταστροφάς στον οίκον του Θεού, και αυτά τα ιερά μέρη του ναού του Κυρίου τα μετέβαλαν εις τόπον λατρείας των αγαλμάτων του Βααλ”.
 
Β Παραλ. 24,8 καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· γενηθήτω γλωσσόκομον καὶ τεθήτω ἐν πύλῃ οἴκου Κυρίου ἔξω·
Β Παραλ. 24,8 Ο βασιλεύς τότε διέταξεν· “ας κατασκευασθή ένα χρηματοκιβώτιον και ας τοποθετηθή έξω από τον ναόν του Κυρίου, παρά την πύλην.
 
Β Παραλ. 24,9 καὶ κηρυξάτωσαν ἐν Ἰούδᾳ καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ εἰσενέγκαι Κυρίῳ, καθὼς εἶπε Μωυσῆς παῖς τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ.
Β Παραλ. 24,9 Κηρυκες δε ας διαλαλήσουν εις όλην την Ιουδαίαν και την Ιερουσαλήμ να προσφέρη ο,τι ο καθένας είναι υποχρεωμένος στον Κυριον, τον φόρον τον οποίον διέταξεν ο Μωϋσής, ο δούλος αυτός του Θεού, προς τους Ισραηλίτας, όταν αυτοί ευρίσκοντο εις την έρημον”.
 
Β Παραλ. 24,10 καὶ ἔδωκαν πάντες ἄρχοντες καὶ πᾶς ὁ λαὸς καὶ εἰσέφερον καὶ ἐνέβαλλον εἰς τὸ γλωσσόκομον, ἕως οὗ ἐπληρώθη,
Β Παραλ. 24,10 Ολοι οι άρχοντες και όλος ο λαός έδωκαν τας εισφοράς των, τας οποίας και έρριπταν εις αυτό το κιβώτιον, έως ότου εγέμισεν.
 
Β Παραλ. 24,11 καὶ ἐγένετο ὡς εἰσέφερον τὸ γλωσσόκομον πρὸς τοὺς προστάτας τοῦ βασιλέως διὰ χειρὸς τῶν Λευιτῶν καὶ ὡς εἶδον ὅτι ἐπλεόνασε τὸ ἀργύριον, καὶ ἦλθεν ὁ γραμματεὺς τοῦ βασιλέως καὶ ὁ προστάτης τοῦ ἱερέως τοῦ μεγάλου καὶ ἐξεκένωσαν τὸ γλωσσόκομον καὶ κατέστησαν εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ· οὕτως ἐποίουν ἡμέραν ἐξ ἡμέρας καὶ συνήγαγον ἀργύριον πολύ.
Β Παραλ. 24,11 Οταν δε το κιβώτιον αυτό μετεφέρθη δια των χειρών των Λευιτών στους βασιλικούς επόπτας, είδον αυτοί ότι υπήρχεν εντός του κιβωτίου πολύ, πάρα πολύ αργύριον. Ο γραμματεύς του βασιλέως και ο αντιπρόσωπος του αρχιερέως ήλθον, εξεκένωσαν το κιβώτιον αυτό και το ετοποθέτησαν πάλιν στον τόπον του. Αυτό έκαναν κάθε φοράν, που το κιβώτιον εγέμιζεν με αργυρά νομίσματα. Με τον τρόπον αυτόν συνεκέντρωσαν πολύ αργύριον.
 
Β Παραλ. 24,12 καὶ ἔδωκεν αὐτὸ ὁ βασιλεὺς καὶ Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τοῖς ποιοῦσι τὰ ἔργα εἰς ἐργασίαν οἴκου Κυρίου, καὶ ἐμισθοῦντο λατόμους καὶ τέκτονας ἐπισκευάσαι τὸν οἶκον Κυρίου καὶ χαλκεῖς σιδήρου καὶ χαλκοῦ ἐπισκευάσαι τὸν οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 24,12 Ο βασιλεύς Ιωάς και ο Ιωδαέ ο αρχιερεύς έδωκαν αυτό το αργύριον εις εκείνους, οι οποίοι θα ανελάμβαναν τα έργα της επισκευής του ναού του Κυρίου. Αυτοί δε εμίσθωσαν λατόμους και κτίστας, δια να επισκευάσουν τον ναόν του Κυρίου όπως επίσης και σιδηρουργούς, δια να κατεργασθούν τον σίδηρον και τον χαλκόν προς επισκευήν του ναού του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 24,13 καὶ ἐποίουν οἱ ποιοῦντες τὰ ἔργα, καὶ ἀνέβη μῆκος τῶν ἔργων ἐν χερσὶν αὐτῶν καὶ ἀνέστησαν τὸν οἶκον Κυρίου ἐπὶ τὴν στάσιν αὐτοῦ καὶ ἐνίσχυσαν.
Β Παραλ. 24,13 Ετσι οι εργάται ειργάζοντο εντατικά και το έργον της ανακαινίσεως επροχωρούσε εις τα χέρια των, μέχρις ότου αποκατέστησαν τον ναόν του Θεού σύμφωνα με το σχέδιόν του και τον εστερέωσαν.
 
Β Παραλ. 24,14 καὶ ὡς συνετέλεσαν, ἤνεγκαν πρὸς τὸν βασιλέα καὶ πρὸς Ἰωδαὲ τὸ κατάλοιπον τοῦ ἀργυρίου, καὶ ἐποίησαν σκεύη εἰς οἶκον Κυρίου, σκεύη λειτουργικὰ ὁλοκαυτωμάτων καὶ θυΐσκας χρυσᾶς καὶ ἀργυρᾶς· καὶ ἀνήνεγκαν ὁλοκαυτώσεις ἐν οἴκῳ Κυρίου διαπαντὸς πάσας τὰς ἡμέρας Ἰωδαέ.
Β Παραλ. 24,14 Οταν δε ετελείωσαν το έργον των, έφεραν στον βασιλέα Ιωάς και τον αρχιερέα Ιωδαέ το υπόλοιπον αργύριον και κατεσκεύασαν με αυτό ιερά σκεύη δια τον ναόν του Κυρίου. Σκεύη δια την προσφοράν των ολοκαυτωμάτων, όπως επίσης και θυμιατήρια μικρά, αργυρά και χρυσά. Εκτοτε δε προσέφεραν ολοκαυτώματα στον ναόν του Κυρίου καθ' όλας τας ημέρας, κατά τας οποίας εζούσεν ο αρχιερεύς Ιωδαέ.
 
Β Παραλ. 24,15 Καὶ ἐγήρασεν Ἰωδαὲ πλήρης ἡμερῶν καὶ ἐτελεύτησεν ὢν ἑκατὸν καὶ τριάκοντα ἐτῶν ἐν τῷ τελευτᾶν αὐτόν·
Β Παραλ. 24,15 Ο Ιωδαέ, πλήρης ημερών, εγήρασε και απέθανε. Οταν απέθανεν, ήτο ηλικίας εκατόν τριάκοντα ετών.
 
Β Παραλ. 24,16 καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν πόλει Δαυὶδ μετὰ τῶν βασιλέων, ὅτι ἐποίησεν ἀγαθωσύνην μετὰ Ἰσραὴλ καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ οἴκου αὐτοῦ.
Β Παραλ. 24,16 Τον έθαψαν εις την πόλιν Δαυίδ, εις την Ιερουσαλήμ, μαζή με τους βασιλείς, διότι είχε κάμει πολλά καλά έργα στον ισραηλιτικόν λαόν, στον Θεόν και στον ναόν του Θεού.
 
Β Παραλ. 24,17 καὶ ἐγένετο μετὰ τὴν τελευτὴν Ἰωδαὲ εἰσῆλθον οἱ ἄρχοντες Ἰούδα καὶ προσεκύνησαν τὸν βασιλέα· τότε ἐπήκουσεν αὐτοῖς ὁ βασιλεύς.
Β Παραλ. 24,17 Μετά τον θάνατον του Ιωδαέ ασεβείς άρχοντες παρουσιάσθησαν πρας τον βασιλέα Ιωάς και τον προσεκύνησαν. Αυτός τους εδέχθη και τους ήκουσε με προσοχήν.
 
Β Παραλ. 24,18 καὶ ἐγκατέλιπον τὸν οἶκον Κυρίου Θεοῦ τῶν πατέρων αὐτῶν καὶ ἐδούλευον ταῖς Ἀστάρταις καὶ τοῖς εἰδώλοις· καὶ ἐγένετο ὀργὴ ἐπὶ Ἰούδαν καὶ ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.
Β Παραλ. 24,18 Αυτοί είχαν εγκαταλείψει τον ναόν του Κυρίου, του Θεού των πατέρων των, και ελάτρευαν τα είδωλα της Αστάρτης και διάφορα είδωλα άλλων θεών. Δια τούτο εξέσπασεν οργή Κυρίου εναντίον του λαού των Ιουδαίων και της Ιερουσαλήμ κατά την ημέραν εκείνην.
 
Β Παραλ. 24,19 καὶ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς προφήτας ἐπιστρέψαι πρὸς Κύριον, καὶ οὐκ ἤκουσαν· καὶ διεμαρτύρατο αὐτοῖς, καὶ οὐχ ὑπήκουσαν.
Β Παραλ. 24,19 Ο Θεός έστειλεν εις αυτούς προφήτας, δια να επιστρέψουν προς τον Κυριον. Εκείνοι όμως δεν υπήκουσαν. Ο Θεός διεμαρτυρήθη εναντίον των, άλλα και πάλιν αυτοί δεν υπήκουσαν.
 
Β Παραλ. 24,20 καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐνέδυσε τὸν Ἀζαρίαν τὸν τοῦ Ἰωδαὲ τὸν ἱερέα καὶ ἀνέστη ἐπάνω τοῦ λαοῦ καὶ εἶπε· τάδε λέγει Κύριος· τί παραπορεύεσθε τὰς ἐντολὰς Κυρίου; καὶ οὐκ εὐοδωθήσεσθε, ὅτι ἐγκατελίπετε τὸν Κύριον, καὶ ἐγκαταλείψει ὑμᾶς.
Β Παραλ. 24,20 Τοτε Πνεύμα Θεού ενεδυνάμωσε τον Αζαρίαν τον αρχιερέα, υιόν του Ιωδαέ, ο οποίος εσηκώθη ενώπιον του λαού και είπε· “αυτά λέγει ο Κυριος· Διατί παραβαίνετε τας εντολάς του Κυρίου; Δεν θα ευοδωθούν τα έργα σας και δεν θα ευημερήσετε, διότι έχετε εγκαταλείψει τον Κυριον και ο Κυριος θα σας εγκαταλείψη”.
 
Β Παραλ. 24,21 καὶ ἐπέθεντο αὐτῷ καὶ ἐλιθοβόλησαν αὐτὸν δι᾿ ἐντολῆς Ἰωὰς τοῦ βασιλέως ἐν αὐλῇ οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 24,21 Αυτοί όμως επετέθησαν εναντίον του Αζαρίου και τον εφόνευσαν με λιθοβολισμόν, κατόπιν εντολής του βασιλέως Ιωάς, μέσα εις την αυλήν του ναού του Θεού.
 
Β Παραλ. 24,22 καὶ οὐκ ἐμνήσθη Ἰωὰς τοῦ ἐλέους, οὗ ἐποίησεν Ἰωδαὲ ὁ πατὴρ αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐθανάτωσε τὸν υἱὸν αὐτοῦ. καὶ ὡς ἀπέθνησκεν, εἶπεν· ἴδοι Κύριος καὶ κρινάτω.
Β Παραλ. 24,22 Ο βασιλεύς Ιωάς ελησμόνησε το καλόν, που είχε κάμει εις αυτόν ο Ιωδαέ, ο πατήρ του φονευθέντος, και αυτός ανταποδίδων κακόν αντί καλού εθανάτωσε τον υιόν εκείνου. Ο Αζαριας, όταν απέθνησκεν είπεν· “ας ίδη ο Κυριος την αδικίαν αυτήν και ας κρίνη”.
 
Β Παραλ. 24,23 καὶ ἐγένετο μετὰ τὴν συντέλειαν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἀνέβη ἐπ᾿ αὐτὸν δύναμις Συρίας καὶ ἦλθεν ἐπὶ Ἰούδαν καὶ ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ κατέφθειραν πάντας τοὺς ἄρχοντας τοῦ λαοῦ ἐν τῷ λαῷ καὶ πάντα τά σκῦλα αὐτῶν ἀπέστειλαν τῷ βασιλεῖ Δαμασκοῦ·
Β Παραλ. 24,23 Οταν ετελείωσε το έτος αυτό, εξεστράτευσεν εναντίον του Ιωάς ο στρατός της Συρίας. Αυτοί επήλθον ενάντιον της Ιουδαίας και της Ιερουσαλήμ και κατέκοψαν ανάμεσα στον λαόν όλους τους αρχηγούς του λαού. Επήραν λάφυρα και έστειλαν όλα τα λάφυρά των στον βασιλέα της Δαμασκού.
 
Β Παραλ. 24,24 ὅτι ἐν ὀλίγοις ἀνδράσι παρεγένετο δύναμις Συρίας, καὶ ὁ Θεὸς παρέδωκεν εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν δύναμιν πολλὴν σφόδρα, ὅτι ἐγκατέλιπον Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν· καὶ μετὰ Ἰωὰς ἐποίησε κρίματα.
Β Παραλ. 24,24 Ο στρατός των Συρων, ο οποίος είχεν έλθει, ήτο ολιγάριθμος. Ο Θεός όμως παρέδωκεν εις τας χείρας αυτών την πολύ μεγάλην στρατιωτικήν δύναμιν των Ιουδαίων, διότι αυτοί είχον εγκαταλείψει Κυριον τον Θεόν των πατέρων των. Ετσι ο Θεός δια του στρατού των Συρων ετιμώρησε τας παρανομίας του Ιωάς.
 
Β Παραλ. 24,25 καὶ μετὰ τὸ ἀπελθεῖν αὐτοὺς ἀπ᾿ αὐτοῦ, ἐν τῷ ἐγκαταλιπεῖν αὐτὸν ἐν μαλακίαις μεγάλαις καὶ ἐπέθεντο αὐτῷ οἱ παῖδες αὐτοῦ ἐν αἵμασιν υἱοῦ Ἰωδαέ τοῦ ἱερέως καὶ ἐθανάτωσαν αὐτὸν ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ, καὶ ἀπέθανε· καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν πόλει Δαυὶδ καὶ οὐκ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν τῷ τάφῳ τῶν βασιλέων.
Β Παραλ. 24,25 Οταν αυτοί απεμακρύνθησαν, αφήκαν τον Ιωάς με πολλάς και μεγάλας ασθενείας. Οι δούλοι του έκαμαν τότε συνωμοσίαν, επετέθησαν ενάντίον του και τον εφόνευσαν επάνω εις την κλίνην του, τιμωρούντες έτσι το αθώον αίμα του υιού του αρχιερέως Ιωδαέ. Κατ' αυτόν τον τρόπον απέθανεν ο Ιωάς. Οι Ιουδαίοι τον έθαψαν εις την πόλιν Δαυίδ εις την Ιερουσαλήμ, όχι όμως στον τάφον των βασιλέων.
 
Β Παραλ. 24,26 καὶ οἱ ἐπιθέμενοι ἐπ᾿ αὐτὸν Ζαβὲδ ὁ τοῦ Σαμαὰθ ὁ Ἀμμανίτης καὶ Ἰωζαβὲδ ὁ τοῦ Σομαρὼθ ὁ Μωαβίτης
Β Παραλ. 24,26 Οι επιτεθέντες και φονεύσαντες τον Ιωάς δούλοι του ήσαν ο Ζαβέδ υιός του Σαμαάθ ο Αμμανίτης, και ο Ιωζαβέδ υιός του Σομαρώθ ο Μωαβίτης
 
Β Παραλ. 24,27 καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ πάντες, καὶ προσῆλθον αὐτῷ οἱ πέντε. καὶ τὰ λοιπὰ ἰδοὺ γεγραμμένα ἐπὶ τὴν γραφὴν τῶν βασιλέων· καὶ ἐβασίλευσεν Ἀμασίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 24,27 με όλα τα παιδιά του, μάλιστα δε πέντε από αυτούς ήλθον μαζή του. Τα υπόλοιπα από τα έργα του Ιωάς είναι γραμμένα εις τα απομνημονεύματα του βιβλίου των βασιλέων. Αντί του Ιωάς ανεκηρύχθη βασιλεύς ο υιός του, ο Αμασίας.
 
Κεφάλαιο 25ο
Β Παραλ. 25,1 Ὢν εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν ἐβασίλευσεν Ἀμασίας καὶ εἰκοσιεννέα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Ἰωαδὲν ἀπὸ Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 25,1 Εικοσιπέντε ετών ήτο ο Αμασίας, όταν έγινε βασιλεύς. Εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ επί είκοσι εννέα έτη. Η μητέρα του ωνομάζετο Ιωαδέν και κατήγετο από την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 25,2 καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου, ἀλλ᾿ οὐκ ἐν καρδίᾳ πλήρει.
Β Παραλ. 25,2 Αυτός έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, όχι όμως με όλην του την καρδίαν.
 
Β Παραλ. 25,3 καὶ ἐγένετο ὡς κατέστη ἡ βασιλεία ἐν χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθανάτωσε τοὺς παῖδας αὐτοῦ τοὺς φονεύσαντας τὸν βασιλέα πατέρα αὐτοῦ·
Β Παραλ. 25,3 Οταν περιήλθεν εις τα χέρια του η βασιλεία, εφόνευσε τους δούλους του, οι οποίοι είχαν θανατώσει τον βασιλέα πατέρα του.
 
Β Παραλ. 25,4 καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτῶν οὐκ ἀπέκτεινε κατὰ τὴν διαθήκην τοῦ νόμου Κυρίου, καθὼς γέγραπται, ὡς ἐνετείλατο Κύριος λέγων· οὐκ ἀποθανοῦνται πατέρες ὑπὲρ τέκνων, καὶ οἱ υἱοὶ οὐκ ἀποθανοῦνται ὑπὲρ πατέρων, ἀλλ᾿ ἢ ἕκαστος τῇ ἑαυτοῦ ἁμαρτίᾳ ἀποθανοῦνται.
Β Παραλ. 25,4 Τους υιούς όμως των φονέων δεν εθανάτωσε σύμφωνα με τον Νομον του Κυρίου, όπου ρητώς αναγράφεται και ο Κυριος είπε· “δεν θα αποθνήσκουν οι πατέρες ένεκα των παιδιών των ούτε τα τέκνα θα θανατώνωνται ένεκα των πατέρων των. Αλλά ο καθένας θα θανατώνεται δια την ιδικήν του αμαρτίαν”.
 
Β Παραλ. 25,5 καὶ συνήγαγεν Ἀμασίας τὸν οἶκον Ἰούδα καὶ ἀνέστησεν αὐτοὺς κατ᾿ οἴκους πατριῶν αὐτῶν εἰς χιλιάρχους καὶ ἑκατοντάρχους ἐν παντὶ Ἰούδᾳ καὶ Ἱερουσαλήμ· καὶ ἠρίθμησεν αὐτοὺς ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω καὶ εὗρεν αὐτοὺς τριακοσίας χιλιάδας ἐξελθεῖν εἰς πόλεμον δυνατοὺς κρατοῦντας δόρυ καὶ θυρεόν.
Β Παραλ. 25,5 Ο Αμασίας συνεκέντρωσε τους άνδρας της φυλής του Ιούδα και τους κατέταξε κατά τους πατριαρχικούς οίκους των εις όλην την Ιουδαίαν και την Ιερουσαλήμ, ορίσας δι' αυτούς χιλιάρχους και εκατοντάρχους. Εκαμε δε και αρίθμησιν αυτών από είκοσι ετών και άνω και ευρήκεν, ότι ήσαν τριακόσιοι χιλιάδες, ικανοί να εξέλθουν εις πόλεμον και να κρατούν δόρυ και μεγάλην ασπίδα.
 
Β Παραλ. 25,6 καὶ ἐμισθώσατο ἀπὸ Ἰσραὴλ ἑκατὸν χιλιάδας δυνατοὺς ἰσχύϊ ἑκατὸν ταλάντων ἀργυρίου.
Β Παραλ. 25,6 Επήρε δε από το βασίλειον του Ισραήλ εκατόν χιλιάδας μισθοφόρους δυνατούς αντί εκατόν ταλάντων αργυρίου.
 
Β Παραλ. 25,7 καὶ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἦλθε πρὸς αὐτὸν λέγων· βασιλεῦ, οὐ πορεύσεται μετὰ σοῦ δύναμις Ἰσραήλ, ὅτι οὐκ ἔστι Κύριος μετά Ἰσραήλ, πάντων τῶν υἱῶν Ἐφραίμ.
Β Παραλ. 25,7 Ενας άνθρωπος του Θεού ήλθε τότε προς τον Αμασίαν και του είπε· “βασιλεύ, δεν πρέπει να πορευθή μαζή σου εις εκστρατείαν ο στρατός αυτός από τον ισραηλιτικόν λαόν, διότι ο Κυριος δεν είναι μαζή με τον λαόν αυτόν, με αυτούς τους απογόνους της φυλής του Εφραίμ.
 
Β Παραλ. 25,8 ὅτι ἐὰν ὑπολάβῃς κατισχῦσαι ἐν τούτοις, καὶ τροπώσεταί σε Κύριος ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ὅτι ἐστὶ παρὰ Κυρίου καὶ ἰσχῦσαι καὶ τροπώσασθαι.
Β Παραλ. 25,8 Διότι εάν φαντασθής δη με αυτούς θα υπερισχύσης, σου καθιστώ γνωστόν ότι ο Κυριος θα φέρη έτσι τα πράγματα, ώστε να νικηθής ενώπιον των εχθρών σου. Σκέψου ότι μόνον δια του Κυρίου θα ημπορέσης να νικήσης και να κατατροπώσης τους εχθρούς σου”.
 
Β Παραλ. 25,9 καὶ εἶπεν Ἀμασίας τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ· καὶ τί ποιήσω τὰ ἑκατὸν τάλαντα, ἃ ἔδωκα τῇ δυνάμει Ἰσραήλ; καὶ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ· ἔστι τῷ Κυρίῳ δοῦναί σοι πλεῖστα τούτων.
Β Παραλ. 25,9 Ο Αμασίας είπε τότε στον άνθρωπον του Θεού· “και τι θα γίνη με τα εκατόν τάλαντα, τα οποία έδωκα στον μισθοφορικόν αυτόν στρατόν του Ισραήλ;” Ο άνθρωπος του Θεού του απήντησεν· “στον Κυριον και Θεόν είναι δυνατόν να σου δώση περισσότερα τάλαντα, από εκείνα που συ έδωσες”.
 
Β Παραλ. 25,10 καὶ διεχώρισεν Ἀμασίας τῇ δυνάμει τῇ ἐλθούσῃ πρὸς αὐτὸν ἀπὸ Ἐφραὶμ ἀπελθεῖν εἰς τὸν τόπον αὐτῶν, καὶ ἐθυμώθησαν σφόδρα ἐπὶ Ἰούδαν καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὸν τόπον αὐτῶν ἐν ὀργῇ θυμοῦ.
Β Παραλ. 25,10 Ο Αμασίας εξεχώρισε τους στρατιώτας αυτούς τους μισθοφόρους, οι οποίοι είχον έλθει προς αυτόν από την φυλήν Εφραίμ, και τους διέταξε να επανέλθουν εις την χώραν των. Εκείνοι ωργίσθησαν πάρα πολύ εναντίον του βασιλείου του Ιούδα και επέστρεψαν στον τόπον των πλήρεις οργής.
 
Β Παραλ. 25,11 καὶ Ἀμασίας κατίσχυσε καὶ παρέλαβε τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐπορεύθη εἰς τὴν κοιλάδα τῶν ἁλῶν καὶ ἐπάταξεν ἐκεῖ τοὺς υἱοὺς Σηεὶρ δέκα χιλιάδας·
Β Παραλ. 25,11 Ο Αμασίας όμως, ενθαρρυνθείς από τα λόγια του ανθρώπου του Θεού, επήρε τον στρατόν του και εβάδισε προς την κοιλάδα των Αλών. Εκεί δε κατετρόπωσε δέκα χιλιάδας Ιδουμαίους, οι οποίοι κατοικούσαν στο όρος Σηείρ.
 
Β Παραλ. 25,12 καὶ δέκα χιλιάδας ἐζώγρησαν οἱ υἱοὶ Ἰούδα καὶ ἔφερον αὐτοὺς ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ κρημνοῦ καὶ κατεκρήμνιζον αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ἄκρου τοῦ κρημνοῦ, καὶ πάντες διεῤῥήγνυντο.
Β Παραλ. 25,12 Αλλας δέκα χιλιάδας Ιδουμαίων συνέλαβαν οι Ιουδαίοι ζώντας, τους οποίους έφεραν εις την άκραν ενός κρημνού. Από το χείλος αυτού του κρημνού τους κατεκρήμνισαν· και εκείνοι όλοι συνετρίβοντο.
 
Β Παραλ. 25,13 καὶ οἱ υἱοὶ τῆς δυνάμεως, οὓς ἀπέστρεψεν Ἀμασίας τοῦ μὴ πορευθῆναι μετ᾿ αὐτοῦ εἰς πόλεμον, καὶ ἐπέθεντο ἐπὶ τὰς πόλεις Ἰούδα ἀπὸ Σαμαρείας ἕως Βαιθωρὼν καὶ ἐπάταξαν ἐν αὐτοῖς τρεῖς χιλιάδας καὶ ἐσκύλευσαν σκῦλα πολλά.
Β Παραλ. 25,13 Οι μισθοφόροι όμως στρατιώται των Ισραηλιτών, στους οποίους ο Αμασίας δεν επέτρεψε να εκστρατεύσουν μαζή με αυτόν στον πόλεμον, επετέθησαν εναντίον των πόλεων του βασιλείου του Ιούδα, από την Σαμάρειαν έως την πόλιν Βαιθωρών. Εφόνευσαν τρεις χιλιάδες από τους Ιουδαίους και επήραν πολλά λάφυρα.
 
Β Παραλ. 25,14 καὶ ἐγένετο μετὰ τὸ ἐλθεῖν Ἀμασίαν πατάξαντα τὴν Ἰδουμαίαν καὶ ἤνεγκε πρὸς αὐτοὺς τοὺς θεοὺς υἱῶν Σηεὶρ καὶ ἔστησεν αὐτοὺς ἑαυτῷ εἰς θεοὺς καὶ ἐναντίον αὐτῶν προσεκύνει καὶ αὐτὸς αὐτοῖς ἔθυε.
Β Παραλ. 25,14 Αλλά όταν ο Αμασίας επέστρεψεν από την εκστρατείαν, κατά την οποίαν είχε νικήσει την Ιδουμαίαν, έφερε μαζή του τους θεούς του όρους Σηείρ και έστησεν αυτούς, δια να είναι ιδικοί του θεοί. Τους προοεκύνησε και προσέφερεν ο ίδιος θυσίας εις αυτούς.
 
Β Παραλ. 25,15 καὶ ἐγένετο ὀργὴ Κυρίου ἐπὶ Ἀμασίαν, καὶ ἀπέστειλεν αὐτῷ προφήτην καὶ εἶπεν αὐτῷ· τί ἐζήτησας τοὺς Θεοὺς τοῦ λαοῦ, οἳ οὐκ ἐξείλοντο τὸν λαὸν ἑαυτῶν ἐκ χειρός σου;
Β Παραλ. 25,15 Εξέσπασεν όμως εναντίον του Αμασία η οργή του Κυρίου, ο οποίος και έστειλε προς αυτόν ένα προφήτην και του είπε· “διατί συ ελάτρευσες τους θεούς του ειδωλολατρικού εκείνου λαού, οι οποίοι δεν ημπόρεσαν να βγάλουν και να σώσουν τον λαόν των από τα χέρια σου;”
 
Β Παραλ. 25,16 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ λαλῆσαι αὐτῷ πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπεν αὐτῷ· μὴ σύμβουλον τοῦ βασιλέως δέδωκά σε; πρόσεχε ἵνα μὴ μαστιγωθῇς. καὶ ἐσιώπησεν ὁ προφήτης καὶ εἶπεν, ὅτι γινώσκω ὅτι ἐβούλετο ἐπὶ σοὶ τοῦ καταφθεῖραί σε, ὅτι ἐποίησας τοῦτο καὶ οὐκ ἐπήκουσας τῆς συμβουλίας μου.
Β Παραλ. 25,16 Οταν ο προφήτης είπεν αυτά προς εκείνον, ο Αμασίας απήντησε· “μήπως και σε διώρισαν σύμβουλον εμού του βασιλέως; Πρόσεχε, μήπως σε τιμωρήσω με μαστίγωσιν”. Ο προφήτης απεσύρθη, εσιώπησε και είπεν από μέσα του· “γνωρίζω ότι ο Κυριος ηθέλησε να σε καταστρέψη. Δια τούτο και έκαμες την πράξιν αυτήν και δεν εδέχθης την συμβουλήν μου”.
 
Β Παραλ. 25,17 καὶ ἐβουλεύσατο Ἀμασίας ὁ βασιλεὺς Ἰούδα καὶ ἀπέστειλε πρὸς Ἰωὰς υἱὸν Ἰωάχαζ υἱοῦ Ἰηοὺ βασιλέα Ἰσραὴλ λέγων· δεῦρο καὶ ὀφθῶμεν προσώποις.
Β Παραλ. 25,17 Ο Αμασίας ο βασιλεύς του βασιλείου του Ιούδα εσκέφθη και έστειλεν απεσταλμένον του προς τον βασιλέα του Ισραήλ τον Ιωάς υιόν του Ιωάχαζ υιού του Ιηού, και του είπε· “έλα να λογαριασθώμεν εις την μάχην”.
 
Β Παραλ. 25,18 καὶ ἀπέστειλεν Ἰωὰς βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἀμασίαν βασιλέα Ἰούδα λέγων· ὁ ἀχοὺχ ὁ ἐν τῷ Λιβάνῳ ἀπέστειλε πρὸς τὴν κέδρον τὴν ἐν τῷ Λιβάνῳ λέγων· δὸς τὴν θυγατέρα σου τῷ υἱῷ μου εἰς γυναῖκα. καὶ ἰδοὺ ἐλεύσεται τά θηρία τοῦ ἀγροῦ τὰ ἐν τῷ Λιβάνῳ· καὶ ἦλθον τὰ θηρία καὶ κατεπάτησαν τὸν ἀχούχ.
Β Παραλ. 25,18 Ο Ιωάς ο βασιλεύς του Ισραήλ έστειλε προς τον Αμασίαν τον βασιλέα του Ιούδα ανθρώπους του, οι οποίοι και του είπαν· “η άκανθα, η οποία ευρίσκεται στο όρος Λιβανον, έστειλε προς την κέδρον προξενητήν και της είπε· Δώσε την θυγατέρα σου σύζυγον στο παιδί μου. Αλλ' αίφνης τα θηρία, τα οποία ευρίσκοντο εις την περιοχήν του Λιβάνου, ήλθον και κατεπάτησαν την άκανθαν.
 
Β Παραλ. 25,19 εἶπας· ἰδοὺ ἐπάταξα τὴν Ἰδουμαίαν καὶ ἐπαίρει σε ἡ καρδία σου ἡ βαρεῖα· νῦν κάθισον ἐν οἴκῳ σου καὶ ἱνατί συμβάλλεις ἐν κακίᾳ καὶ πεσῇ σὺ καὶ Ἰούδας μετὰ σοῦ;
Β Παραλ. 25,19 Συ είπες, συνέχισεν ο Ιωάς, ιδού υπέταξα την Ιδουμαίαν. Η καρδία σου αλαζονεύθηκε και έγινεν υπερήφανος. Τωρα, λοιπόν, σε συμβουλεύω κάθησε ήσυχος στο σπίτι σου. Διατί προκαλείς επάνω σου την δυστυχίαν, ώστε να πέσης συ και το βασίλειον του Ιούδα μαζή σου;”
 
Β Παραλ. 25,20 καὶ οὐκ ἤκουσεν Ἀμασίας, ὅτι παρὰ Κυρίου ἐγένετο τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν εἰς χεῖρας, ὅτι ἐξεζήτησε τοὺς θεοὺς τῶν Ἰδουμαίων.
Β Παραλ. 25,20 Δεν τα ήκουσεν αυτά ο Αμασίας. Αυτό έγινε κατά παραχώρησιν Θεού, δια να τον παραδώση ο Θεός εις τα χέρια των εχθρών του, επειδή αυτός κατέφυγε και ελάτρευσε τους θεούς των Ιδουμαίων.
 
Β Παραλ. 25,21 καὶ ἀνέβη Ἰωὰς βασιλεὺς Ἰσραήλ, καὶ ὤφθησαν ἀλλήλοις αὐτὸς καὶ Ἀμασίας βασιλεὺς Ἰούδα ἐν Βαιθσαμύς, ἥ ἐστι τοῦ Ἰούδα.
Β Παραλ. 25,21 Ιωάς ο βασιλεύς του Ισραήλ εξεστράτευσεν εναντίον του Αμασίου. Ηλθον αντιμέτωποι μεταξύ των ο Ιωάς και ο Αμασίας, ο βασιλεύς του Ιούδα, εις την Βαιθσαμύς, πόλιν που ευρίσκεται εις την χώραν του Ιούδα.
 
Β Παραλ. 25,22 καὶ ἐτροπώθη Ἰούδας κατὰ πρόσωπον Ἰσραήλ, καὶ ἔφυγεν ἕκαστος εἰς τὸ σκήνωμα αὐτοῦ.
Β Παραλ. 25,22 Οι Ιουδαίοι κατετροπώθησαν από τους Ισραηλίτας και έφυγαν ο καθένας εις την πόλιν του.
 
Β Παραλ. 25,23 καὶ τὸν Ἀμασίαν βασιλέα Ἰούδα τὸν τοῦ Ἰωὰς υἱοῦ Ἰωάχαζ κατέλαβεν Ἰωὰς βασιλεὺς Ἰσραὴλ ἐν Βαιθσαμὺς καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ κατέσπασεν ἀπὸ τοῦ τείχους Ἱερουσαλήμ, ἀπὸ πύλης Ἐφραὶμ ἕως πύλης γωνίας τετρακοσίους πήχεις·
Β Παραλ. 25,23 Τον δε Αμασίαν, τον βασιλέα των Ιουδαίων υιόν του Ιωάς υιού του Ιωάχαζ, συνέλαβεν ο Ιωάς ο βασιλεύς του Ισραήλ αιχμάλωτον εις την Βαιθσαμύς και τον ωδήγησεν εις την Ιερουσαλήμ. Εκεί διέταξεν ο Ιωάς και κατεδάφισαν το τείχος της Ιερουσαλήμ από την πύλην Εφραίμ μέχρι της πύλης της γωνίας εις μήκος τετρακοσίων πήχεων.
 
Β Παραλ. 25,24 καὶ πᾶν τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ εὑρεθέντα ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ παρὰ τῷ Ἀβδεδὸμ καὶ τοὺς θησαυροὺς οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ τοὺς υἱοὺς τῶν συμμίξεων καὶ ἐπέστρεψεν εἰς Σαμάρειαν.
Β Παραλ. 25,24 Επήρε δε όλον το χρυσίον και το αργύριον και όλα τα ιερά σκεύη, τα οποία ευρέθησαν στον ναόν του Κυρίου, όπως επίσης και όσα ήσαν υπό την φύλαξιν του Αβδεδόμ, και τους θησαυρούς του βασιλικού ανακτόρου και ομήρους. Φέρων όλα αυτά επέστρεψεν ο Ιωάς εις την Σαμάρειαν.
 
Β Παραλ. 25,25 καὶ ἔζησεν Ἀμασίας ὁ τοῦ Ἰωὰς βασιλεὺς Ἰούδα μετὰ τὸ ἀποθανεῖν Ἰωὰς τὸν τοῦ Ἰωάχαζ βασιλέα Ἰσραὴλ ἔτη δεκαπέντε.
Β Παραλ. 25,25 Ο Αμασίας, ο υιός του Ιωάς ο βασιλεύς του Ιούδα, έζησεν έπειτα από τον θάνατον του Ιωάς, του υιού του Ιωάχαζ του βασιλέως του Ισραήλ, δεκαπέντε έτη.
 
Β Παραλ. 25,26 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι Ἀμασίου οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι οὐκ ἰδοὺ γεγραμμένοι ἐπὶ βιβλίου βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραήλ;
Β Παραλ. 25,26 Τα υπόλοιπα έργα του Αμασίου, τα πρώτα και τα τελευταία, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον των βασιλέων του Ιούδα και του Ισραήλ;
 
Β Παραλ. 25,27 καὶ ἐν τῷ καιρῷ, ᾧ ἀπέστη Ἀμασίας ἀπὸ Κυρίου, καὶ ἐπέθεντο αὐτῷ ἐπίθεσιν, καὶ ἔφυγεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Λαχίς· καὶ ἀπέστειλαν κατόπισθεν αὐτοῦ εἰς Λαχὶς καὶ ἐθανάτωσαν αὐτὸν ἐκεῖ.
Β Παραλ. 25,27 Κατά τον καιρόν εκείνον, κατά τον οποίον ο Αμασίας είχεν αποστατήσει από τον Κυριον, μερικοί άνδρες έκαμαν συνωμοσίαν εναντίον του. Αυτός δια να σωθή, έφυγεν από την Ιερουσαλήμ και ήλθεν εις την Λαχίς. Οι συνωμόται έστειλαν όπισθεν από αυτόν άνδρας εις την Λαχίς, οι οποίοι και τον εθανάτωσαν εκεί.
 
Β Παραλ. 25,28 καὶ ἀνέλαβον αὐτὸν ἐπὶ τῶν ἵππων καὶ ἔθαψαν αὐτὸν μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυίδ.
Β Παραλ. 25,28 Το νεκρόν σώμα του το εφορτωσαν επάνω εις ίππον, το μετέφεραν εις την Ιερουσαλήμ και το έθαψαν μαζή με τους πατέρας του εις την πόλιν Δαυίδ.
 
Κεφάλαιο 26ο
Β Παραλ. 26,1 Καὶ ἔλαβε πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς τὸν Ὀζίαν, καὶ αὐτὸς υἱὸς ἑκκαίδεκα ἐτῶν, καὶ ἐβασίλευσαν αὐτὸν ἀντὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἀμασίου.
Β Παραλ. 26,1 Ολος ο ιουδαϊκός λαός επήρε και ανεκήρυξε βασιλέα τον Οζίαν. Ο Οζίας ήτο δεκαέξ ετών, όταν ανεκηρύχθη βασιλεύς αντί του πατρός του Αμασίου.
 
Β Παραλ. 26,2 αὐτὸς ᾠκοδόμησε τὴν Αἰλάθ, αὐτὸς ἐπέστρεψεν αὐτὴν τῷ Ἰούδᾳ μετὰ τὸ κοιμηθῆναι τὸν βασιλέα μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ.
Β Παραλ. 26,2 Αυτός, μετά τον θάνατον του βασιλέως πατρός του και τον ενταφιασμόν του στον τάφον των προπατόρων του, ανοικοδόμησε την Αιλάθ και επανέδωκεν αυτήν στο βασίλειον του Ιούδα.
 
Β Παραλ. 26,3 υἱὸς ἑκκαίδεκα ἐτῶν ἐβασίλευσεν Ὀζίας καὶ πεντήκοντα καὶ δύο ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Ἰεχελία ἀπὸ Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 26,3 Δεκαέξ ετών ήτο, όταν έγινε βασιλεύς ο Οζίας. Εβασίλευσε δε εις την Ιερουσαλήμ επί πεντήκοντα δύο έτη. Η μητέρα του ωνομάζετο Ιεχελία και κατήγετο από την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 26,4 καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου κατὰ πάντα, ὅσα ἐποίησεν Ἀμασίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 26,4 Αυτός έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου κατά πάντα, όπως είχε πράξει και ο πατήρ του ο Αμασίας.
 
Β Παραλ. 26,5 καὶ ἦν ἐκζητῶν τὸν Κύριον ἐν ταῖς ἡμέραις Ζαχαρίου τοῦ συνιόντος ἐν φόβῳ Κυρίου· καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ ἐζήτησε τὸν Κύριον, καὶ εὐώδωσεν αὐτῷ Κύριος.
Β Παραλ. 26,5 Αυτός ελάτρευε τον Κυριον καθ' όλον το διάστημα της ζωής του Ζαχαρίου, ανθρώπου ο οποίος κατενόει και εδίδασκεν εν φόβω Κυρίου. Κατά τας ημέρας, λοιπόν, του Ζαχαρίου ο Οζίας ελάτρευε τον Κυριον, ο δε Κυριος τον κατευώδωνεν εις όλα.
 
Β Παραλ. 26,6 καὶ ἐξῆλθε καὶ ἐπολέμησε πρὸς τοὺς ἀλλοφύλους καὶ κατέσπασε τὰ τείχη Γὲθ καὶ τὰ τείχη Ἰαβνὴ καὶ τὰ τείχη Ἀζώτου καὶ ᾠκοδόμησε πόλεις Ἀζώτου καὶ ἐν τοῖς ἀλλοφύλοις.
Β Παραλ. 26,6 Ο Οζίας εξεστράτευσε και επολέμησεν εναντίον των Φιλισταίων, τους ενίκησε και εκρήμνισε τα τα τείχη της πόλεως Γέθ, τα τείχη της πόλεως Ιαβνή, τα τείχη της Αζώτου, και οικοδόμησε πόλεις εις την περιοχήν της Αζώτου μεταξύ των Φιλισταίων.
 
Β Παραλ. 26,7 καὶ κατίσχυσεν αὐτὸν Κύριος ἐπὶ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ ἐπὶ τοὺς Ἄραβας τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς πέτρας καὶ ἐπὶ τοὺς Μιναίους.
Β Παραλ. 26,7 Ο Κυριος ενεδυνάμωσεν αυτόν εναντίον των Φιλισταίων, εναντίον των Αράβων, οι οποίοι κατοικούσαν εις την Πέτραν, και εναντίον των Μιναίων.
 
Β Παραλ. 26,8 καὶ ἔδωκαν οἱ Μιναῖοι δῶρα τῷ Ὀζίᾳ, καὶ ἦν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἕως εἰσόδου Αἰγύπτου, ὅτι κατίσχυσεν ἕως ἄνω.
Β Παραλ. 26,8 Οι Μιναίοι προσέφεραν δώρα στον Οζίαν. Η φήμη του κατέστη γνωστή έως εις τας χώρας, αι οποίαι ευρίσκοντο εις την είσοδον της Αιγύπτου. Απέκτησε δε τέτοιαν μεγάλην ψήμην, διότι είχε γίνει πολύ ισχυρός.
 
Β Παραλ. 26,9 καὶ ᾠκοδόμησεν Ὀζίας πύργους ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐπὶ τὴν πύλην τῆς γωνίας καὶ ἐπὶ τὴν πύλην τῆς φάραγγος καὶ ἐπὶ τῶν γωνιῶν καὶ κατίσχυσε.
Β Παραλ. 26,9 Ο Οζίας οικοδόμησε πύργους εις την Ιερουσαλήμ, εις την πύλην μιας γωνίας του τείχους, εις την πύλην της φάραγγος και εις τας άλλας γωνίας του τείχους, τους οποίους πύργους και ωχύρωσεν.
 
Β Παραλ. 26,10 καὶ ᾠκοδόμησε πύργους ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἐλατόμησε λάκκους πολλούς, ὅτι κτήνη πολλὰ ὑπῆρχεν αὐτῷ ἐν Σεφηλᾷ καὶ ἐν τῇ πεδινῇ καὶ ἀμπελουργοὶ ἐν τῇ ὀρεινῇ καὶ ἐν τῷ Καρμήλῳ, ὅτι γεωργὸς ἦν.
Β Παραλ. 26,10 Οικοδόμησεν επίσης πύργους εις την έρημον και ελατόμησε πολλάς δεξαμενάς, δια να συλλέγεται το ύδωρ, επειδή είχε πολλά κτήνη εις την Σεφηλάν και εις την πεδινήν, όπως επίσης και αμπελουργούς εις την ορεινήν περιοχήν και στο Καρμηλον και ταύτα, διότι αγαπούσε την γεωργίαν.
 
Β Παραλ. 26,11 καὶ ἐγένετο τῷ Ὀζίᾳ δύναμις ποιοῦσα πόλεμον καὶ ἐκπορευομένη εἰς παράταξιν εἰς πόλεμον καὶ εἰσπορευομένη εἰς παράταξιν εἰς ἀριθμόν, καὶ ἦν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν διὰ χειρὸς Ἰεϊὴλ τοῦ γραμματέως καὶ Μαασίου τοῦ κριτοῦ, διὰ χειρὸς Ἀνανίου τοῦ διαδόχου τοῦ βασιλέως.
Β Παραλ. 26,11 Ο Οζίας είχε συγκροτήσει στρατιωτικήν εμπειροπόλεμον δύναμιν, η οποία ελάμβανε μέρος εις τας πολεμικάς εκστρατείας, συγκροτημένη εις στρατιωτικά τμήματα σύμφωνα με την αρίθμησιν, την οποίαν είχε κάμει ο Ιεϊήλ ο γραμματεύς, και ο Μαασίας ο δικαστής, και ο Ανανίας ένας από τους στρατηγούς του βασιλέως.
 
Β Παραλ. 26,12 πᾶς ὁ ἀριθμὸς τῶν πατριαρχῶν τῶν δυνατῶν εἰς πόλεμον δισχίλιοι ἑξακόσιοι,
Β Παραλ. 26,12 Ολος ο αριθμός των αρχηγών του στρατού, οι οποίοι ελάμβανον μέρος στον πόλεμον, ήσαν δύο χιλιάδες εξακόσιοι.
 
Β Παραλ. 26,13 καὶ μετ᾿ αὐτῶν δύναμις πολεμικὴ τριακόσιαι χιλιάδες καὶ ἑπτακισχίλιοι καί πεντακόσιοι· οὗτοι οἱ ποιοῦντες πόλεμον ἐν δυνάμει ἰσχύος βοηθῆσαι τῷ βασιλεῖ ἐπὶ τοὺς ὑπεναντίους.
Β Παραλ. 26,13 Είχον αυτοί υπό την διοίκησίν των πολεμικήν δύναμιν τριακοσίων επτά χιλιάδων πεντακοσίων ανδρών. Αυτοί ήσαν που διηύθυναν τον πόλεμον, δια να βοηθούν τον βασιλέα εναντίον των εχθρών.
 
Β Παραλ. 26,14 καὶ ἡτοίμασεν αὐτοῖς Ὀζίας πάσῃ τῇ δυνάμει θυρεοὺς καὶ δόρατα καὶ περικεφαλαίας καὶ θώρακας καὶ τόξα καὶ σφενδόνας εἰς λίθους.
Β Παραλ. 26,14 Ο Οζίας κατεσκεύασε και έδωσεν εις όλον αυτόν τον στρατόν μεγάλας ασπίδας και δόρατα, περικεφαλαίας και θώρακας, τόξα και σφενδόνας δια λίθους.
 
Β Παραλ. 26,15 καὶ ἐποίησεν ἐν Ἱερουσαλὴμ μηχανὰς μεμηχανευμένας λογιστοῦ τοῦ εἶναι ἐπὶ τῶν πύργων καὶ ἐπὶ τῶν γωνιῶν βάλλειν βέλεσι καὶ λίθοις μεγάλοις· καὶ ἠκούσθη ἡ κατασκευὴ αὐτῶν ἕως πόῤῥω, ὅτι ἐθαυμαστώθη τοῦ βοηθῆναι, ἕως οὗ κατίσχυσε.
Β Παραλ. 26,15 Ο Οζίας κατεσκεύασεν επίσης εις την Ιερουσαλήμ πολεμικάς μηχανάς, τας οποίας εφεύρε κάποιος μηχανικός, ώστε αυταί τοποθετούμενοι εις τας γωνίας του τείχους και στους πύργους να εκτοξεύουν βέλη και μεγάλους λίθους. Η φήμη δε δια τας επινοηθείσας αυτάς πολεμικάς μηχανάς έφθασε πολύ μακράν. Είναι δε γεγονός ότι ο Οζίας κατά θαυμαστόν τρόπον εβοηθήθη από τον Θεόν, ώστε να καταστή ισχυρός.
 
Β Παραλ. 26,16 Καὶ ὡς κατίσχυσεν, ὑψώθη ἡ καρδία αὐτοῦ τοῦ καταφθεῖραι, καὶ ἠδίκησεν ἐν Κυρίῳ Θεῷ αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναὸν Κυρίου θυμιάσαι ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τῶν θυμιαμάτων.
Β Παραλ. 26,16 Οταν όμως αυτός απέκτησεν αυτήν την ισχύν υπερηφανεύθη η καρδία του, ώστε να οδηγήση αυτόν εις καταστροφήν. Ημάρτησεν ενώπιον Κυρίου του Θεού, διότι, χωρίς να έχει ιερατικόν αξίωμα, εισήλθε παρανόμως στον ναόν του Θεού, δια να προσφέρη θυμίαμα στο θυσιαστήριον των θυμιαμάτων.
 
Β Παραλ. 26,17 καὶ εἰσῆλθεν ὀπίσω αὐτοῦ Ἀζαρίας ὁ ἱερεὺς καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἱερεῖς τοῦ Κυρίου ὀγδοήκοντα υἱοὶ δυνατοὶ
Β Παραλ. 26,17 Οπίσω από αυτόν ακολουθούσεν ο αρχιερεύς Αζαρίας και μαζή με τον αρχιερέα εκατόν ογδοήκοντα ιερείς του Κυρίου, άνδρες δυνατοί.
 
Β Παραλ. 26,18 καὶ ἔστησαν ἐπὶ Ὀζίαν τὸν βασιλέα καὶ εἶπαν αὐτῷ· οὐ σοί, Ὀζία, θυμιάσαι τῷ Κυρίῳ, ἀλλ᾿ ἢ τοῖς ἱερεῦσιν υἱοῖς Ἀαρὼν τοῖς ἡγιασμένοις θυμιάσαι· ἔξελθε ἐκ τοῦ ἁγιάσματος, ὅτι ἀπέστης ἀπὸ Κυρίου, καὶ οὐκ ἔσται σοι τοῦτο εἰς δόξαν παρὰ Κυρίου Θεοῦ.
Β Παραλ. 26,18 Αυτοί αντεστάθησαν στον βασιλέα Οζίαν και του είπαν· “δεν είναι ιδικόν σου καθήκον ούτε και δικαίωμά σου, Οζία, να προσφέρης θυμίαμα στον ναόν του Κυρίου. Αυτό είναι καθήκον και δικαίωμα των ιερέων, των απογόνων του Ααρών, οι οποίοι είναι καθιερωμένοι, δια να προσφέρουν το θυμίαμα. Εβγα, λοιπόν, από τον ναόν, διότι συ έχεις πλέον αποστατήσει από τον Κυριον. Αυτή δε η πράξις, την οποίαν επιχειρείς να κάμης, κάθε άλλο παρά δόξαν παρά Θεού θα σου δώση”.
 
Β Παραλ. 26,19 καὶ ἐθυμώθη Ὀζίας, καὶ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ τὸ θυμιατήριον τοῦ θυμιάσαι ἐν τῷ ναῷ, καὶ ἐν τῷ θυμωθῆναι αὐτὸν πρὸς τοὺς ἱερεῖς καὶ ἡ λέπρα ἀνέτειλεν ἐν τῷ μετώπῳ αὐτοῦ ἐναντίον τῶν ἱερέων ἐν οἴκῳ Κυρίου ἐπάνω τοῦ θυσιαστηρίου τῶν θυμιαμάτων.
Β Παραλ. 26,19 Ο Οζίας ωργίσθη, καθ' ον χρόνον εκρατούσεν στο χέρι του το θυμιατήριον, δια να θυμιάση τον ναόν. Την ώραν ακριβώς, κατά την οποίαν αυτός είχεν οργισθή εναντίον των ιερέων, εφάνηκε λέπρα στο μέτωπόν του εκεί εμπρός στους ιερείς, στον ναόν του Κυρίου, πλησίον στο θυσιαστήριον των θυμιαμάτων.
 
Β Παραλ. 26,20 καὶ ἐπέστρεψε πρὸς αὐτὸν Ἀζαρίας ὁ ἱερεὺς ὁ πρῶτος καὶ οἱ ἱερεῖς, καὶ ἰδοὺ αὐτὸς λεπρὸς ἐν τῷ μετώπῳ· καὶ κατέσπευσαν αὐτὸν ἐκεῖθεν, καὶ γὰρ αὐτὸς ἔσπευσεν ἐξελθεῖν, ὅτι ἤλεγξεν αὐτὸν Κύριος.
Β Παραλ. 26,20 Ο αρχιερεύς Αζαρίας και οι άλλοι ιερείς εστράφησαν προς αυτόν και ιδού είδον αίφνης, ότι αυτός ήτο λεπρός στο μέτωπόν του. Τον εξεδίωξαν αμέσως από εκεί και αυτός ο ίδιος έσπευσε να εξέλθη, διότι ο Κυριος τον είχε τιμωρήσει.
 
Β Παραλ. 26,21 καὶ Ὀζίας ὁ βασιλεὺς ἦν λεπρὸς ἕως ἡμέρας τῆς τελευτῆς αὐτοῦ, καὶ ἐν οἴκῳ ἀφφουσὼθ ἐκάθητο λεπρός, ὅτι ἀπεσχίσθη ἀπὸ οἴκου Κυρίου· καὶ Ἰωάθαμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ κρίνων τὸν λαὸν τῆς γῆς.
Β Παραλ. 26,21 Ετσι δε ο Οζίας έγινε και έμεινε λεπρός έως την ημέραν του θανάτου του και κατοικούσεν εις κάποιαν απομονωμένην οικίαν, διότι ήτο λεπρός και είχε πλέον αποκοπή από τον ναόν του Κυρίου. Ο δε υιός του ο Ιωάθαμ ανέλαβε τα του οίκου του βασιλέως και εκυβερνούσε αυτός τον λαόν της χώρας.
 
Β Παραλ. 26,22 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι Ὀζίου οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι γεγραμμένοι ὑπὸ Ἰεσσίου τοῦ προφήτου.
Β Παραλ. 26,22 Τα υπόλοιπα έργα του Οζίου, τα πρώτα και τα τελευταία, έχουν γραφή από τον προφήτην Ιεσσίαν.
 
Β Παραλ. 26,23 καὶ ἐκοιμήθη Ὀζίας μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν τῷ πεδίῳ τῆς ταφῆς τῶν βασιλέων, ὅτι εἶπαν ὅτι λεπρός ἐστι. καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωάθαμ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 26,23 Ο Οζίας απέθανε και ενεταφιάσθη με τους προπάτορας αυτού εις την πεδιάδα, όπου εθάπτοντο οι βασιλείς. Δεν ενεταφιάσθη όμως στον τάφον των βασιλέων, διότι είπαν ότι αυτός είναι λεπρός. Αντί δε αυτού ανεκηρύχθη βασιλεύς ο υιός του Ιωάθαμ.
 
Κεφάλαιο 27ο
Β Παραλ. 27,1 Υἱὸς εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν Ἰωάθαμ ἐν τῷ βασιλεῦσαι αὐτὸν καὶ ἑκκαίδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Ἱερουσὰ θυγάτηρ Σαδώκ.
Β Παραλ. 27,1 Εικοσιπέντε ετών ήτο ο Ιωάθαμ, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον. Εβασίλευσεν επί δεκαέξ έτη εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Ιερουσά και ήτο θυγάτηρ του Σαδώκ.
 
Β Παραλ. 27,2 καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου κατὰ πάντα, ἃ ἐποίησεν Ὀζίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ἀλλ᾿ οὐκ εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναὸν Κυρίου, καὶ ἔτι ὁ λαὸς κατεφθείρετο.
Β Παραλ. 27,2 Αυτός έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, ακριβώς όπως είχε πράξει και ο πατήρ του ο Οζίας. Αλλά δεν εισήλθε βεβαίως παρανόμως στον ναόν του Κυρίου. Ο λαός όμως διεφθείρετο ολοέν και περισσότερον ένεκα της ασεβείας.
 
Β Παραλ. 27,3 αὐτὸς ᾠκοδόμησε τὴν πύλην οἴκου Κυρίου τὴν ὑψηλὴν καὶ ἐν τείχει τοῦ Ὀφλὰ ᾠκοδόμησε πολλά· καὶ πόλεις ᾠκοδόμησεν
Β Παραλ. 27,3 Αυτός έκτισε την άνω πύλην του ναού του Κυρίου, έκαμε πολλάς συμπληρώσεις στο τείχος του Οφλά και έκτισεν επίσης πόλεις.
 
Β Παραλ. 27,4 ἐν ὄρει Ἰούδα καὶ ἐν τοῖς δρυμοῖς καὶ οἰκήσεις καὶ πύργους.
Β Παραλ. 27,4 Εις την ορεινήν Ιουδαίαν και εις τα δάση έκτισεν επίσης οικήματα και πύργους.
 
Β Παραλ. 27,5 αὐτὸς ἐμαχέσατο πρὸς βασιλέα υἱῶν Ἀμμὼν καὶ κατίσχυσεν ἐπ᾿ αὐτόν· καὶ ἐδίδουν αὐτῷ οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν καὶ κατ᾿ ἐνιαυτὸν ἑκατὸν τάλαντα ἀργυρίου καὶ δέκα χιλιάδας κόρων πυροῦ καὶ κριθῶν δέκα χιλιάδας· ταῦτα ἔφερεν αὐτῷ βασιλεὺς υἱῶν Ἀμμὼν κατ᾿ ἐνιαυτὸν ἐν τῷ πρώτῳ ἔτει καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ καὶ τῷ τρίτῳ.
Β Παραλ. 27,5 Αυτός επολέμησεν εναντίον του βασιλέως των Αμμωνιτών, τον οποίον και κατενίκησεν. Οι δε Αμμωνίται υπεχρεώθησαν να καταβάλλουν εις αυτόν κάθε έτος εκατόν αργυρά τάλαντα, δέκα χιλιάδες κύρους σίτου και δέκα χιλιάδες κόρους κριθής. Αυτά κατέβαλλεν ο βασιλεύς των Αμμωνιτών κάθε έτος μόνον κατά το πρώτον και δεύτερον και τρίτον έτος τα κατέβαλεν.
 
Β Παραλ. 27,6 καὶ κατίσχυσεν Ἰωάθαμ, ὅτι ἡτοίμασε τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ ἐναντίον Κυρίου Θεοῦ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 27,6 Ετσι ο ' Ιωάθαμ έγινεν ισχυρός, διότι κατηύθυνε τας οδούς του ενώπιον Κυρίου του Θεού του.
 
Β Παραλ. 27,7 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι Ἰωάθαμ καὶ ὁ πόλεμος καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ ἰδοὺ γεγραμμέναι ἐπὶ βιβλίῳ βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 27,7 Τα υπόλοιπα έργα του Ιωάθαμ, όλοι οι πόλεμοί του και αι άλλαι του πράξεις ιδού, είναι γραμμένα στο βιβλίον των βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ.
 
Β Παραλ. 27,9 καὶ ἐκοιμήθη Ἰωάθαμ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἄχαζ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 27,9 Ο Ιωάθαμ απέθανε και ετάφη με τους προπάτοράς του εις την πόλιν Δαυίδ, την Ιερουσαλήμ. Αντί δε αυτού εβασίλευσεν ο υιός του Αχαζ.
 
Κεφάλαιο 29ο
Β Παραλ. 28,1 Υἱὸς εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν ἦν Ἄχαζ ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ ἑκκαίδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ οὐκ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου, ὡς Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 28,1 Ο Αχαζ ήτο εικοσιπέντε ετών, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον· εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ επί δεκαέξ έτη. Δεν έπραξεν όμως το ευάρεστον ενώπιον Κυρίου, όπως είχε πράξει ο προπάτωρ αυτού Δαυίδ.
 
Β Παραλ. 28,2 καὶ ἐπορεύθη κατὰ τὰς ὁδοὺς βασιλέων Ἰσραήλ· καὶ γὰρ γλυπτὰ ἐποίησε
Β Παραλ. 28,2 Αυτός εβάδισε τους αμαρτωλούς και ασεβείς δρόμους των βασιλέων του Ισραήλ, αφού και αγάλματα ακόμη κατεσκεύασε
 
Β Παραλ. 28,3 τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν καὶ ἔθυεν ἐν Βενεννὸμ καὶ διῆγε τὰ τέκνα αὐτοῦ διὰ πυρὸς κατὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν, ὧν ἐξωλόθρευσε Κύριος ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ,
Β Παραλ. 28,3 δια τα είδωλα των θεών των και προσέφερε θυσίας εις Βενεννόμ. Διέταξε και επερνούσαν τα παιδιά του επάνω από το εξαγνιστικόν, τάχα, πυρ, σύμφωνα με τας αποκρουστικάς συνηθείας των ειδωλολατρικών εθνών, τα οποία έθνη ο Κυριος είχε καταστρέψει ενώπιον των Ισραηλιτών.
 
Β Παραλ. 28,4 καὶ ἐθυμία ἐπὶ τῶν ὑψηλῶν καὶ ἐπὶ τῶν δωμάτων καὶ ὑποκάτω παντὸς ξύλου ἀλσώδους.
Β Παραλ. 28,4 Αυτός προσέφερεν επίσης θυμίαμα στους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, εις τα ηλιακωτά των οικιών και κάτω από κάθε άλσος της ειδωλολατρείας.
 
Β Παραλ. 28,5 καὶ παρέδωκεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ διὰ χειρὸς βασιλέως Συρίας, καὶ ἐπάταξεν ἐν αὐτῷ καὶ ᾐχμαλώτευσεν ἐξ αὐτῶν αἰχμαλωσίαν πολλὴν καὶ ἤγαγεν εἰς Δαμασκόν· καὶ γὰρ εἰς χεῖρας βασιλέως Ἰσραὴλ παρέδωκεν αὐτόν, καὶ ἐπάταξεν ἐν αὐτῷ πληγὴν μεγάλην.
Β Παραλ. 28,5 Δια τούτο Κυριος ο Θεός τον παρέδωκεν εις τα χέρια του βασιλέως της Συρίας, ο οποίος τον ενίκησεν, επήρε πολλούς άνδρας αιχμαλώτους από τους Ιουδαίους και τους έφερεν εις την Δαμασκόν. Επίσης τον παρέδωκεν ο Θεός εις τα χέρια του βασιλέως των Ισραηλιτών, ο οποίος και επροξένησε πολύ μεγάλην συμφοράν εις αυτόν.
 
Β Παραλ. 28,6 καὶ ἀπέκτεινε Φακεὲ ὁ τοῦ Ῥομελία βασιλεὺς Ἰσραὴλ ἐν Ἰούδᾳ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδας ἀνδρῶν δυνατῶν ἰσχύϊ ἐν τῷ καταλιπεῖν αὐτοὺς Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 28,6 Δηλαδή ο Φακεέ, ο υιός του Ρομελία βασιλεύς του Ισραήλ, εις μίαν και μόνην ημέραν εφόνευσεν εκατόν είκοσι χιλιάδας πολεμιστάς άνδρας από τους Ιουδαίους, διότι και αυτοί είχαν εγκαταλείψει Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
 
Β Παραλ. 28,7 καὶ ἀπέκτεινε Ζεχρὶ ὁ δυνατὸς τοῦ Ἐφραὶμ τὸν Μαασὰ τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ τὸν Ἐζρικὰν ἡγούμενον τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ τὸν Ἑλκανὰ τὸν διάδοχον τοῦ βασιλέως.
Β Παραλ. 28,7 Εξ άλλου ο Ζεχρί, ο ισχυρός πολεμιστής από την φυλήν του Εφραίμ, εφόνευσε τον Μαασά τον υιόν του βασιλέως, τον Εζρικάν αρχηγόν του βασιλικού οίκου, και τον Ελκανά πρώτον άρχοντα του βασιλέως έπειτα από αυτόν.
 
Β Παραλ. 28,8 καὶ ᾐχμαλώτισαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀπὸ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν τριακοσίας χιλιάδας, γυναῖκας καὶ υἱοὺς καὶ θυγατέρας, καὶ σκῦλα πολλὰ ἐσκύλευσαν ἐξ αὐτῶν καὶ ἤνεγκαν τὰ σκῦλα εἰς Σαμάρειαν.
Β Παραλ. 28,8 Οι Ισραηλίται ηχμαλώτισαν από τους αδελφούς των τους Ιουδαίους τριακοσίας χιλιάδας, γυναίκας, υιούς και θυγατέρας, επήραν πολλά λάφυρα από αυτούς και έφεραν αιχμαλώτους και λάφυρα εις Σαμάρειαν.
 
Β Παραλ. 28,9 καὶ ἐκεῖ ἦν ὁ προφήτης τοῦ Κυρίου, Ὠδὴδ ὄνομα αὐτῷ, καὶ ἐξῆλθεν εἰς ἀπάντησιν τῆς δυνάμεως τῶν ἐρχομένων εἰς Σαμάρειαν καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ ὀργὴ Κυρίου Θεοῦ τῶν πατέρων ὑμῶν ἐπὶ Ἰούδαν, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν, καὶ ἀπεκτείνατε ἐν αὐτοῖς ἐν ὀργῇ· καὶ ἕως τῶν οὐρανῶν ἔφθακε.
Β Παραλ. 28,9 Εις την Σαμάρειαν υπήρχεν ένας προφήτης του Κυρίου, ο οποίος ωνομάζετο Ωδήδ. Αυτός εξήλθε να προϋπαντήση τον στρατόν των Ισραηλιτών, όταν αυτοί επέστρεφαν εις την Σαμάρειαν. Οταν τους συνήντησε τους είπεν· “ιδού η οργή Κυρίου του Θεού των πατέρων μας εξέσπασεν εναντίον του βασιλείου των Ιουδαίων και ο Θεός παρέδωκεν αυτούς εις τα χέρια σας. Αλλά σεις όλους τους εξωντώσατε με τοιαύτην μανίαν, ώστε η άδικος και αγρία συμπεριφορά σας έφθασε έως στον ουρανόν.
 
Β Παραλ. 28,10 καὶ νῦν υἱοὺς Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλὴμ ὑμεῖς λέγετε κατακτήσασθαι εἰς δούλους καὶ δούλας· οὐκ ἰδού εἰμι μεθ᾿ ὑμῶν μαρτυρῆσαι Κυρίῳ Θεῷ ὑμῶν;
Β Παραλ. 28,10 Και επί πλέον σεις τώρα σκέπτεσθε και έχετε αποφασίσει να κρατήσετε ως δούλους τους άνδρας και ως δούλας σας τας γυναίκας του βασιλείου του Ιούδα. Αλλά ιδού εγώ δεν ευρίσκομαι σήμερον μαζή σας, δια να διαμαρτυρηθώ ενώπιον Κυρίου του Θεού σας δια την πράξιν σας αυτήν;
 
Β Παραλ. 28,11 καὶ νῦν ἀκούσατέ μου καὶ ἀποστρέψατε τὴν αἰχμαλωσίαν, ἣν ᾐχμαλωτεύσατε τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν, ὅτι ὀργὴ θυμοῦ Κυρίου ἐφ᾿ ὑμῖν.
Β Παραλ. 28,11 Τωρα όμώς ακούσατε αυτά, τα οποία σας λέγω· Τους αδελφούς σας, τους οποίους έχετε συλλάβει αιχμαλώτους, αφήσατέ τους ελευθέρους να επιστρέψουν εις την πατρίδα των, διότι άλλως η οργή Κυρίου του Θεού θα εκσπάση εναντίον σας”.
 
Β Παραλ. 28,12 καὶ ἀνέστησαν ἄρχοντες ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἐφραίμ, Οὐδείας ὁ τοῦ Ἰωανοῦ καὶ Βαραχίας ὁ τοῦ Μωσολαμὼθ καὶ Ἐζεκίας ὁ τοῦ Σελλὴμ καὶ Ἀμασίας ὁ τοῦ Ἐλδαΐ, ἐπὶ τοὺς ἐρχομένους ἀπὸ τοῦ πολέμου,
Β Παραλ. 28,12 Αλλά και μερικοί από τους αρχηγούς της φυλής του Εφραίμ, ο Ουδείας υιός του Ιωανού, ο Βαραχίας υιός του Μωσολαμώθ, ο Εζεκίας υιός του Σελλήμ και ο Αμασίας ο υιός του Ελδαῒ εξηγέρθησαν εναντίον εκείνων, οι οποίοι επανήρχοντο από τον πόλεμον
 
Β Παραλ. 28,13 καὶ εἶπαν αὐτοῖς· οὐ μὴ εἰσαγάγητε τὴν αἰχμαλωσίαν ὧδε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι εἰς τὸ ἁμαρτάνειν τῷ Κυρίῳ ἐφ᾿ ἡμᾶς ὑμεῖς λέγετε, προσθεῖναι ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν καὶ ἐπὶ τὴν ἄγνοιαν ἡμῶν, ὅτι πολλὴ ἡ ἁμαρτία ἡμῶν καὶ ὀργὴ θυμοῦ Κυρίου ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 28,13 και είπαν προς αυτούς· “κατ' ουδένα τρόπον θα εισαγάγετε τους αιχμαλώτους εδώ εις την πόλιν, διότι αυτό που σκέπτεσθε να πράξετε, θα θεωρηθή και ως αμαρτία ιδική μας ενώπιον του Κυρίου, όπως και σστο αντιλαμβάνεσθε, και θα προστεθή και αυτή η αμαρτία εις τας αμαρτίας μας και εις τα εξ αγνοίας σφάλματά μας. Δεν πρέπει, λοιπόν, να γίνη αυτό, διότι είναι αμαρτία μεγάλη και η φοβερά οργή του Κυρίου θα εκσπάση εναντίον του ισραηλιτικού λαού”.
 
Β Παραλ. 28,14 καὶ ἀφῆκαν οἱ πολεμισταὶ τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ τὰ σκῦλα ἐναντίον τῶν ἀρχόντων καὶ πάσης τῆς ἐκκλησίας.
Β Παραλ. 28,14 Οι Ισραηλίται στρατιώται επείσθησαν εις αυτά και έτσι αφήκαν εκεί ενώπιον των αρχόντων και όλης της συγκεντρώσεως των Ισραηλιτών ελευθέρους τους αιχμαλώτους και επέστρεψαν εις αυτούς τα λάφυρα, που είχαν πάρει.
 
Β Παραλ. 28,15 καὶ ἀνέστησαν ἄνδρες, οἳ ἐπεκλήθησαν ἐν ὀνόματι, καὶ ἀντελάβοντο τῆς αἰχμαλωσίας καὶ πάντας τοὺς γυμνοὺς περιέβαλον ἀπὸ τῶν σκύλων καὶ ἐνέδυσαν αὐτοὺς καὶ ὑπέδυσαν αὐτοὺς καὶ ἔδωκαν φαγεῖν καὶ ἀλείψασθαι καὶ ἀντελάβοντο καὶ ἐν ὑποζυγίοις παντὸς ἀσθενοῦντος καὶ κατέστησαν αὐτοὺς εἰς Ἱεριχὼ πόλιν Φοινίκων πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν, καὶ ἐπέστρεψαν εἰς Σαμάρειαν.
Β Παραλ. 28,15 Οι άνδρες, οι οποίοι είχαν αναφερθή με τα ονόματά των, εσηκώθηκαν, επήραν τους αιχμαλώτους, έδωσαν στους γυμνούς από αυτούς ενδύματα από τα λάφυρα να ενδυθούν και στους ανυποδήτους υποδήματα να φορέσουν, τους έδωκαν τροφήν να φάγουν και έλαιον δια να αλειφθούν, επεβίβασαν κάθε ασθενή εις τα ζώα και τους ωδήγησαν εις την Ιεριχώ, την πόλιν των φοινίκων, στους αδελφούς των. Κατόπιν δε επέστρεψαν εις την Σαμάρειαν.
 
Β Παραλ. 28,16 Ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς Ἄχαζ πρὸς βασιλέα Ἀσσοὺρ βοηθῆσαι αὐτῷ καὶ ἐν τούτῳ,
Β Παραλ. 28,16 Κατά την εποχήν εκείνην ο βασιλεύς Αχαζ έστειλε πρεσβείαν προς τον βασιλέα των Ασσυρίων ζητών από αυτόν να τον βοηθήση εις προκειμένην ανάγκην.
 
Β Παραλ. 28,17 ὅτι οἱ Ἰδουμαῖοι ἐπέθεντο καὶ ἐπάταξαν ἐν Ἰούδᾳ καὶ ᾐχμαλώτισαν αἰχμαλωσίαν
Β Παραλ. 28,17 Διότι οι Ιδουμαίοι είχαν επιτεθή εναντίον της Ιουδαίας, την εκτύπησαν και συνέλαβαν πολλούς αιχμαλώτους.
 
Β Παραλ. 28,18 καὶ οἱ ἀλλόφυλοι ἐπέθεντο ἐπὶ τὰς πόλεις τῆς πεδινῆς καὶ ἀπὸ λιβὸς τοῦ Ἰούδα καὶ ἔλαβον τὴν Βαιθσαμὺς καὶ τὴν Ἀϊλὼν καὶ τὴν Γαδηρὼθ καὶ τὴν Σωχὼ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ τὴν Θαμνὰ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ τὴν Γαμζὼ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ·
Β Παραλ. 28,18 Αλλά και οι Φιλισταίοι επετέθησαν εναντίον των πόλεων της πεδινής χώρας των Ιουδαίων προς δυσμάς και κατέλαβαν την Βαιθσαμύς, την Αϊλών, την Γαδηρώθ και την Σωχώ και τας γύρω από αυτήν κώμας, όπως επίσης και την Θαμνά και τας γύρω από αυτήν κώμας και την Γαμζώ και τας γύρω από αυτήν κώμας και εγκατεστάθησαν εις αυτάς.
 
Β Παραλ. 28,19 ὅτι ἐταπείνωσε Κύριος τὸν Ἰούδαν διὰ Ἄχαζ βασιλέα Ἰούδα, ὅτι ἀπέστη ἀποστάσει ἀπὸ Κυρίου.
Β Παραλ. 28,19 Τούτο δε έγινε, διότι ο Κυριος ετιμώρησε το βασίλειον των Ιουδαίων εξ αιτίας Αχαζ του βασιλέως αυτών, διότι αυτός είχεν αποστατήσει από τον Κυριον.
 
Β Παραλ. 28,20 καὶ ἦλθεν ἐπ᾿ αὐτὸν Θαγλαθφελλασὰρ βασιλεὺς Ἀσσοὺρ καὶ ἐπάταξεν αὐτόν.
Β Παραλ. 28,20 Ο βασιλεύς όμως των Ασσυρίων, ο Θαγλαθφελλασάρ, αντί να βοηθήση τον Αχαζ, επετέθη εναντίον του και τον εκτύπησε.
 
Β Παραλ. 28,21 καὶ ἔλαβεν Ἄχαζ τὰ ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ τὰ ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀρχόντων καὶ ἔδωκε τῷ βασιλεῖ Ἀσσοὺρ καὶ οὐκ εἰς βοήθειαν αὐτῷ ἦν,
Β Παραλ. 28,21 Τοτε ο Αχαζ επήρε τους θησαυρούς από τον ναόν του Κυρίου, από τα βασιλικά του ανάκτορα και από τους άρχοντας και τα έδωσεν ως φόρον στον βασιλέα των Ασσυρίων, πράγμα όμως το οποίον δεν εβοήθησεν αυτόν εις τίποτε,
 
Β Παραλ. 28,22 ἀλλ᾿ ἢ τῷ θλιβῆναι αὐτόν. καὶ προσέθηκε τοῦ ἀποστῆναι ἀπὸ Κυρίου. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Ἄχαζ·
Β Παραλ. 28,22 άλλα επεδείνωσε μάλλον την συμφοράν. Ο δε Αχαζ αντί να μετανοήση, επροχώρησε πολύ περισσότερον εις την αποστασίαν του από τον Κυριον. Είπε δε τότε και απεφάσισε·
 
Β Παραλ. 28,23 ἐκζητήσω τοὺς θεοὺς Δαμασκοῦ τοὺς τύπτοντάς με· καὶ εἶπεν ὅτι θεοὶ βασιλέως Συρίας αὐτοὶ κατισχύσουσιν αὐτούς, αὐτοῖς τοίνυν θύσω, καὶ ἀντιλήψονταί μου. καὶ αὐτοὶ ἐγένοντο αὐτῷ εἰς σκῶλον καὶ παντὶ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 28,23 “θα λατρεύσω τους ειδωλικούς θεούς της Δαμασκού, οι οποίοι και με κατενίκησαν”. Απεφάσισε δε τούτο, διότι ενόμισεν ότι οι θεοί του βασιλέως της Συρίας, αυτοί ενίσχυσαν τους Συρους εναντίον του. “Λοιπόν, είπε, θα προσφέρω θυσίας εις αυτούς και αυτοί θα με βοηθήσουν”. Η πράξις όμως αυτή του Αχαζ έγινεν αιτία νέων συμφορών εις αυτόν και εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν.
 
Β Παραλ. 28,24 καὶ ἀπέστησεν Ἄχαζ τὰ σκεύη οἴκου Κυρίου καὶ κατέκοψεν αὐτὰ καὶ ἔκλεισε τὰς θύρας οἴκου Κυρίου καὶ ἐποίησεν ἑαυτῷ θυσιαστήρια ἐν πάσῃ γωνίᾳ ἐν Ἱερουσαλήμ·
Β Παραλ. 28,24 Εν τούτοις ο Αχαζ επήρε τα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου, τα κατεκομμάτιασε, έκλεισε τας θύρας του ναού του Κυρίου και κατεσκεύασε δια τον εαυτόν του ειδωλολατρικά θυσιαστήρια εις όλας τας γωνίας των οδών της Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 28,25 καὶ ἐν πάσῃ πόλει καὶ πόλει ἐν Ἰούδᾳ ἐποίησεν ὑψηλὰ θυμιᾶν θεοῖς ἀλλοτρίοις, καὶ παρώργισαν Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 28,25 Επίσης εις όλας τας πόλστου βασιλείου του Ιούδα κατεσκεύασεν υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, δια να προσφέρεται εκεί θυμίαμα στους ξένους θεούς. Ετσι όμως αυτός και ο ιουδαϊκός λαός εξώργισαν εναντίον των Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
 
Β Παραλ. 28,26 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι αὐτοῦ καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ αἱ πρῶται καὶ ἔσχαται ἰδοὺ γεγραμμέναι ἐπὶ βιβλίῳ βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 28,26 Τα υπόλοιπα έργα αυτού και όλαι αι πράξστου, αι πρώται και αι τελευταίαι, είναι γραμμέναι στο βιβλίον των βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ.
 
Β Παραλ. 28,27 καὶ ἐκοιμήθη Ἄχαζ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυίδ, ὅτι οὐκ εἰσήνεγκαν αὐτὸν εἰς τοὺς τάφους τῶν βασιλέων Ἰσραήλ· καὶ ἐβασίλευσεν Ἐζεκίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 28,27 Ο Αχαζ απέθανε και ετάφη μαζή με τους προπάτοράς του εις την Ιερουσαλήμ. Δεν έφεραν όμως αυτόν να ενταφιασθή στους τάφους των βασιλέων του Ισραήλ. Αντί δε αυτού έγινεν βασιλεύς ο υιός του Εζεκίας.
 
Β Παραλ. 29,1 Καὶ Ἐζεκίας ἐβασίλευσεν ὢν εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν καὶ εἴκοσιν ἐννέα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Ἀββὰ θυγάτηρ Ζαχαρίου.
Β Παραλ. 29,1 Οταν ο Εζεκίας ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, ήτο ηλικίας εικοσιπέντε ετών. Εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ επί είκοσι εννέα έτη. Η μητέρα του ωνομάζετο Αββά, ήτο δε θυγάτηρ του Ζαχαρίου.
 
Β Παραλ. 29,2 καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου κατὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 29,2 Αυτός έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, καθ' όλα όσα είχε πράξει και ο προπάτωρ αυτού Δαυίδ.
 
Β Παραλ. 29,3 καὶ ἐγένετο ὡς ἔστη ἐπὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ, ἐν τῷ μηνὶ τῷ πρώτῳ ἀνέῳξε τὰς θύρας οἴκου Κυρίου καὶ ἐπεσκεύασεν αὐτάς.
Β Παραλ. 29,3 Οταν αυτός ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, αμέσως από τον πρώτον μήνα της βασιλείας του ήνοιξε τας κλειστάς θύρας του ναού του Κυρίου και έκαμεν εις αυτάς επισκευάς.
 
Β Παραλ. 29,4 καὶ εἰσήγαγε τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς Λευίτας καὶ κατέστησεν αὐτοὺς εἰς τὸ κλῖτος τὸ πρὸς ἀνατολὰς καὶ εἶπεν αὐτοῖς·
Β Παραλ. 29,4 Διέταξε να μεταβούν στον ναόν του Κυρίου οι ιερείς και οι Λευίται, τους οποίους συνεκέντρωσεν στο ανατολικόν κλίτος του ναού και τους είπε·
 
Β Παραλ. 29,5 ἀκούσατε, οἱ Λευῖται, νῦν ἁγνίσθητε καὶ ἁγνίσατε τὸν οἶκον Κυρίου Θεοῦ τῶν πατέρων ὑμῶν καὶ ἐκβάλετε τὴν ἀκαθαρσίαν ἐκ τῶν ἁγίων·
Β Παραλ. 29,5 “σεις, οι Λευίται, ακούσατέ με. Αμέσως αγνισθήτε οι ίδιοι, αγνίσατε τον οίκον Κυρίου του Θεού των πατέρων ημών και βγάλτε κάθε μολυσμόν από τους ιερούς τόπους.
 
Β Παραλ. 29,6 ὅτι ἀπέστησαν οἱ πατέρες ἡμῶν καὶ ἐποίησαν τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν καὶ ἐγκατέλιπαν αὐτὸν καὶ ἀπέστρεψαν τὸ πρόσωπον αὐτῶν ἀπὸ τῆς σκηνῆς Κυρίου καὶ ἔδωκαν αὐχένα
Β Παραλ. 29,6 Διότι, δυστυχώς, οι πατέρες μας απεστάτησαν από τον Θεόν, έπραξαν το πονηρόν ενώπιον Κυρίου του Θεού μας, εγκατέλειψαν αυτόν, απέστρεψαν το πρόσωπόν των από την Σκηνήν του Μαρτυρίου, έστρεψαν με περιφρόνησιν τις πλάτες των στον Θεόν.
 
Β Παραλ. 29,7 καὶ ἀπέκλεισαν τὰς θύρας τοῦ ναοῦ καὶ ἔσβεσαν τοὺς λύχνους καὶ θυμίαμα οὐκ ἐθυμίασαν καὶ ὁλοκαυτώματα οὐ προσήνεγκαν ἐν τῷ ἁγίῳ Θεῷ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 29,7 Αυτοί απέκλεισαν τας θύρας του ναού, έσβησαν τους λύχνους, με θυμίαμα δεν εθυμίασαν, και ολοκαυτώματα δεν προσέφεραν στον άγιον Θεόν του Ισραήλ.
 
Β Παραλ. 29,8 καὶ ὠργίσθη ὀργῇ Κύριος ἐπὶ τὸν Ἰούδαν καὶ τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἔδωκεν αὐτοὺς εἰς ἔκστασιν καὶ εἰς ἀφανισμὸν καὶ εἰς συρισμόν, ὡς ὑμεῖς ὁρᾶτε τοῖς ὀφθαλμοῖς ὑμῶν.
Β Παραλ. 29,8 Δια τούτο με μεγάλην οργήν ωργίσθη ο Κυριος εναντίον των Ιουδαίων και της Ιερουσαλήμ, έδωκεν εις αυτούς φόβον, τους παρέδωκεν στον όλεθρον και στον εμπαιγμόν, όπως σεις με τα ίδια σας τα μάτια βλέπετε.
 
Β Παραλ. 29,9 καὶ ἰδοὺ πεπλήγασιν οἱ πατέρες ὑμῶν ἐν μαχαίρᾳ, καὶ οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν καὶ αἱ γυναῖκες ὑμῶν ἐν αἰχμαλωσίᾳ ἐν γῇ οὐκ αὐτῶν, ὃ καὶ νῦν ἐστιν.
Β Παραλ. 29,9 Διότι ιδού, οι πατέρες σας έχουν θανατωθή με μάχαιραν, οι υιοί σας και αι θυγατέρες σας και αι γυναίκες σας Εχουν οδηγηθή αιχμάλωτοι εις ξένην χώραν. Και μέχρι της ημέρας αυτής είναι αιχμάλωτοι.
 
Β Παραλ. 29,10 ἐπὶ τούτοις νῦν ἐστιν ἐπὶ καρδίας διαθέσθαι διαθήκην Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἀποστρέψει τὴν ὀργὴν τοῦ θυμοῦ αὐτοῦ ἀφ᾿ ἡμῶν.
Β Παραλ. 29,10 Δι' όλα αυτά έχω πόθον και απόφασιν εις την καρδίαν μου να συνάψωμεν συμφωνίαν με Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ, ώστε να αποσύρη την οργήν του θυμού του από ημάς.
 
Β Παραλ. 29,11 καὶ νῦν μὴ διαλίπητε, ὅτι ἐν ὑμῖν ᾑρέτικε Κύριος στῆναι ἐναντίον αὐτοῦ λειτουργεῖν καὶ εἶναι αὐτῷ λειτουργοῦντας καὶ θυμιῶντας.
Β Παραλ. 29,11 Και λοιπόν, μη παραμελήσετε τίποτε από ο,τι πρέπει να κάμετε, διότι από σας εξέλεξεν ο Κυριος άνδρας να ευρίσκωνται ενώπιον του, να υπηρετούν αυτόν στον ναόν και να του προσφέρουν την θυσίαν του θυμιάματος”.
 
Β Παραλ. 29,12 καὶ ἀνέστησαν οἱ Λευῖται, Μαὰθ ὁ τοῦ Ἀμασὶ καὶ Ἰωὴλ ὁ τοῦ Ἀζαρίου ἐκ τῶν υἱῶν Καὰθ καὶ ἐκ τῶν υἱῶν Μεραρὶ Κὶς ὁ τοῦ Ἀβδὶ καὶ Ἀζαρίας ὁ τοῦ Ἰαλλελήλ, καὶ ἀπὸ τῶν υἱῶν Γεδσωνὶ Ἰωδαὰδ ὁ τοῦ Ζεμμὰθ καὶ Ἰωαδὰμ ὁ τοῦ Ἰωαχά,
Β Παραλ. 29,12 Τοτε ηγέρθησαν από τους Λευίτας ο Μαάθ υιός του Αμασί, Ιωήλ ο υιός του Αζαρίου, απόγονοι του Καάθ, και από τους απογόνους του Μεραρί ο Κις υιός του Αβδί, ο Αζαρίας υιός του Ιαλλελήλ και από τους απογόνους του Γεδσωνί ο Ιωδαάδ υιός του Ζεμμάθ, και Ιωαδάμ ο υιός του Ιωαχά.
 
Β Παραλ. 29,13 καὶ τῶν υἱῶν Ἐλισαφὰν Ζαμβρὶ καὶ Ἰεϊήλ, καὶ τῶν υἱῶν Ἀσὰφ Ζαχαρίας καὶ Ματθανίας,
Β Παραλ. 29,13 Επίσης ηγέρθησαν από τους απογόνους του Ελισαφάν ο Ζαμβρί και ο Ιεϊήλ, από τους απογόνους του Ασάφ ο Ζαχαρίας και ο Ματθανίας,
 
Β Παραλ. 29,14 καὶ τῶν υἱῶν Αἰμὰν Ἰεϊὴλ καὶ Σεμεΐ, καὶ τῶν υἱῶν Ἰδιθοὺν Σαμαίας καὶ Ὀζιήλ,
Β Παραλ. 29,14 από τους απογόνους του Αιμάν ο Ιεϊήλ και ο Σεμεΐ, από δε τους απογόνους του Ιδιθούν ο Σαμαίας και ο Οζιήλ.
 
Β Παραλ. 29,15 καὶ συνήγαγον τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν καὶ ἡγνίσθησαν κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ βασιλέως διὰ προστάγματος Κυρίου καθαρίσαι τὸν οἶκον Κυρίου.
Β Παραλ. 29,15 Αυτοί συνεκέντρωσαν τους αδελφούς των τους Λευίτας και αφού εκαθαρίσθησαν σύμφωνα με τας διατάξστου Νομου, ήλθον κατά την εντολήν του βασιλέως, ώστε σύμφωνα με τον Νομον του Κυρίου να καθαρίσουν τον οίκον του Κυρίου από τα ειδωλολατρικά μιάσματα.
 
Β Παραλ. 29,16 καὶ εἰσῆλθον οἱ ἱερεῖς ἔσω εἰς τὸν οἶκον Κυρίου ἁγνίσαι καὶ ἐξέβαλον πᾶσαν τὴν ἀκαθαρσίαν τὴν εὑρεθεῖσαν ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου καὶ εἰς τὴν αὐλὴν οἴκου Κυρίου, καὶ ἐδέξαντο οἱ Λευῖται ἐκβαλεῖν εἰς τὸν χειμάῤῥουν Κέδρων ἔξω.
Β Παραλ. 29,16 Οι ιερείς εισήλθον στο εσωτερικόν του ναού να τον εξαγνίσουν και έβγαλαν από αυτόν κάθε ειδωλολατρικόν μολυσμόν και ακαθαρσίαν, που είχεν ευρεθή στον ναόν του Κυρίου και εις την αυλήν του οίκου του Κυρίου. Αυτάς τας ακαθαρσίας οι Λευίται τας έρριψαν έξω στον χείμαρρον των Κέδρων.
 
Β Παραλ. 29,17 καὶ ἤρξαντο τῇ ἡμέρᾳ τῇ πρώτῃ νουμηνίᾳ τοῦ πρώτου μηνὸς ἁγνίσαι καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ τοῦ μηνὸς εἰσῆλθαν εἰς τὸν ναὸν Κυρίου καὶ ἥγνισαν τὸν οἶκον Κυρίου ἐν ἡμέραις ὀκτὼ καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρισκαιδεκάτῃ τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου συνετέλεσαν.
Β Παραλ. 29,17 Ο καθαρισμός ιερέων και Λευιτών ήρχισε την πρώτην ημέραν του πρώτου μηνός. Κατά δε την ογδόην ημέραν του ιδίου μηνός εισήλθον στον ναόν του Κυρίου. Επί οκτώ ημέρας εκαθάρισαν και εξήγνισαν τον ναόν του Κυρίου. Κατά την δεκάτην τρίτην του πρώτου μηνός έφεραν εις πέρας τον καθαρισμόν.
 
Β Παραλ. 29,18 καὶ εἰσῆλθαν ἔσω πρὸς Ἐζεκίαν τὸν βασιλέα καὶ εἶπαν· ἡγνίσαμεν πάντα τὰ ἐν οἴκῳ Κυρίου, τὸ θυσιαστήριον τῆς ὁλοκαυτώσεως καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ καὶ τὴν τράπεζαν τῆς προθέσεως καὶ τὰ σκεύη αὐτῆς·
Β Παραλ. 29,18 Επειτα παρουσιάσθησαν αυτοί προς τον βασιλέα τον Εζεκίαν, εις τα ανάκτορα, και του είπαν· “ημείς εξηγνίσαμεν όλα όσα υπάρχουν στον οίκον του Κυρίου, το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και τα ιερά αυτού σκεύη, την τράπεζαν της προθέσεως και τα ιερά της σκεύη.
 
Β Παραλ. 29,19 καὶ πάντα τὰ σκεύη, ἃ ἐμίανεν ὁ βασιλεὺς Ἄχαζ ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ ἐν τῇ ἀποστασίᾳ αὐτοῦ, ἡτοιμάκαμεν καὶ ἡγνίκαμεν, ἰδού ἐστιν ἐναντίον τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου.
Β Παραλ. 29,19 Εκαθαρίσαμεν όλα τα ιερά σκεύη, τα οποία κατά το διάστημα της βασιλείας του ο αποστατήσας βασιλεύς Αχαζ είχε μολύνει. Εκαθαρίσαμεν και ητοιμάσαμεν αυτά και ιδού ευρίσκονται καθαρά και αγνά ενώπιον του θυσιαστηρίου του Κυρίου”.
 
Β Παραλ. 29,20 καὶ ὤρθρισεν Ἐζεκίας ὁ βασιλεὺς καὶ συνήγαγε τοὺς ἄρχοντας τῆς πόλεως καὶ ἀνέβη εἰς οἶκον Κυρίου
Β Παραλ. 29,20 Ο βασιλεύς Εζεκίας εσηκώθη λίαν πρωϊ, συνεκέντρωσε τους άρχοντας της πόλεως, ανέβη στον ναόν του Κυρίου
 
Β Παραλ. 29,21 καὶ ἀνήνεγκε μόσχους ἑπτά, κριοὺς ἑπτά, ἀμνοὺς ἑπτά, χιμάρους αἰγῶν ἑπτὰ περὶ ἁμαρτίας, περὶ τῆς βασιλείας καὶ περὶ τῶν ἁγίων καὶ περὶ Ἰσραὴλ καὶ εἶπε τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν τοῖς ἱερεῦσιν ἀναβαίνειν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον Κυρίου.
Β Παραλ. 29,21 και προσέφερεν ως θυσίαν επτά μόσχους, επτά κριούς, επτά αμνούς και επτά τράγους θυσίαν δια τας αμαρτίας του βασιλικού οίκου, δια τας αμαρτίας των λειτουργών του ναού και γενικώς του ισραηλιτικού λαού. Ο βασιλεύς είπε τότε στους ιερείς, τους απογόνους του Ααρών, να ανεβούν στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων του Κυρίου και να προσφέρουν τας θυσίας αυτάς.
 
Β Παραλ. 29,22 καὶ ἔθυσαν τοὺς μόσχους, καὶ ἐδέξαντο οἱ ἱερεῖς τὸ αἷμα καὶ προσέχεαν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον· καὶ ἔθυσαν τοὺς κριούς, καὶ προσέχεαν τὸ αἷμα ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον· καὶ ἔθυσαν τοὺς ἀμνούς, καὶ περιέχεον τὸ αἷμα τῷ θυσιαστηρίῳ·
Β Παραλ. 29,22 Εθυσίασαν τους μόσχους, και οι ιερείς επήραν το αίμα αυτών και το έχυσαν γύρω από το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων. Εθυσίασαν κατόπιν τους κριούς, και οι ιερείς επήραν και έχυσαν το αίμα των κριών γύρω από το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων. Εθυσίασαν έπειτα τους αμνούς, οι δε ιερείς έχυσαν το αίμα αυτών γύρω από το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων.
 
Β Παραλ. 29,23 καὶ προσήγαγον τοὺς χιμάρους τοὺς περὶ ἁμαρτίας ἐναντίον τοῦ βασιλέως καὶ τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἐπέθηκαν τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπ᾿ αὐτούς,
Β Παραλ. 29,23 Κατόπιν έφεραν τους τράγους, οι οποίοι θα προσεφέροντο θυσία δια τας αμαρτίας ενώπιον του βασιλέως και των συγκεντρωθέντων Ισραηλιτών. Ο βασιλεύς και οι εκπρόσωποι του λαού έθεσαν τα χέρια των επάνω στους τράγους αυτούς.
 
Β Παραλ. 29,24 καὶ ἔθυσαν αὐτοὺς οἱ ἱερεῖς καί ἐξιλάσαντο τὸ αἷμα αὐτῶν πρὸς τὸ θυσιαστήριον καὶ ἐξιλάσαντο περὶ παντὸς Ἰσραήλ, ὅτι εἶπεν ὁ βασιλεύς, περὶ παντὸς Ἰσραὴλ ἡ ὁλοκαύτωσις καὶ τὰ περὶ ἁμαρτίας.
Β Παραλ. 29,24 Οι ιερείς έσφαξαν αυτούς και με το αίμα των, το οποίον έχυσαν στο θυσιαστήριον, εξιλέωσαν τον Θεόν δι' ολόκληρον τον ισραηλιτικόν λαόν, διότι ο βασιλεύς είχε διατάξει να προσφερθούν αυτά τα ολοκαυτώματα δια τας αμαρτίας ολοκλήρου του ισραηλιτικού λαού.
 
Β Παραλ. 29,25 καὶ ἔστησε τοὺς Λευίτας ἐν οἴκῳ Κυρίου ἐν κυμβάλοις καί ἐν νάβλαις καὶ ἐν κινύραις κατὰ τὴν ἐντολὴν Δαυὶδ τοῦ βασιλέως καὶ Γὰδ τοῦ ὁρῶντος τῷ βασιλεῖ καὶ Νάθαν τοῦ προφήτου, ὅτι διὰ ἐντολῆς Κυρίου τὸ πρόσταγμα ἐν χειρὶ τῶν προφητῶν.
Β Παραλ. 29,25 Ο βασιλεύς ετακτοποίησε τους Λευίτας στον ναόν του Κυρίου με κύμβαλα, με νάβλας, με κινύρας, όπως είχε διατάξει ο βασιλεύς Δαυίδ και ο προφήτης Γαδ στον βασιλέα Δαυίδ και ο προφήτης Ναθαν. Η τακτοποίησις αυτή των Λευιτών έγινε σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, η οποία εδόθη με πρόσταγμα δια μέσου των προφητών.
 
Β Παραλ. 29,26 καὶ ἔστησαν οἱ Λευῖται ἐν ὀργάνοις Δαυὶδ καὶ οἱ ἱερεῖς ταῖς σάλπιγξι.
Β Παραλ. 29,26 Ετσι οι Λευίται επήραν τας θέσεις των με τα μουσικά όργανα του Δαυίδ. Οι δε ιερείς είχαν εις τα χέρια των τας ιεράς σάλπιγγας.
 
Β Παραλ. 29,27 καὶ εἶπεν Ἐζεκίας ἀνενέγκαι τὴν ὁλοκαύτωσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον· καὶ ἐν τῷ ἄρξασθαι ἀναφέρειν τὴν ὁλοκαύτωσιν ἤρξαντο ᾄδειν Κυρίῳ, καὶ σάλπιγγες πρὸς τὰ ὄργανα Δαυὶδ βασιλέως Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 29,27 Ο Εζεκίας είπε να προσφέρουν τα ολοκαυτώματα στο θυσιαστήριον και κατά την στιγμήν, που ήρχισεν η προσφορά των ολοκαυτωμάτων, ήρχισαν επίσης να ψάλλουν οι ψάλται προς δόξαν του Κυρίου και αι σάλπιγγες να ηχούν συνοδευόμεναι με τα μουσικά όργανα του Δαυίδ του βασιλέως του ισραηλιτικού λαού.
 
Β Παραλ. 29,28 καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία προσεκύνει, καὶ οἱ ψαλτῳδοὶ ᾄδοντες, καὶ σάλπιγγες σαλπίζουσαι, ἕως οὗ συνετελέσθη ἡ ὁλοκαύτωσις.
Β Παραλ. 29,28 Ολοι δε τότε οι εκεί συγκεντρωθέντες προσεκύνησαν τον Θεόν, οι ψάλται έψαλλον, αι σάλπιγγες εσάλπιζον, έως ότου ετελείωσεν η πρόσφορα των ολοκαυτωμάτων.
 
Β Παραλ. 29,29 καὶ ὡς συνετέλεσαν ἀναφέροντες, ἔκαμψεν ὁ βασιλεὺς καὶ πάντες οἱ εὑρεθέντες καὶ προσεκύνησαν.
Β Παραλ. 29,29 Οταν αυτοί, που προσέφεραν τα ολοκαυτώματα, ετελείωσαν την προσφοράν των, ο βασιλεύς και όλοι όσοι ευρέθησαν εκεί έκαμψαν τα γόνατα και προσεκύνησαν τον Θεόν.
 
Β Παραλ. 29,30 καὶ εἶπεν Ἐζεκίας ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ ἄρχοντες τοῖς Λευίταις ὑμνεῖν τὸν Κύριον ἐν λόγοις Δαυὶδ καὶ Ἀσὰφ τοῦ προφήτου· καὶ ὕμνουν ἐν εὐφροσύνῃ καὶ ἔπεσον καὶ προσεκύνησαν.
Β Παραλ. 29,30 Τοτε ο βασιλεύς Εζεκίας και οι άρχοντες, που ήσαν μαζή του, είπαν στους Λευίτας να υμνούν τον Κυριον με τους ψαλμούς του Δαυίδ και του προφήτου Ασάφ. Αυτοί πράγματι υμνολογούσαν τον Θεόν με χαράν και αγαλλίασιν και έπεσαν και προσεκύνησαν αυτόν.
 
Β Παραλ. 29,31 καὶ ἀπεκρίθη Ἐζεκίας καὶ εἶπε· νῦν ἐπληρώσατε τὰς χεῖρας ὑμῶν Κυρίῳ, προσαγάγετε καί φέρετε θυσίας αἰνέσεως εἰς οἶκον Κυρίου· καὶ ἀνήνεγκεν ἡ ἐκκλησία θυσίας καὶ αἰνέσεις εἰς οἶκον Κυρίου καὶ πᾶς πρόθυμος τῇ καρδίᾳ ὁλοκαυτώσεις.
Β Παραλ. 29,31 Ο Εζεκίας ωμίλησε τότε και είπε· “τώρα με τα ίδια σας τα χέρια έχετε εκπληρώσει το καθήκον σας απέναντι του Κυρίου. Πλησιάστε και φέρτε θυσίας δοξολογίας στον ναόν του Κυρίου”. Η συγκέντρωσις προσέφερε πράγματι θυσίας και δοξολογίας στον Κυριον. Και καθένας ο οποίος είχεν ευλαβή και πρόθυμον την κοιρδίαν, προσέφερεν ολοκαυτώματα.
 
Β Παραλ. 29,32 καὶ ἐγένετο ὁ ἀριθμὸς τῆς ὁλοκαυτώσεως, ἧς ἀνήνεγκεν ἡ ἐκκλησία, μόσχοι ἑβδομήκοντα, κριοὶ ἑκατόν, ἀμνοὶ διακόσιοι· εἰς ὁλοκαύτωσιν Κυρίῳ πάντα ταῦτα.
Β Παραλ. 29,32 Ο αριθμός δε των ολοκαυτωμάτων, τα οποία προσέφεραν οι εκεί συγκεντρωθέντες, ήσαν εβδομήκοντα μόσχοι, εκατόν κριοι και διακόσιοι αμνοί. Ολα αυτά προς ολοκαύτωσιν δια τον Κυριον.
 
Β Παραλ. 29,33 καὶ οἱ ἡγιασμένοι μόσχοι ἑξακόσιοι, πρόβατα τρισχίλια.
Β Παραλ. 29,33 Εκτός δε αυτών ήσαν προωρισμένοι προς θυσίαν δια τον Θεόν εξακόσιοι μόσχοι και τρεις χιλιάδες πρόβατα.
 
Β Παραλ. 29,34 ἀλλ᾿ ἢ οἱ ἱερεῖς ἦσαν ὀλίγοι καὶ οὐκ ἠδύναντο ἐκδεῖραι τὴν ὁλοκαύτωσιν, καὶ ἀντελάβοντο αὐτῶν οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ Λευῖται, ἕως οὗ συνετελέσθη τὸ ἔργον καὶ ἕως οὗ ἡγνίσθησαν οἱ ἱερεῖς, ὅτι οἱ Λευῖται προθύμως ἥγνισαν παρὰ τοὺς ἱερεῖς.
Β Παραλ. 29,34 Οι ιερείς όμως ήσαν ολίγοι και δεν ημπορούσαν να γδέρνουν όλα αυτά τα ολοκαυτώματα, δια τούτο και τους εβοηθούσαν οι αδελφοί των οι Λευίται, έως ότου ετελείωσεν ολόκληρος η εργασία των, και μέχρις ότου ηγνίσθησαν και εκαθαρίσθησαν κατά τον Νομον και άλλοι ιερείς. Παντως οι Λευίται εφάνησαν προθυμότεροι στον εξαγνισμόν των, παρά οι ιερείς.
 
Β Παραλ. 29,35 καὶ ἡ ὁλοκαύτωσις πολλὴ ἐν τοῖς στέασι τῆς τελειώσεως τοῦ σωτηρίου καὶ τῶν σπονδῶν τῆς ὁλοκαυτώσεως· καὶ κατωρθώθη τὸ ἔργον ἐν οἴκῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 29,35 Υπήρχον πολλά ολοκαυτώματα εκ παραλλήλου προς τας ειρηνικάς θυσίας, κατά τας οποίας εκαίοντο τα λίπη, και εγίνοντο πολλαί σπονδαί οίνου μαζή με τα ολοκαυτώματα. Ετσι δε επραγματοποιήθη και αποκατεστάθη η υπηρεσία στον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 29,36 καὶ ηὐφράνθη Ἐζεκίας καὶ πᾶς ὁ λαὸς διὰ τὸ ἡτοιμακέναι τὸν Θεὸν τῷ λαῷ, ὅτι ἐξάπινα ἐγένετο ὁ λόγος.
Β Παραλ. 29,36 Ο Εζεκίας και όλος ο λαός ηυφράνθησαν, διότι ετακτοποιήθη η λατρεία του Θεού στον ναόν και διότι όλον αυτό το έργον της τακτοποιήσεως και αποκαταστάσεως έγινε τόσον σύντομα.
 
Κεφάλαιο 30ο
Β Παραλ. 30,1 Καὶ ἀπέστειλεν Ἐζεκίας ἐπὶ πάντα Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα καὶ ἐπιστολὰς ἔγραψαν ἐπὶ τὸν Ἐφραὶμ καὶ Μανασσῆ ἐλθεῖν εἰς οἶκον Κυρίου εἰς Ἱερουσαλὴμ ποιῆσαι τὸ φασὲκ τῷ Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 30,1 Ο Εζεκίας έστειλεν αγγελιαφόρος εις όλους τους ανθρώπους του βασιλείου του Ισραήλ και του βασιλείου του Ιούδα, έγραψε δε και επιστολάς προς τας φυλάς Εφραίμ και Μανασσή και προσεκάλεσεν όλους να ελθουν στον ναόν του Κυρίου εις την Ιερουσαλήμ, να εορτάσουν ομού το Πασχα προς τιμήν του Κυρίου του Θεού του Ισραήλ.
 
Β Παραλ. 30,2 καὶ ἐβουλεύσατο ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία ἐν Ἱερουσαλὴμ ποιῆσαι τὸ φασὲκ τῷ μηνὶ τῷ δευτέρῳ·
Β Παραλ. 30,2 Ο βασιλεύς, οι άρχοντές του και όλοι όσοι είχαν συγκεντρωθή εις την Ιερουσαλήμ, συνεσκέφθησαν και απεφάσισαν να εορτάσουν το Πασχα κατά τον δεύτερον μήνα.
 
Β Παραλ. 30,3 οὐ γὰρ ἠδυνάσθησαν ποιῆσαι αὐτὸ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὅτι οἱ ἱερεῖς οὐχ ἡγνίσθησαν ἱκανοί, καὶ ὁ λαὸς οὐ συνήχθη εἰς Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 30,3 Τούτο δέ, διότι δεν ημπόρεσαν να εορτάσουν αυτό κατά τον καθωρισμένον από τον Νομον πρώτον μήνα του έτους, επειδή πολλοί ιερείς δεν είχαν ακόμη αγνισθή και ο λαός δεν είχε συγκεντρωθή εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 30,4 καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐναντίον τοῦ βασιλέως καὶ ἐναντίον τῆς ἐκκλησίας.
Β Παραλ. 30,4 Αυτή η απόφασις εφάνη αρεστή στον βασιλέα και εις όλην την συγκέντρωσιν.
 
Β Παραλ. 30,5 καὶ ἔστησαν λόγον διελθεῖν κήρυγμα ἐν παντὶ Ἰσραὴλ ἀπὸ Βηρσαβεὲ ἕως Δάν, ἐλθόντας ποιῆσαι τὸ φασὲκ Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραὴλ εἰς Ἱερουσαλήμ, ὅτι πλῆθος οὐκ ἐποίησε κατά τὴν γραφήν.
Β Παραλ. 30,5 Ετσι, λοιπόν, επήραν απόφασιν να στείλουν μήνυμα εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν, από την νοτιωτέραν πόλιν την Βηρσαβεέ μέχρι της βορειοτέρας περιοχής της Δαν. Με το μήνυμα αυτό εκαλούσαν αυτούς να έλθουν να εορτάσουν το Πασχα προς τιμήν Κυρίου του Θεού του Ισραήλ εις την Ιερουσαλήμ, διότι πολύ πλήθος λαού δεν είχεν εορτάσει το Πασχα, όπως ο Νομος ώριζεν.
 
Β Παραλ. 30,6 καὶ ἐπορεύθησαν οἱ τρέχοντες σὺν ταῖς ἐπιστολαῖς παρὰ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀρχόντων εἰς πάντα Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδαν κατὰ τὸ πρόσταγμα τοῦ βασιλέως λέγοντες· οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐπιστρέψατε πρὸς Κύριον Θεὸν Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰσραήλ, καὶ ἐπιστρέψει τοὺς ἀνασεσωσμένους τοὺς καταλειφθέντας ἀπὸ χειρὸς βασιλέως Ἀσσούρ·
Β Παραλ. 30,6 Οι αγγελιαφόροι έτρεξαν έχοντες μαζή των τας επιστολάς του βασιλέως και των αρχόντων προς όλους τους Ισραηλίτας και τους Ιουδαίους, να αναγγείλουν την εντολήν του βασιλέως και να πουν· “Ισραηλίται, επιστρέψατε εν μετανοία προς Κυριον τον Θεόν του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, και ο Θεός θα επαναφέρη ελευθέρους όσους απέμειναν εις την ζωήν και ευρίσκονται αιχμάλωτοι υπό την εξουσίαν του βασιλέως των Ασσυρίων.
 
Β Παραλ. 30,7 καὶ μὴ γίνεσθε καθὼς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ ὑμῶν, οἳ ἀπέστησαν ἀπὸ Κυρίου Θεοῦ πατέρων αὐτῶν, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς ἐρήμωσιν, καθὼς ὑμεῖς ὁρᾶτε.
Β Παραλ. 30,7 Μη γίνετε και σεις όμοιοι με τους πατέρας σας και τους αδελφούς σας, οι οποίοι απεστάτησαν από Κυριον τον Θεόν των πατέρων των, ο δε Θεός παρέδωσεν αυτούς εις καταστροφήν, όπως και σεις βλέπετε με τα ίδια σας τα μάτια.
 
Β Παραλ. 30,8 καὶ νῦν μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν· δότε δόξαν Κυρίῳ τῷ Θεῷ καὶ εἰσέλθετε εἰς τὸ ἁγίασμα αὐτοῦ, ὃ ἡγίασεν εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ Θεῷ ὑμῶν, καὶ ἀποστρέψει ἀφ᾿ ὑμῶν θυμὸν ὀργῆς.
Β Παραλ. 30,8 Τωρα, λοιπόν, μη θελήσετε να σκληρύνετε και σεις τας καρδίας σας παρακούοντες τας εντολάς του Κυρίου, όπως τας εσκλήρυναν οι πατέρες σας. Δοξάσατε Κυριον τον Θεόν σας, ελάτε στον άγιον αυτού ναόν, τον οποίον καθιέρωσε και ηγίασε, δια να μένη εις αιώνας των αιώνων. Υποταχθήτε στον Κυριον και συμμορφωθήτε με το θέλημά του. Τοτε δε ο Θεός θα αποσύρη από σας και θα διαλύση την βαρείαν οργήν του.
 
Β Παραλ. 30,9 ὅτι ἐν τῷ ἐπιστρέφειν ὑμᾶς πρὸς Κύριον οἱ ἀδελφοὶ ὑμῶν καὶ τὰ τέκνα ὑμῶν ἔσονται ἐν οἰκτιρμοῖς ἔναντι πάντων τῶν αἰχμαλωτισάντων αὐτούς, καὶ ἀποστρέψει εἰς τὴν γῆν ταύτην, ὅτι ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐκ ἀποστρέψει τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀφ᾿ ὑμῶν, ἐάν ἐπιστρέψωμεν πρὸς αὐτόν.
Β Παραλ. 30,9 Εάν σεις εν μετανοία επιστρέψετε προς τον Κυριον μας, οι αδελφοί σας και τα τέκνα σας θα βρουν καλωσύνην και κατανόησιν απέναντι εκείνων, οι οποίοι τους έχουν αιχμαλωτίσει, ο δε Θεός θα τους επαναφέρη ελευθέρους εις την χώραν αυτήν, διότι ο Κυριος και Θεός ημών είναι ελεήμων και οικτίρμων. Και στο μέλλον, εάν ημείς επιστρέψωμεν και μείνωμεν πιστοί εις αυτόν, δεν θα αποστρέψη το πρόσωπόν του από σας”.
 
Β Παραλ. 30,10 καὶ ἦσαν οἱ τρέχοντες διαπορευόμενοι πόλιν ἐκ πόλεως ἐν τῷ ὄρει Ἐφραὶμ καὶ Μανασσῆ καὶ ἕως Ζαβουλών, καὶ ἐγένοντο ὡς καταγελῶντες αὐτῶν καὶ καταμωκώμενοι·
Β Παραλ. 30,10 Οι αγγελιαφόροι διέτρεχον την μίαν πάλιν κατόπιν της άλλης εις την ορεινήν χώραν των φυλών Εφραίμ και Μανασσή, μέχρι και της φυλής του Ζαβουλών. Οι του βασιλείου όμως του Ισραήλ ενέπαιζον και εχλεύαζον αυτούς.
 
Β Παραλ. 30,11 ἀλλὰ ἄνθρωποι Ἀσὴρ καὶ ἀπὸ Μανασσῆ καὶ ἀπὸ Ζαβουλὼν ἐνετράπησαν καὶ ἦλθον εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ εἰς Ἰούδα.
Β Παραλ. 30,11 Αλλά οι άνθρωποι των φυλών Ασήρ, Μανασσή και Ζαβουλών τους ήκουσαν με συναίσθησιν, εδέχθησαν την πρόσκλησιν και ήλθον εις την Ιερουσαλήμ στο βασίλειον του Ιούδα.
 
Β Παραλ. 30,12 καὶ ἐγένετο χεὶρ Κυρίου δοῦναι αὐτοῖς καρδίαν μίαν ἐλθεῖν τοῦ ποιῆσαι κατὰ τὰ προστάγματα τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀρχόντων ἐν λόγῳ Κυρίου,
Β Παραλ. 30,12 Ο Κυριος έβαλε το χέρι του και έκαμε την καρδιά των μίαν, ώστε ομοφώνως να έλθουν και να εορτάσουν το Πασχα σύμφωνα με την εντολήν του βασιλέως και των αρχόντων του Ιουδαϊκού λαού και σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 30,13 καὶ συνήχθησαν εἰς Ἱερουσαλὴμ λαὸς πολὺς τοῦ ποιῆσαι τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἐν τῷ μηνὶ τῷ δευτέρῳ, ἐκκλησία πολλὴ σφόδρα.
Β Παραλ. 30,13 Ετσι πολυάριθμος λαός συνεκεντρώθη εις την Ιερουσαλήμ, δια να εορτάσουν την εορτήν των αζύμων, το Πασχα, κατά τον δεύτερον μήνα. Η συγκέντρωσις αυτή υπήρξε πολυάριθμος.
 
Β Παραλ. 30,14 καὶ ἀνέστησαν καὶ καθεῖλαν τὰ θυσιαστήρια τὰ ἐν Ἱερουσαλήμ καὶ πάντα, ἐν οἷς ἐθυμίων τοῖς ψευδέσι, κατέσπασαν καὶ ἔῤῥιψαν εἰς τὸν χειμάῤῥουν Κέδρων.
Β Παραλ. 30,14 Αυτοί εσηκώθηκαν και εκρήμνισαν τα ξένα θυσιαστήρια των ειδωλικών θεών, που υπήρχον εις την Ιερουσαλήμ, και όλα τα θυσιαστήρια, εις τα οποία προσέφεραν θυμίαμα προς τους ψευδείς θεούς, τα εθρυμμάτισαν και τα έρριψαν στον χείμαρρον των Κέδρων.
 
Β Παραλ. 30,15 καὶ ἔθυσαν τὸ φασὲκ τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ τοῦ μηνὸς τοῦ δευτέρου· καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται ἐνετράπησαν καὶ ἡγνίσθησαν καὶ εἰσήνεγκαν ὁλοκαυτώματα ἐν οἴκῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 30,15 Κατόπιν προσέφεραν την θυσίαν δια το Πασχα κατά την δεκάτην τετάρτην ημέραν του δευτέρου μηνός. Οι ιερείς και οι Λευίται συνησθάνθησαν την ενοχήν των, εκαθαρίσθησαν και εξηγνίσθησαν, όπως διέτασσεν ο Νομος, και προσέφεραν ολοκαυτώματα στον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 30,16 καὶ ἔστησαν ἐπὶ τὴν στάσιν αὐτῶν κατὰ τὸ κρίμα αὐτῶν, κατὰ τὴν ἐντολὴν Μωυσῆ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἱερεῖς ἐδέχοντο τὰ αἵματα ἐκ χειρὸς τῶν Λευιτῶν·
Β Παραλ. 30,16 Οι Λευίται επήραν την καθωρισμένην δι' αυτούς θέσιν, σύμφωνα με την εντολήν την οποίαν είχε δώσει ο Μωϋσής, ο άνθρωπος του Θεού. Οι δε ιερείς έπαιρναν τα αίματα των θυσιών από τα χέρια των Λευιτών.
 
Β Παραλ. 30,17 ὅτι πλῆθος τῆς ἐκκλησίας οὐχ ἡγνίσθη, καὶ οἱ Λευῖται ἦσαν τοῦ θύειν τὸ φασὲκ παντὶ τῷ μὴ δυναμένῳ ἁγνισθῆναι τῷ Κυρίῳ.
Β Παραλ. 30,17 Επειδή όμως όλον το συγκεντρωθέν εκεί πλήθος δεν επρόλαβε να εξαγνισθή σύμφωνα με τον Νομον, οι Λευίται ήσαν υποχρεωμένοι να σφάζουν τα ζώα της πασχαλινής θυσίας και δι' όλους αυτούς, οι οποίοι δεν ήσαν καθαροί ενώπιον του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 30,18 ὅτι τὸ πλεῖστον τοῦ λαοῦ ἀπὸ Ἐφραὶμ καὶ Μανασσῆ καὶ Ἰσσάχαρ καὶ Ζαβουλὼν οὐχ ἡγνίσθησαν, ἀλλ᾿ ἔφαγον τὸ φασὲκ παρὰ τὴν γραφήν. καὶ προσηύξατο Ἐζεκίας περὶ αὐτῶν λέγων· Κύριος ἀγαθὸς ἐξιλασάσθω
Β Παραλ. 30,18 Το μεγαλύτερον μέρος του λαού από τας φυλάς Εφραίμ, Μανασσή, Ισσάχαρ και Ζαβουλών δεν ήσαν νομικώς καθαροί, αλλά έφαγον το Πασχα, παρά την περί καθαρισμού γραπτήν εντολήν του Κυρίου. Ο Εζεκίας όμως προσηυχήθη δι' αυτούς προς τον Κυριον και είπε· “Κυριε, σαν αγαθός που είσαι, συγχώρησε
 
Β Παραλ. 30,19 ὑπὲρ πάσης καρδίας κατευθυνούσης ἐκζητῆσαι Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν καὶ οὐ κατὰ τὴν ἁγνείαν τῶν ἁγίων.
Β Παραλ. 30,19 όλους αυτούς, οι οποίοι κατηύθυναν την καρδίαν των να λατρεύσουν σέ, τον Κυριον τον Θεόν των πατέρων των, έστω και αν δεν είναι καθαροί, όπως απαιτεί η αγιότης του ναού σου”.
 
Β Παραλ. 30,20 καὶ ἐπήκουσε Κύριος τῷ Ἐζεκίᾳ καὶ ἰάσατο τὸν λαόν.
Β Παραλ. 30,20 Ο Κυριος ήκουσε την προσευχήν του Εζεκίου και εσυγχώρησε τον λαόν αυτόν, που δεν επρόλαβε να εξαγνισθή.
 
Β Παραλ. 30,21 καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ οἱ εὑρεθέντες ἐν Ἱερουσαλὴμ τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἑπτὰ ἡμέρας ἐν εὐφροσύνῃ μεγάλῃ καὶ καθυμνοῦντες τῷ Κυρίῳ ἡμέραν καθ᾿ ἡμέραν καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται ἐν ὀργάνοις τῷ Κυρίῳ.
Β Παραλ. 30,21 Οι Ισραηλίται, οι οποίοι είχαν ευρεθή εις την Ιερουσαλήμ, εώρτασαν το Πασχα, την λεγομένην εορτήν των αζύμων, επί επτά ημέρας με μεγάλην χαράν δοξολογούντες τον Κυριον κάθε ημέραν, ενώ οι ιερείς και οι Λευίται υμνολογούσαν τον Κυριον με τα μουσικά των όργανα.
 
Β Παραλ. 30,22 καὶ ἐλάλησεν Ἐζεκίας ἐπὶ πᾶσαν καρδίαν τῶν Λευιτῶν καὶ τῶν συνιόντων σύνεσιν ἀγαθὴν τῷ Κυρίῳ· καὶ συνετέλεσαν τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἑπτὰ ἡμέρας θύοντες θυσίαν σωτηρίου καὶ ἐξομολογούμενοι τῷ Κυρίῳ Θεῷ τῶν πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 30,22 Ο Εζεκίας ωμίλησε κατά τρόπον, που συνεκίνησε τας καρδίας των Λευιτών και μάλιστα τας καρδίας εκείνων που έδειξαν μεγάλην κατανόησιν και αγαθήν διάθεσιν, δια να υπηρετήσουν τον Κυριον. Ετσι ετελείωσε το Πασχα, η εορτή των αζύμων, κατά την οποίαν επί επτά ημέρας προσέφεραν θυσίας σωτηρίου και υμνολογούσαν Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
 
Β Παραλ. 30,23 καὶ ἐβουλεύσατο ἡ ἐκκλησία ἅμα ποιῆσαι ἑπτὰ ἡμέρας ἄλλας· καὶ ἐποίησαν ἑπτὰ ἡμέρας ἐν εὐφροσύνῃ.
Β Παραλ. 30,23 Ολοι οι συγκεντρωθέντες συνεσκέφθησαν και απεφάσισαν ομοφώνως να εορτάσουν το Πασχα άλλας επτά ημέρας. Και πράγματι εώρτασαν με μεγάλην χαράν επτά ακόμη ημέρας.
 
Β Παραλ. 30,24 ὅτι Ἐζεκίας ἀπήρξατο τῷ Ἰούδᾳ τῇ ἐκκλησίᾳ χιλίους μόσχους καὶ ἑπτακισχίλια πρόβατα, καὶ οἱ ἄρχοντες ἀπήρξαντο τῷ λαῷ μόσχους χιλίους καὶ πρόβατα δέκα χιλιάδας, καὶ τὰ ἅγια τῶν ἱερέων εἰς πλῆθος.
Β Παραλ. 30,24 Ο Εζεκίας, ο βασιλεύς του Ιούδα, προσέφερεν εις την συγκέντρωσιν αυτήν χιλίους μόσχους και επτά χιλιάδας πρόβατα. Ομως και οι άρχοντες προσέφεραν δια τον λαόν χιλίους μόσχους και δέκα χιλιάδες πρόβατα. Εξ άλλου επραγματοποιήθη και ο καθαρισμός κατά τον Νομον εις πλήθος άλλο ιερέων.
 
Β Παραλ. 30,25 καὶ ηὐφράνθη πᾶσα ἡ ἐκκλησία, οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία Ἰούδα καὶ οἱ εὑρεθέντες ἐξ Ἱερουσαλὴμ καὶ οἱ προσήλυτοι οἱ ἐλθόντες ἀπὸ γῆς Ἰσραὴλ καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἰούδα.
Β Παραλ. 30,25 Ετσι όλοι οι εκεί συγκεντρωθέντες ηυφράνθησαν, οι ιερείς και οι Λευίται, οι συγκεντρωθέντες Ιουδαίοι, όσοι ευρέθησαν κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, οι ξένοι οι οποίοι είχαν έλθει από την χώραν του βασιλείου του Ισραήλ, και όλοι οι κάτοικοι της Ιουδαίας.
 
Β Παραλ. 30,26 καὶ ἐγένετο εὐφροσύνη μεγάλη ἐν Ἱερουσαλήμ· ἀπὸ ἡμερῶν Σαλωμὼν υἱοῦ Δαυὶδ βασιλέως Ἰσραὴλ οὐκ ἐγένετο τοιαύτη ἑορτὴ ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 30,26 Εγινε μεγάλη χαρά και αγαλλίασις εις την Ιερουσαλήμ· από την εποχήν του Σολομώντος του υιού του Δαυίδ, βασιλέως του ισραηλιτικού λαού, δεν έγινεν άλλη εορτή εις την Ιερουσαλήμ τόσον λαμπρά, όπως αυτή.
 
Β Παραλ. 30,27 καὶ ἀνέστησαν οἱ ἱερεῖς οἱ Λευῖται καὶ εὐλόγησαν τὸν λαόν· καὶ ἐπηκούσθη ἡ φωνὴ αὐτῶν, καὶ ἦλθεν ἡ προσευχὴ αὐτῶν εἰς τὸ κατοικητήριον τὸ ἅγιον αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν.
Β Παραλ. 30,27 Μετά ταύτα οι ιερείς οι Λευίται εσηκώθηκαν και ευλόγησαν τον λαόν. Η φωνή των εισηκούσθη, η προσευχή των δηλαδή έφθασεν στο άγιον κατοικητήριον του Θεού στον ουρανόν.
 
Κεφάλαιο 31ο
Β Παραλ. 31,1 Καὶ ὡς συνετελέσθη πάντα ταῦτα, ἐξῆλθε πᾶς Ἰσραὴλ οἱ εὑρεθέντες ἐν πόλεσιν Ἰούδα καὶ συνέτριψαν τὰς στήλας καὶ ἔκοψαν τά ἄλση καὶ κατέσπασαν τὰ ὑψηλὰ καὶ τοὺς βωμοὺς ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ Βενιαμίν, καὶ ἐξ Ἐφραὶμ καὶ ἀπὸ Μανασσῆ ἕως εἰς τέλος, καὶ ἐπέστρεψαν πᾶς Ἰσραὴλ ἕκαστος εἰς τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ καὶ εἰς τὰς πόλεις αὐτῶν.
Β Παραλ. 31,1 Οταν ετελείωσαν όλαι αι χαρμόσυνοι αυταί εορταί του Πασχα, πάντες οι Ισραηλίται, οι οποίοι ευρέθησαν εις την Ιερουσαλήμ, εξήλθον και διεσκορπίσθησαν ανά τας πόλστου Ιούδα και συνέτριψαν τας ειδωλολατρικάς στήλας, κατέκοψαν τα ειδωλολατρικά άλση και κατέρριψαν τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους και τους βωμούς από την χώραν της Ιουδαίας και από την χώραν της φυλής του Βενιαμίν και από τας περιοχάς των φυλών Εφραίμ και Μανασσή, έως ότου τα κατέστρεψαν τελείως. Επειτα όλοι οι Ισραηλίται επέστρεψαν ο καθένας από αυτούς εις τας πόλεις των και τας κατοικίας των.
 
Β Παραλ. 31,2 καὶ ἔταξεν Ἐζεκίας τὰς ἐφημερίας τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν καὶ τὰς ἐφημερίας ἑκάστου κατὰ τὴν ἑαυτοῦ λειτουργίαν τοῖς ἱερεῦσι καὶ τοῖς Λευίταις εἰς τὴν ὁλοκαύτωσιν καὶ εἰς τὴν θυσίαν τοῦ σωτηρίου καὶ αἰνεῖν καὶ ἐξομολογεῖσθαι καὶ λειτουργεῖν ἐν ταῖς πύλαις ἐν ταῖς αὐλαῖς οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 31,2 Ο βασιλεύς Εζεκίας οργάνωσε τας τάξεις των ιερέων και των Λευιτών ώστε ο καθένας από τους ιερείς και τους Λευίτας να έχη την υπηρεσίαν του, όταν θα προσεφέροντο τα ολοκαυτώματα και αι ειρηνικαί θυσίαι, να δοξολογή, να υμνή τον Κυριον και να υπηρετή ως θυρωρός εις τας αυλάς του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 31,3 καὶ μερὶς τοῦ βασιλέως ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ εἰς τὰς ὁλοκαυτώσεις τὴν πρωϊνὴν καὶ τὴν δειλινὴν καὶ ὁλοκαυτώσεις εἰς τὰ σάββατα καὶ εἰς τὰς νουμηνίας καὶ εἰς τὰς ἑορτὰς τὰς γεγραμμένας ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 31,3 Ο βασιλεύς παρεχώρησε από τα υπάρχοντα αυτού ένα μέρος δια την προσφοράν των ολοκαυτωμάτων κατά την πρωΐαν και το εσπέρας, όπως επίσης και δια τα ολοκαυτώματα των Σαββάτων, εκάστης πρώτης του μηνός και των εορτών, όπως αύται ήσαν γραμμέναι στον Νομον του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 31,4 καὶ εἶπαν τῷ λαῷ τοῖς κατοικοῦσιν ἐν Ἱερουσαλὴμ δοῦναι τὴν μερίδα τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν, ὅπως κατισχύσωσιν ἐν τῇ λειτουργίᾳ οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 31,4 Εδόθησαν επίσης εντολαί στους ανθρώπους, οι οποίοι κατοικούσαν εις την Ιερουσαλήμ, να δίδουν την καθωρισμένην μερίδα στους ιερείς και τους Λευίτας, δια να αφιερωθούν αυτοί απερίσπαστοι εις την υπηρεσίαν των στον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 31,5 καὶ ὡς προσέταξε τὸν λόγον, ἐπλεόνασεν Ἰσραὴλ ἀπαρχὴν σίτου καὶ οἴνου καὶ ἐλαίου καὶ μέλιτος καὶ πᾶν γέννημα ἀγροῦ, καὶ ἐπιδέκατα πάντα εἰς πλῆθος ἤνεγκαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα.
Β Παραλ. 31,5 Αμέσως μόλις εκοινοποιήθη η διαταγή αυτή, οι Ισραηλίται προσέφεραν στον ναόν αφθόνους τας απαρχάς του σίτου, του οίνου, του ελαίου και του μέλιτος και όλων των άλλων γεωργικών προϊόντων. Ακόμη δε οι Ισραηλίται και οι Ιουδαίοι προσέφεραν δια το ιερατείον εν αφθονία το δέκατον από όλα τα προϊόντα.
 
Β Παραλ. 31,6 καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν ταῖς πόλεσιν Ἰούδα καὶ αὐτοὶ ἤνεγκαν ἐπιδέκατα μόσχων καὶ προβάτων καὶ ἐπιδέκατα αἰγῶν καὶ ἡγίασαν τῷ Κυρίῳ Θεῷ αὐτῶν καὶ εἰσήνεγκαν καὶ ἔθηκαν σωροὺς σωρούς·
Β Παραλ. 31,6 Οσοι δε κατοικούσαν εις πόλστου Ιούδα και αυτοί προσέφεραν τα δέκατα από τους μόσχους, από τα πρόβατα, από τας αίγας των, τα οποία δέκατα αφιέρωσαν εις Κυριον τον Θεόν των. Τα προσέφεραν και τα ετοποθέτησαν στον ναόν ενώπιον του Κυρίου κατά ομάδας ομάδας.
 
Β Παραλ. 31,7 ἐν τῷ μηνὶ τῷ τρίτῳ ἤρξαντο οἱ σωροὶ θεμελιοῦσθαι, καὶ ἐν τῷ μηνὶ τῷ ἑβδόμῳ συνετελέσθησαν.
Β Παραλ. 31,7 Κατά τον τρίτον μήνα ήρχισε να γίνεται η συγκέντρωσις και ταξινόμησις όλων των αφιερωμάτων και κατά τον έβδομον μήνα ετελείωσεν.
 
Β Παραλ. 31,8 καὶ ἦλθεν Ἐζεκίας καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ εἶδον τοὺς σωροὺς καὶ ηὐλόγησαν τὸν Κύριον καὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 31,8 Ο Εζεκίας και οι άρχοντες των Ιουδαίων ήλθον και είδαν το πλήθος των διαφόρων αφιερωμάτων, εδόξασαν τον Κυριον και ευλόγησαν τον λαόν του, τον ισραηλιτικόν.
 
Β Παραλ. 31,9 καὶ ἐπυνθάνετο Ἐζεκίας τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν ὑπὲρ τῶν σωρῶν,
Β Παραλ. 31,9 Ο Εζεκίας εζήτησε να μάθη από τους ιερείς και τους Λευίτας σχετικώς με τα πλήθη αυτά των προσφορών.
 
Β Παραλ. 31,10 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἀζαρίας ὁ ἱερεὺς ὁ ἄρχων εἰς οἶκον Σαδὼκ καὶ εἶπεν· ἐξ οὗ ἦρκται ἡ ἀπαρχὴ φέρεσθαι εἰς οἶκον Κυρίου, ἐφάγομεν καὶ ἐπίομεν καὶ κατελίπομεν ἕως εἰς πλῆθος, ὅτι Κύριος ηὐλόγησε τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ κατελίπομεν ἐπὶ τὸ πλῆθος τοῦτο.
Β Παραλ. 31,10 Ο αρχιερεύς Αζαρίας, ο οποίος ήτο ο άρχων εις την οικογένειαν του Σαδώκ, απήντησε και είπε προς αυτόν· “από τότε που έγινεν η αρχή να προσφέρωνται αυταί αι απαρχαί στον ναόν του Κυρίου, εφάγομεν και επίομεν και εχορτάσαμεν και αφήσαμεν πολύ πλήθος περισσευμάτων, διότι ο Κυριος ηυλόγησε τον λαόν αυτού, ώστε να αφήσωμεν το πλήθος αυτό των περισσευμάτων”.
 
Β Παραλ. 31,11 καὶ εἶπεν Ἐζεκίας ἔτι ἑτοιμάσαι παστοφόρια εἰς οἶκον Κυρίου, καὶ ἡτοίμασαν.
Β Παραλ. 31,11 Ο Εζεκίας διέταξε να κατασκευάσουν δωμάτια πλησίον του ναού του Κυρίου, τα υποία πράγματι κατεσκεύασαν και ετακτοποίησαν.
 
Β Παραλ. 31,12 καὶ ἤνεγκαν ἐκεῖ τὰς ἀπαρχὰς καὶ τὰ ἐπιδέκατα ἐν πίστει, καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν ἐπιστάτης Χωνενίας ὁ Λευίτης, καὶ Σεμεΐ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ διαδεχόμενος,
Β Παραλ. 31,12 Εκεί μετέφεραν όλα όσα είχαν περισσεύσει από τας απαρχάς και από το δέκατον των προϊόντων. Επόπτης δε επάνω εις αυτά και υπεύθυνος ωρίσθη ο Λευίτης Χωνενίας και ως αντικαταστάτης αυτού ο αδελφός του ο Σεμεΐ.
 
Β Παραλ. 31,13 καὶ Ἰεϊὴλ καὶ Ὀζαζίας καὶ Ναὲθ καὶ Ἀσαὴλ καὶ Ἱεριμὼθ καὶ Ἰωζαβὰδ καὶ Ἐλιὴλ καὶ Σαμαχία καὶ Μαὰθ καὶ Βαναΐας καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καθεσταμένοι διὰ Χωνενίου καὶ Σεμεΐ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, καθὼς προσέταξεν Ἐζεκίας ὁ βασιλεὺς καὶ Ἀζαρίας ὁ ἡγούμενος οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 31,13 Ο δε Ιεϊήλ, ο Οζαζίας, ο Ναέθ, ο Ασαήλ, ο Ιεριμώθ, ο Ιωζαβάδ, ο Ελιήλ, ο Σαμαχίας, ο Μαάθ, ο Βαναΐας και οι υιοί αυτού είχαν διορισθή ως επόπται υπό την επίβλεψιν του Χωνενίου και του αδελφού του Σεμεΐ, όπως ακριβώς είχε διατάξει ο βασιλεύς Εζεκίας και ο αρχιερεύς Αζαρίας, ο οποίος ήτο και ο γενικός αρχηγός στον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 31,14 καὶ Κωρὴ ὁ τοῦ Ἰεμνὰ ὁ Λευίτης ὁ πυλωρὸς κατὰ ἀνατολὰς ἐπὶ τῶν δομάτων δοῦναι τὰς ἀπαρχὰς Κυρίου καὶ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων
Β Παραλ. 31,14 Ο Κωρή, ο υιός του Ιεμνά ο Λευίτης, ήτο θυρωρός εις τας ανατολικάς αιθούσας του ναού και είχεν αναλάβει να κατανέμη τας προσφερομένας απαρχάς και τας άλλας αγιωτάτας προσφοράς.
 
Β Παραλ. 31,15 διὰ χειρὸς Ὀδὸμ καὶ Βενιαμὶν καὶ Ἰησοῦς καὶ Σεμεΐ καὶ Ἀμαρίας, καὶ Σεχονίας διὰ χειρὸς τῶν ἱερέων ἐν πίστει δοῦναι τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν κατὰ τὰς ἐφημερίας, κατὰ τὸν μέγαν καὶ τὸν μικρόν,
Β Παραλ. 31,15 Αυτά δε τα διένεμε δια μέσου των βοηθών του, του Οδόμ, του Βενιαμίν, του Ιησού, του Σεμεΐ, του Αμαρία και του Σεχονία, οι οποίοι είχον αυτό το έργον να διανέμουν στους αδελφούς των τας προσφοράς δικαίως, κατά τας τάξεις αυτών, εις μεγάλους και εις μικρούς,
 
Β Παραλ. 31,16 ἐκτὸς τῆς ἐπιγονῆς τῶν ἀρσενικῶν ἀπὸ τριετοῦς καὶ ἐπάνω, παντὶ τῷ εἰσπορευομένῳ εἰς οἶκον Κυρίου, εἰς λόγον ἡμερῶν εἰς ἡμέραν, εἰς λειτουργίαν ἐφημερίαις διατάξεως αὐτῶν.
Β Παραλ. 31,16 όπως επίσης και δια τα άνω των τριών ετών άρρενα τέκνα όλων των ιερέων, οι οποίοι εισήρχοντο στον ναόν του Κυρίου δια τας υπηρεσίας εκάστης ημέρας, δια να προσφέρουν τας υπηρεσίας των, όπως ήτο καθωρισμένον δια την τάξιν των.
 
Β Παραλ. 31,17 οὗτος ὁ καταλοχισμὸς τῶν ἱερέων κατ᾿ οἴκους πατριῶν, καὶ οἱ Λευῖται ἐν ταῖς ἐφημερίαις αὐτῶν ἀπὸ εἰκοσαετοῦς καὶ ἐπάνω ἐν διατάξει,
Β Παραλ. 31,17 Αυτός ο κατάλογος των ιερέων είχε συνταχθή σύμφωνα με τας πατριαρχικάς οικογενείας. Οι Λευίται είχον και αυτοί εγγραφή εις καταλόγους από εικοσαετούς και άνω, δια να μετέχουν εις την διανομήν αυτήν κατά την τάξιν των.
 
Β Παραλ. 31,18 ἐν καταλοχίαις, ἐν πάσῃ ἐπιγονῇ υἱῶν αὐτῶν καὶ θυγατέρων αὐτῶν εἰς πᾶν πλῆθος, ὅτι ἐν πίστει ἥγνισαν τὸ ἅγιον
Β Παραλ. 31,18 Απεφασίσθη να εγγραφούν όλα τα τέκνα των, οι υιοί των και αι θυγατέρες των εν τω συνόλω, διότι αυτοί είχαν αφιερώσει εαυτούς πιστώς εις τα άγια.
 
Β Παραλ. 31,19 τοῖς υἱοῖς Ἀαρὼν τοῖς ἱερατεύουσι, καὶ οἱ ἀπὸ τῶν πόλεων αὐτῶν ἐν πάσῃ πόλει καὶ πόλει ἄνδρες, οἳ ὠνομάσθησαν ἐν ὀνόματι, δοῦναι μερίδα παντὶ ἀρσενικῷ ἐν τοῖς ἱερεῦσι καὶ παντὶ καταριθμουμένῳ ἐν τοῖς Λευίταις.
Β Παραλ. 31,19 Δια δε τους υιούς του Ααρών, τους ιερείς, οι οποίοι ευρίσκοντο εις τας αγροτικάς περιοχάς γύρω από τας πόλεις των, εις κάθε πόλιν υπήρχον άνδρες, οι οποίοι ονομαστί είχαν ορισθή, να δίδουν μερίδας εις όλα τα άρρενα παιδιά των ιερέων και εις όλους τους Λευίτας τους εγγεγραμμένους στους καταλόγους.
 
Β Παραλ. 31,20 καὶ ἐποίησεν οὕτως Ἐζεκίας ἐν παντὶ Ἰούδᾳ καὶ ἐποίησε τὸ καλὸν καὶ τὸ εὐθὲς ἐναντίον τοῦ Κυρίου Θεοῦ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 31,20 Ετσι έκαμεν ο Εζεκίας καθ' όλην την Ιουδαίαν, έπραξε δηλαδή το καλόν και ευάρεστον ενώπιον Κυρίου του Θεού του.
 
Β Παραλ. 31,21 καὶ ἐν παντὶ ἔργῳ, ᾧ ἤρξατο ἐν ἐργασίᾳ ἐν οἴκῳ Κυρίου, καὶ ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐν τοῖς προστάγμασιν ἐξεζήτησε τὸν Θεὸν αὐτοῦ ἐξ ὅλης ψυχῆς αὐτοῦ καὶ ἐποίησε καὶ εὐωδώθη.
Β Παραλ. 31,21 Γενικώς κάθε έργον, το οποίον ανέλαβε να εκτελέση στον ναόν του Κυρίου, το έπραξε σύμφωνα με τον Νομον και τας εντολάς του Θεού, τον οποίον με όλην του την ψυχήν ελάτρευε. Κατ' αυτόν τον τρόπον ενήργησεν ο Εζεκίας και ευωδώθη εις την ζωήν του.
 
Κεφάλαιο 32ο
Β Παραλ. 32,1 Καὶ μετὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἦλθε Σενναχηρὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων καὶ ἦλθεν ἐπὶ Ἰούδαν καὶ παρενέβαλεν ἐπὶ τὰς πόλεις τὰς τειχήρεις καὶ εἶπε προκαταλαβέσθαι αὐτάς.
Β Παραλ. 32,1 Επειτα από τα γεγονότα αυτά, τας συμφώνους προς το θέλημα του Θεού πράξεις αυτάς του Εζεκίου, ο Σενναχηρίμ ο βασιλεύς των Ασσυρίων εξεστράτευσεν εναντίον της Ιουδαίας, επολιόρκησε τας οχυράς πόλεις και έδωσε διαταγήν να τας καταλάβουν.
 
Β Παραλ. 32,2 καὶ εἶδεν Ἐζεκίας ὅτι ἥκει Σενναχηρὶμ καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ πολεμῆσαι ἐπὶ Ἱερουσαλήμ,
Β Παραλ. 32,2 Οταν ο Εζεκίας είδεν ότι είχεν έλθει ο Σενναχηρίμ με τον σκοπόν να πολεμήση κατά της Ιερουσαλήμ,
 
Β Παραλ. 32,3 καὶ ἐβουλεύσατο μετὰ τῶν πρεσβυτέρων αὐτοῦ καὶ τῶν δυνατῶν ἐμφράξαι τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν, ἃ ἦν ἔξω τῆς πόλεως, καὶ συνεπίσχυσαν αὐτῷ.
Β Παραλ. 32,3 συνεσκέφθη και απεφάσισε με τους πρεσβυτέρους της πόλεως και τους άλλους γενναίους άνδρας να κλείσουν τας πηγάς των υδάτων, που ήσαν έξω από την πόλιν της Ιερουσαλήμ. Οι πρεσβύτεροι και οι άλλοι τον ενεθάρρυναν στο έργον αυτό.
 
Β Παραλ. 32,4 καὶ συνήγαγε λαὸν πολὺν καὶ ἐνέφραξε τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν καὶ τὸν ποταμὸν τὸν διορίζοντα διὰ τῆς πόλεως λέγων· μὴ ἔλθῃ βασιλεὺς Ἀσσοὺρ καὶ εὕρῃ ὕδωρ πολὺ καὶ κατισχύσῃ.
Β Παραλ. 32,4 Ο βασιλεύς συνεκέντρωσε πολύν λαόν και έφραξε τας πηγάς των υδάτων και το ποτάμι, που έρρεε πλησίον της πόλεως, λέγων· “αυτό γίνεται, δια να μη εύρη πολύ ύδωρ, όταν έλθη ο βασιλεύς των Ασσυρίων και μας νικήση”.
 
Β Παραλ. 32,5 καὶ κατίσχυσεν Ἐζεκίας καὶ ᾠκοδόμησε πᾶν τὸ τεῖχος τὸ κατεσκαμμένον καὶ πύργους καὶ ἔξω προτείχισμα ἄλλο καὶ κατίσχυσε τὸ ἀνάλημμα τῆς πόλεως Δαυὶδ καὶ κατεσκεύασεν ὅπλα πολλά.
Β Παραλ. 32,5 Ο Εζεκίας έλαβε θάρρος ανοικοδόμησεν όλον το τείχος της Ιερουσαλήμ, όπου αυτό είχε καταστροφή, και τους πύργους αυτού, έκτισεν άλλο τείχος έξω από την πόλιν και ενίσχυσε το φρούριον της πόλεως Δαυίδ. Επί πλέον δε κατεσκεύασε και πολλά όπλα.
 
Β Παραλ. 32,6 καὶ ἔθετο ἄρχοντας τοῦ πολέμου ἐπὶ τὸν λαόν, καὶ συνήχθησαν πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τὴν πλατεῖαν τῆς πύλης τῆς φάραγγος, καὶ ἐλάλησεν ἐπὶ καρδίαν αὐτῶν λέγων·
Β Παραλ. 32,6 Ωρισε στρατιωτικούς αρχηγούς επί του στρατού, οι οποίοι και συνεκεντρώθησαν κοντά εις αυτόν εις την πλατείαν της πύλης της φάραγγος. Προς αυτούς ωμίλησεν εις τας καρδίας των ο βασιλεύς και είπε·
 
Β Παραλ. 32,7 ἰσχύσατε καὶ ἀνδρίζεσθε καὶ μὴ φοβηθῆτε, μηδὲ πτοηθῆτε ἀπὸ προσώπου βασιλέως Ἀσσοὺρ καὶ ἀπὸ προσώπου παντὸς τοῦ ἔθνους τοῦ μετ᾿ αὐτοῦ, ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν πλείονες ἢ μετ᾿ αὐτοῦ·
Β Παραλ. 32,7 “έχετε θάρρος, φανήτε ανδρείοι, μη φοβηθήτε και μη πτοηθήτε εξ αιτίας του βασιλέως των Ασσυρίων και εξ αιτίας όλου του λαού, που ευρίσκεται μαζή του, διότι εκείνοι που είναι μαζή μας, είναι περισσότεροι, από εκείνους που είναι μαζή του.
 
Β Παραλ. 32,8 μετ᾿ αὐτοῦ βραχίονες σάρκινοι, μεθ᾿ ἡμῶν δὲ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τοῦ σῴζειν καὶ τοῦ πολεμεῖν τὸν πόλεμον ἡμῶν. καὶ κατεθάρσησεν ὁ λαὸς ἐπὶ τοῖς λόγοις Ἐζεκίου βασιλέως Ἰούδα.
Β Παραλ. 32,8 Με τον βασιλέα των Ασσυρίων είναι βραχίονες σάρκινοι, ενώ μαζή μας είναι Κυριος ο Θεός μας, ο οποίος είναι ικανός να μας σώζη από κινδύνους, να αναλαμβάνη και οδηγή εις νίκην τον πόλεμάν μας”. Ο λαός επήρε θάρρος από τα λόγια αυτά του Εζεκίου βασιλέως των Ιουδαίων.
 
Β Παραλ. 32,9 καὶ μετὰ ταῦτα ἀπέστειλε Σενναχηρὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων τοὺς παῖδας ἑαυτοῦ ἐπὶ Ἱερουσαλήμ, καὶ αὐτὸς ἐπὶ Λαχὶς καὶ πᾶσα ἡ στρατιὰ μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἀπέστειλε πρὸς Ἐζεκίαν βασιλέα Ἰούδα καὶ πρὸς πάντα Ἰούδα τὸν ἐν Ἱερουσαλὴμ λέγων·
Β Παραλ. 32,9 Μετά ταύτα ο Σενναχηρίμ, ο βασιλεύς των Ασσυρίων, απέστειλε μερικούς δούλους του εναντίον της Ιερουσαλήμ, αυτός δε και μαζή με αυτόν όλος ο στρατός του παρέμειναν εις την Λαχίς. Εστειλε δε τους άνδρας αυτούς προς τον Εζεκίαν και προς όλους τους Ιουδαίους, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την Ιερουσαλήμ, και τους είπε·
 
Β Παραλ. 32,10 οὕτως λέγει Σενναχηρὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων· ἐπὶ τί ὑμεῖς πεποίθατε καὶ καθήσεσθε ἐν τῇ περιοχῇ ἐν Ἱερουσαλήμ;
Β Παραλ. 32,10 “Αυτά λέγει ο Σενναχηρίμ ο βασιλεύς των Ασσυρίων. Που σεις στηρίζετε την πεποίθησίν σας και μένετε περικυκλωμένοι μέσα εις την Ιερουσαλήμ;
 
Β Παραλ. 32,11 οὐχὶ Ἐζεκίας ἀπατᾷ ὑμᾶς τοῦ παραδοῦναι ὑμᾶς εἰς θάνατον καὶ εἰς λιμὸν καὶ εἰς δίψαν λέγων· Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν σώσει ἡμᾶς ἐκ χειρὸς βασιλέως Ἀσσούρ;
Β Παραλ. 32,11 Ο Εζεκίας δεν είναι εκείνος, ο οποίος σας εξαπατά δια να σας παραδώση εις βέβαιον θάνατον, εις την πείναν και την δίψαν λέγων ότι, τάχα, Κυριος ο Θεός μας θα μας σώση από τα χέρια των Ασσυρίων;
 
Β Παραλ. 32,12 οὐχ οὗτός ἐστιν Ἐζεκίας, ὃς περιεῖλε τὰ θυσιαστήρια αὐτοῦ καὶ τὰ ὑψηλὰ αὐτοῦ καὶ εἶπε τῷ Ἰούδᾳ καὶ τοῖς κατοικοῦσιν ἐν Ἱερουσαλὴμ λέγων· κατέναντι τοῦ θυσιαστηρίου τούτου προσκυνήσετε καὶ ἐπ᾿ αὐτῷ θυμιάσατε;
Β Παραλ. 32,12 Αυτός ο Εζεκίας δεν είναι εκείνος που κατέστρεψε τα θυσιαστήρια του ειδωλικού θεού και τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους και είπεν εις όλους τους Ιουδαίους και ειδικότερα στους κατοίκους της Ιερουσαλήμ ότι μόνον ενώπιον του θυσιαστηρίου αυτού, που υπάρχει στον ναόν, θα προσκυνήτε και επάνω εις αυτό θα προσφέρετε το θυμίαμα;
 
Β Παραλ. 32,13 οὐ γνώσεσθε ὅ,τι ἐποίησα ἐγὼ καὶ οἱ πατέρες μου πᾶσι τοῖς λαοῖς τῶν χωρῶν; μὴ δυνάμενοι ἠδύναντο θεοὶ τῶν ἐθνῶν πάσης τῆς γῆς σῶσαι τὸν λαὸν αὐτῶν ἐκ χειρός μου;
Β Παραλ. 32,13 Δεν έχετε μάθει όσα εγώ και οι προκάτοχοί μου βασιλείς έχομεν κάμει εις όλους τους λαούς των γύρω χωρών; Μηπως, τάχα και ημπόρεσαν καθόλου οι θεοί των άλλων εθνών όλης της γης να σώσουν τους λαούς των από το χέρια μου;
 
Β Παραλ. 32,14 τίς ἐν πᾶσι τοῖς θεοῖς τῶν ἐθνῶν τούτων, οὓς ἐξωλόθρευσαν οἱ πατέρες μου; μὴ ἐδύναντο σῶσαι τὸν λαὸν αὐτῶν ἐκ χειρός μου, ὅτι δυνήσεται ὁ Θεὸς ὑμῶν σῶσαι ὑμᾶς ἐκ χειρός μου;
Β Παραλ. 32,14 Μεταξύ όλων των άλλων θεών, που λατρεύουν τα έθνη αυτά, τα οποία οι προκάτοχοί μου κατέστρεψαν, ποίος θεός υπήρξε που ημπόρεσε να σώση τον λαόν του από τα χέρια μου, ώστε να πιστεύσετε και σεις ότι ημπορεί ο Θεός σας να σας σώση από τα χέρια μου;
 
Β Παραλ. 32,15 νῦν οὖν μὴ ἀπατάτω ὑμᾶς Ἐζεκίας καὶ μὴ πεποιθέναι ὑμᾶς ποιείτω κατὰ ταῦτα, καὶ μὴ πιστεύετε αὐτῷ· ὅτι οὐ μὴ δύνηται ὁ Θεὸς παντὸς ἔθνους καὶ βασιλείας τοῦ σῶσαι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐκ χειρός μου καὶ ἐκ χειρὸς πατέρων μου, ὅτι ὁ Θεὸς ὑμῶν οὐ μὴ σώσει ὑμᾶς ἐκ χειρός μου.
Β Παραλ. 32,15 Τωρα, λοιπόν, ας μη σας εξαπατά ο Εζεκίας και ας μη σας παρασύρη να έχετε πεποίθησιν εις αυτά και να πράξετε, όπως αυτός σας λέγει. Μη τον πιστεύετε, διότι δεν θα ημπορέση κανένας θεός, οιουδήποτε έθνους και οιασδήποτε βασιλείας να σώση τον λαόν του από τα χέρια μου, όπως δεν τον έσωσεν από τα χέρια των πατέρων μου. Επαναλαμβάνω, ότι ο Θεός σας δεν θα σας σώση από το χέρι μου”.
 
Β Παραλ. 32,16 καὶ ἔτι ἐλάλησαν οἱ παῖδες αὐτοῦ ἐπὶ τὸν Κύριον Θεὸν καὶ ἐπὶ Ἐζεκίαν παῖδα αὐτοῦ.
Β Παραλ. 32,16 Είπαν ακόμη περισσότερα οι δούλοι του Σενναχηρίμ εναντίον Κυρίου του Θεού και εναντίον του Εζεκίου του δούλου του.
 
Β Παραλ. 32,17 καὶ βιβλίον ἔγραψεν ὀνειδίζειν τὸν Κύριον Θεὸν Ἰσραὴλ καὶ εἶπε περὶ αὐτοῦ λέγων· ὡς οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς οὐκ ἐξείλαντο λαοὺς αὐτῶν ἐκ χειρός μου, οὕτως οὐ μὴ ἐξέληται ὁ Θεὸς Ἐζεκίου λαὸν αὐτοῦ ἐκ χειρός μου,
Β Παραλ. 32,17 Εγραψε δε ο βασιλεύς Σενναχηρίμ επιστολήν, δια να υβρίση Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ λέγων εναντίον του Θεού· “όπως οι θεοί των άλλων εθνών της γης δεν έσωσαν τους λαούς των από τα χέρια μου, κατά παρόμοιον τρόπον και ο Θεός του Εζεκίου δεν θα σώση τον λαόν του από τα χέρια μου”.
 
Β Παραλ. 32,18 καὶ ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ Ἰουδαϊστὶ ἐπὶ τὸν λαὸν Ἱερουσαλὴμ τὸν ἐπὶ τοῦ τείχους, τοῦ φοβῆσαι αὐτοὺς καὶ κατασπάσαι, ὅπως προκαταλάβωνται τὴν πόλιν.
Β Παραλ. 32,18 Ενας δε από τους δούλους του Σενναχηρίμ εκραύγασε με μεγάλην φωνήν εις την γλώσσαν την ιουδαϊκήν προς τον λαόν της Ιερουσαλήμ, που ευρίσκετο επάνω στο τείχος, δια να εκφοβίση και καταπτοήση αυτούς και ημπορέσουν έτσι οι Ασσύριοι να καταλάβουν την πόλιν.
 
Β Παραλ. 32,19 καὶ ἐλάλησεν ἐπὶ Θεὸν Ἱερουσαλήμ, ὡς καὶ ἐπὶ θεοὺς λαῶν τῆς γῆς, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων.
Β Παραλ. 32,19 Αυτός ο δούλος του Σενναχηρίμ ωμίλησεν εναντίον του Θεού της Ιερουσαλήμ, όπως θα ωμιλούσε και εναντίον των ειδωλολατρικών θεών των λαών της γης, οι οποίοι ήσαν έργα χειρών ανθρώπων.
 
Β Παραλ. 32,20 καὶ προσηύξατο Ἐζεκίας ὁ βασιλεὺς καὶ Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμὼς ὁ προφήτης περὶ τούτων καὶ ἐβόησαν εἰς τὸν οὐρανόν.
Β Παραλ. 32,20 Ο Εζεκίας και ο προφήτης Ησαΐας ο υιός του Αμώς ακούσαντες τους υβριστικούς αυτούς λόγους προσηυχήθησαν προς τον Θεόν, η δε κραυγή των ανέβηκεν έως στον ουρανόν.
 
Β Παραλ. 32,21 καὶ ἀπέστειλε Κύριος ἄγγελον, καὶ ἐξέτριψε πάντα δυνατὸν πολεμιστὴν καὶ ἄρχοντα καὶ στρατηγὸν ἐν τῇ παρεμβολῇ βασιλέως Ἀσσούρ, καὶ ἀπέστρεψε μετὰ αἰσχύνης προσώπου εἰς τὴν γῆν ἑαυτοῦ. καὶ ἦλθεν εἰς οἶκον Θεοῦ αὐτοῦ, καὶ τῶν ἐξελθόντων ἐκ κοιλίας αὐτοῦ κατέβαλον αὐτὸν ἐν ῥομφαίᾳ.
Β Παραλ. 32,21 Ο δε Κυριος έστειλεν άγγελον από τον ουρανόν, ο οποίος εξεπάστρεψε κάθε γενναίον πολεμιστήν και άρχοντα και στρατηγόν στο στρατόπεδον του βασιλέως της Ασσυρίας. Ετσι δε ο βασιλεύς αυτός κατεντροπιασμένος ανεχώρησε και επανήλθεν εις την πατρίδα του. Οταν έφθασεν εκεί, εισήλθεν στον ναόν του θεού του. Μερικοί όμως από τους υιούς του τον εφόνευσαν δια ρομφαίας.
 
Β Παραλ. 32,22 καὶ ἔσωσε Κύριος τὸν Ἐζεκίαν καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐκ χειρὸς Σενναχηρὶμ βασιλέως Ἀσσοὺρ καὶ ἐκ χειρὸς πάντων καὶ κατέπαυσεν αὐτοὺς κυκλόθεν.
Β Παραλ. 32,22 Ετσι δε ο Κυριος έσωσε τον Εζεκίαν και όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ από τα χέρια του Σενναχηρίμ, του βασιλέως των Ασσυρίων, και από τα χέρια όλων των άλλων εχθρών. Ανέπαυσε και περιεφρούρησε τον Εζεκίαν και τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ από τους κύκλω εχθρούς των.
 
Β Παραλ. 32,23 καὶ πολλοὶ ἔφερον δῶρα τῷ Κυρίῳ εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ δόματα τῷ Ἐζεκίᾳ βασιλεῖ Ἰούδα, καὶ ὑπερήρθη κατ᾿ ὀφθαλμοὺς πάντων τῶν ἐθνῶν μετὰ ταῦτα.
Β Παραλ. 32,23 Πολλοί προσέφεραν αφιερώματα προς τον Κυριον εις την Ιερουσαλήμ και δώρα στον Εζεκίαν βασιλέα των Ιουδαίων. Ο δε Εζεκίας έπειτα από αυτά εξυψώθη εις τα μάτια όλων των εθνών.
 
Β Παραλ. 32,24 Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἠῤῥώστησεν Ἐζεκίας ἕως θανάτου· καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον, καὶ ἐπήκουσεν αὐτῷ, καὶ σημεῖον ἔδωκεν αὐτῷ.
Β Παραλ. 32,24 Κατά τας ημέρας εκείνας αρρώστησεν ο Εζεκίας μέχρι θανάτου, προσηυχήθη όμως προς τον Κυριον, ο δε Κυριος ήκουσε την προσευχήν του και του έδωσε κάποιον σημείον εις θαυματουργικήν θεραπείαν του.
 
Β Παραλ. 32,25 καὶ οὐ κατὰ τὸ ἀνταπόδομα, ὃ ἔδωκεν αὐτῷ ἀνταπέδωκεν Ἐζεκίας, ἀλλὰ ὑψώθη ἡ καρδία αὐτοῦ, καὶ ἐγένετο ἐπ᾿ αὐτὸν ὀργὴ καὶ ἐπὶ Ἰούδαν καὶ Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 32,25 Ο Εζεκίας όμως δεν απέδωσε προς τον Κυριον ανάλογον ευγνωμοσύνην προς την δωρεάν, που έλαβε, διότι η καρδία του υπερηφανεύθη. Δι' αυτό και εξέσπασεν εναντίον αυτού και εναντίον των Ιουδαίων των κατοίκων της Ιερουσαλήμ η οργή του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 32,26 καὶ ἐταπεινώθη Ἐζεκίας ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς καρδίας αὐτοῦ αὐτὸς καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἐπῆλθεν ἐπ᾿ αὐτοὺς ὀργὴ Κυρίου ἐν ταῖς ἡμέραις Ἐζεκίου.
Β Παραλ. 32,26 Αλλά ο Εζεκίας εταπεινώθη από την υπερηφάνειαν της καρδίας του, αυτός και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ. Ετσι δε δεν επήλθεν εναντίον των η οργή του Κυρίου κατά τας ημέρας του Εζεκίου.
 
Β Παραλ. 32,27 καὶ ἐγένετο τῷ Ἐζεκίᾳ πλοῦτος καὶ δόξα πολλὴ σφόδρα, καὶ θησαυροὺς ἐποίησεν αὐτῷ ἀργυρίου καὶ χρυσίου καὶ τοῦ λίθου τοῦ τιμίου καὶ εἰς τὰ ἀρώματα καὶ ὁπλοθήκας καὶ εἰς σκεύη ἐπιθυμητὰ
Β Παραλ. 32,27 Ο Εζεκίας απέκτησε πολύν πλούτον και πολύ μεγάλην δόξαν. Εθησαύρισεν άργυρον, χρυσόν, πολυτίμους λίθους, αρώματα, οπλοθήκας και άλλα πολύτιμα αντικείμενα.
 
Β Παραλ. 32,28 καὶ πόλεις εἰς τὰ γεννήματα τοῦ σίτου καὶ οἴνου καὶ ἐλαίου καὶ κώμας καὶ φάτνας παντὸς κτήνους καὶ μάνδρας εἰς τὰ ποίμνια
Β Παραλ. 32,28 Ωρισε πόλεις δια την συγκέντρωσιν των προϊόντων του σίτου, του οίνου, και του ελαίου. Εκτισε κώμας, όπως επίσης φάτνας δια τα κτήνη και μάνδρας δια τα ποίμνια.
 
Β Παραλ. 32,29 καὶ πόλεις, ἃς ᾠκοδόμησεν αὐτῷ, καὶ ἀποσκευὴν προβάτων καὶ βοῶν εἰς πλῆθος, ὅτι ἔδωκεν αὐτῷ Κύριος ἀποσκευὴν πολλὴν σφόδρα.
Β Παραλ. 32,29 Ανοικοδόμησε πόλεις και απέκτησε πολλά πρόβατα και πλήθος βοών, διότι ο Κυριος του έδωκε πάρα πολλά πλούτη.
 
Β Παραλ. 32,30 αὐτὸς Ἐζεκίας ἐνέφραξε τὴν ἔξοδον τοῦ ὕδατος Γιὼν τὸ ἄνω καὶ κατηύθυνεν αὐτὰ κάτω πρὸς λίβα τῆς πόλεως Δαυίδ· καὶ εὐωδώθη Ἐζεκίας ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.
Β Παραλ. 32,30 Ο Εζεκίας ήτο εκείνος, που έκλεισε τας άνω πηγάς της Γιών και κατηύθυνε τα ύδατα κατ' ευθείαν κάτω προς την νοτίαν πλευράν της πόλεως του Δαυίδ. Ο Εζεκίας ευδοκιμούσεν εις όλα τα έργα του.
 
Β Παραλ. 32,31 καὶ οὕτως τοῖς πρεσβευταῖς τῶν ἀρχόντων ἀπὸ Βαβυλῶνος τοῖς ἀποσταλεῖσι πρὸς αὐτὸν πυθέσθαι παρ᾿ αὐτοῦ τό τέρας, ὃ ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς, ἐγκατέλιπεν αὐτὸν Κύριος τοῦ πειράσαι αὐτόν, εἰδέναι τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 32,31 Εις την περίπτωσιν όμως των απεσταλμένων εκ μέρους των αρχόντων της Βαβυλώνος, οι οποίοι είχαν αποσταλή εις αυτόν, δια να τον ερωτήσουν περί του θαύματος, που έγινεν εις την χώραν του, ο Θεός τον εγκατέλειψε, δια να τον δοκιμάση, ώστε να γίνουν γνωστά όλα όσα υπήρχον εις την καρδίαν του.
 
Β Παραλ. 32,32 καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἐζεκίου καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἰδοὺ γέγραπται ἐν τῇ προφητείᾳ Ἡσαΐου υἱοῦ Ἀμὼς τοῦ προφήτου καὶ ἐπὶ βιβλίου βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 32,32 Τα υπόλοιπα έργα του Εζεκίου και αι καλαί αυτού πράξεις είναι γραμμένοι εις την προφητείαν του προφήτου Ησαΐου, υιού του Αμώς, και στο βιβλίον των βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ.
 
Β Παραλ. 32,33 καὶ ἐκοιμήθη Ἐζεκίας μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν ἀναβάσει τάφων υἱῶν Δαυίδ, καὶ δόξαν καὶ τιμὴν ἔδωκαν αὐτῷ ἐν τῷ θανάτῳ αὐτοῦ πᾶς Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ ἐβασίλευσε Μανασσῆς υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 32,33 Ο Εζεκίας εκοιμήθη και ετάφη με τους προπάτοράς του εις ένα ύψωμα των τάφων των απογόνων του Δαυίδ. Ολοι δε οι Ιουδαίοι και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ απέδωσαν εις αυτόν δόξαν και τιμήν κατά τον θάνατόν του. Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του ο Μανασσής.
 
Κεφάλαιο 33ο
Β Παραλ. 33,1 Ὢν δεκαδύο ἐτῶν Μανασσῆς ἐν τῷ βασιλεῦσαι αὐτὸν καὶ πεντηκονταπέντε ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 33,1 Ο Μανασσής ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, όταν ήτο δώδεκα ετών. Εβασίλευσε δε εις την Ιερουσαλήμ επί πεντήκοντα πέντε έτι.
 
Β Παραλ. 33,2 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου ἀπὸ πάντων τῶν βδελυγμάτων τῶν ἐθνῶν, οὓς ἐξωλόθρευσε Κύριος ἀπὸ προσώπου τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 33,2 Εξέκλινεν όμως από τον δρόμον του Θεού και διέπραξε τας πονηράς πράξεις της ειδωλολατρείας ενώπιον του Κυρίου. Κατεσκεύασεν αγάλματα όλων των βδελυρών θεοτήτων, που είχαν τα άλλα έθνη, τα οποία ο Κυριος εξωλόθρευσεν εμπρός από τους Ισραηλίτας.
 
Β Παραλ. 33,3 καὶ ἐπέστρεψε καὶ ᾠκοδόμησε τὰ ὑψηλά, ἃ κατέσπασεν Ἐζεκίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ, καὶ ἔστησε στήλας τοῖς Βααλὶμ καὶ ἐποίησεν ἄλση καὶ προσεκύνησε πάσῃ τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐδούλευσεν αὐτοῖς.
Β Παραλ. 33,3 Εκτισε πάλιν τους υψηλούς τόπους, τους οποίους ο πατήρ του ο Εζεκίας είχε κατεδαφίσει, έστησε ειδωλολατρικάς στήλας εις τα είδωλα του Βαάλ, καθιέρωσεν άλση προς τιμήν της Αστάρτης, προσεκύνησεν όλην την στρατιάν των αστέρων του ουρανού και έγινε δούλος εις τα είδωλα.
 
Β Παραλ. 33,4 καὶ ᾠκοδόμησε θυσιαστήρια ἐν οἴκῳ Κυρίου, οὗ εἶπε Κύριος· ἐν Ἱερουσαλὴμ ἔσται τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν αἰῶνα.
Β Παραλ. 33,4 Ανοικοδόμησε μάλιστα και ειδωλολατρικά θυσιαστήρια εντός του ναού του Κυρίου στον τόπον, δια τον οποίον ο Κυριος είχεν είπει· “εις την Ιερουσαλήμ θα είναι και θα ακούεται αιωνίως το Ονομά μου”.
 
Β Παραλ. 33,5 καὶ ᾠκοδόμησε θυσιαστήρια πάσῃ τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ ἐν ταῖς δυσὶν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 33,5 Ανοικοδόμησε θυσιαστήρια εις τας δύο αυλάς του ναού του Κυρίου προς τιμήν όλης της στρατιάς των αστέρων του ουρανού.
 
Β Παραλ. 33,6 καὶ αὐτὸς διήγαγε τὰ τέκνα αὐτοῦ ἐν πυρὶ ἐν Γεβενεννὸμ καὶ ἐκληδονίζετο καὶ οἰωνίζετο καὶ ἐφαρμακεύετο καὶ ἐποίησεν ἐγγαστριμύθους καὶ ἐπᾳοιδούς· καὶ ἐπλήθυνε τοῦ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ παροργίσαι αὐτόν.
Β Παραλ. 33,6 Επέρασεν ο ίδιος τα παιδιά του με το εξαγνιστικόν, τάχα, πυρ, όπως εσυνήθιζαν οι ειδωλολάτραι εις την Γεβενεννόμ, εσυμβουλεύετο τους μάντεις, τους οιωνοσκόπους, τους μάγους, ανέδειξεν ανθρώπους που ωμιλούσαν με την κοιλίαν, και άλλους οι οποίοι έψαλλον μαγικά άσματα. Ετσι δε διέπραξε πλήθος πονηρά έργα της ειδωλολατρείας, ώστε να εξοργίση εναντίον του τον Θεόν.
 
Β Παραλ. 33,7 καὶ ἔθηκε τὸ γλυπτὸν καὶ τὸ χωνευτόν, εἰκόνα ἣν ἐποίησεν, ἐν οἴκῳ Θεοῦ, οὗ εἶπε Θεὸς πρὸς Δαυὶδ καὶ πρὸς Σαλωμὼν υἱὸν αὐτοῦ· ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ καὶ Ἱερουσαλήμ, ἣν ἐξελεξάμην ἐκ πασῶν φυλῶν Ἰσραήλ, θήσω τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν αἰῶνα·
Β Παραλ. 33,7 Κατεσκεύασεν ένα γλυπτόν άγαλμα και ένα άλλο χυτόν και τα ετοποθέτησεν στον ναόν του Θεού, εκεί όπου ο Θεός είπε προς τον Δαυίδ και προς τον υιόν του τον Σολομώντα, ότι “στον ναόν αυτόν και εις την πόλιν αυτήν την Ιερουσαλήμ, την οποίαν εγώ εξέλεξα από όλας τας φυλάς του ισραηλιτικού λαού, θα θέσω το Ονομά μου, δια να είναι και να ακούεται στους αιώνας.
 
Β Παραλ. 33,8 καὶ οὐ προσθήσω σαλεῦσαι τὸν πόδα Ἰσραὴλ ἀπὸ τῆς γῆς, ἧς ἔδωκα τοῖς πατράσιν αὐτῶν, πλὴν ἐὰν φυλάσσωνται τοῦ ποιῆσαι πάντα, ἃ ἐνετειλάμην αὐτοῖς, κατὰ πάντα τὸν νόμον καὶ τὰ προστάγματα καὶ τὰ κρίματα ἐν χειρὶ Μωϋσῆ.
Β Παραλ. 33,8 Δεν θα αφήσω πλέον να σαλευθή το πόδι του ισραηλιτικού μου λαού από την χώραν αυτήν, την οποίαν έδωκα στους πατέρας των, υπό τον όρόν όμως να προσέξουν αυτοί να εφαρμόζουν όλα όσα τους έχω διατάξει σύμφωνα με τον Νομον και με τα προστάγματα και τας θείας αποφάσεις, που έχουν δοθή δια του Μωϋσέως”.
 
Β Παραλ. 33,9 καὶ ἐπλάνησε Μανασσῆς τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλὴμ τοῦ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ὑπὲρ πάντα τὰ ἔθνη, ἃ ἐξῇρε Κύριος ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 33,9 Ο Μανασσής όχι μόνον εξέκλινεν ο ίδιος εις την ειδωλολατρείαν, αλλά παρεπλάνησε και τους Ιουδαίους γενικώς και τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, ώστε και αυτοί να υποπέσουν στο μεγάλον κακόν της ειδωλολατρείας, και μάλιστα περισσότερον από όλα τα αλλά έθνη, τα οποία είχεν αποδιώξει ο Κυριος από το πρόσωπον των Ισραηλιτών.
 
Β Παραλ. 33,10 καὶ ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ Μανασσῆ καὶ ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐπήκουσαν.
Β Παραλ. 33,10 Ωμίλησεν ο Κυριος στον Μανασσήν και στον λαόν αυτού και τους συνέστησε να μετανοήσουν. Εκείνοι όμως δεν υπήκουσαν εις την προτροπήν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 33,11 καὶ ἤγαγε Κύριος ἐπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἄρχοντας τῆς δυνάμεως τοῦ βασιλέως Ἀσσούρ, καὶ κατέλαβον τὸν Μανασσῆ ἐν δεσμοῖς καὶ ἔδησαν αὐτὸν ἐν πέδαις καὶ ἤγαγον εἰς Βαβυλῶνα.
Β Παραλ. 33,11 Δια τούτο ο Κυριος έφερεν εναντίον αυτών τους στρατηγούς του στρατού του βασιλέως της Ασσυρίας, οι οποίοι και συνέλαβον τον Μανασσήν, τον έδεσαν και δεμένον με χειροπέδας τον έφεραν εις την Βαβυλώνα.
 
Β Παραλ. 33,12 καὶ ὡς ἐθλίβη, ἐζήτησε τὸ πρόσωπον Θεοῦ τοῦ Κυρίου αὐτοῦ καὶ ἐταπεινώθη σφόδρα ἀπὸ προσώπου Θεοῦ πατέρων αὐτοῦ.
Β Παραλ. 33,12 Ο Μανασσής επειδή κατεβαρύνθη πολύ από την θλίψιν, ικέτευσε Κυριον τον Θεόν, εταπεινώθη πάρα πολύ ενώπιον του Θεού των πατέρων του
 
Β Παραλ. 33,13 καὶ προσηύξατο πρὸς αὐτόν, καὶ ἐπήκουσεν αὐτοῦ· καὶ ἐπήκουσε τῆς βοῆς αὐτοῦ καὶ ἐπέστρεψεν αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐπὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ· καὶ ἔγνω Μανασσῆς, ὅτι Κύριος αὐτός ἐστι Θεός.
Β Παραλ. 33,13 και προσευχήθη προς τον Θεόν. Ο δε Θεός ήκουσε την θερμήν προσευχήν του, τον απηλευθέρωσε και τον επανέφερεν εις την Ιερουσαλήμ στον βασιλικόν του θρόνον. Ο Μανασσής έμαθε τότε καλά, ότι ο Κυριος αυτός είναι ο αληθινός Θεός.
 
Β Παραλ. 33,14 καὶ μετὰ ταῦτα ᾠκοδόμησε τεῖχος ἔξω τῆς πόλεως Δαυὶδ ἀπὸ λιβὸς κατὰ Γιὼν ἐν τῷ χειμάῤῥῳ καὶ κατὰ τὴν εἴσοδον τὴν διὰ τῆς πύλης τῆς ἰχθυϊκῆς ἐκπορευομένων τὴν πύλην τὴν κυκλόθεν καὶ εἰς Ὀφλὰ καὶ ὕψωσε σφόδρα. καὶ κατέστησεν ἄρχοντας τῆς δυνάμεως ἐν πάσαις ταῖς πόλεσι ταῖς τειχήρεσιν ἐν Ἰούδᾳ
Β Παραλ. 33,14 Μετά ταύτα ο Μανασσής οικοδόμησε το έξω από την πόλιν Δαυίδ τείχος προς δυσμάς πλησίον της πηγής Γιών και του χειμάρρου Κέδρων μέχρι της εισόδου της πύλης των ιχθύων, ώστε αυτό περιέκλεισε την έξοδον της πύλης, την Οφλά. Υψωσε αυτό εις μέγα ύψος, εγκατέστησε δε διοικητάς του στρατού εις όλας τας οχυράς πόλεις της Ιουδαίας.
 
Β Παραλ. 33,15 καὶ περιεῖλε τοὺς θεοὺς τοὺς ἀλλοτρίους καὶ τὸ γλυπτὸν ἐξ οἴκου Κυρίου καὶ πάντα τὰ θυσιαστήρια, ἃ ᾠκοδόμησεν ἐν ὄρει οἴκου Κυρίου καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἔξωθεν τῆς πόλεως.
Β Παραλ. 33,15 Εξέβαλε τα αγάλματα των ξένων θεών και το γλυπτόν άγαλμα από τον ναόν του Κυρίου. Επίσης εκρήμνισεν όλα τα θυσιαστήρια, τα οποία είχεν οικοδομήσει στο όρος του ναού του Κυρίου εν Ιερουσαλήμ και έξω από την πόλιν.
 
Β Παραλ. 33,16 καὶ κατώρθωσε τὸ θυσιαστήριον Κυρίου καὶ ἐθυσίασεν ἐπ᾿ αὐτὸ θυσίαν σωτηρίου καὶ αἰνέσεως καὶ εἶπε τῷ Ἰούδᾳ τοῦ δουλεύειν Κυρίῳ Θεῷ Ἰσραήλ·
Β Παραλ. 33,16 Ανώρθωσε το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων του Κυρίου και επάνω εις αυτό προσέφερε θυσίας σωτηρίου και αινέσεως και προέτρεψεν εντόνως τους Ιουδαίους να λατρεύουν Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ.
 
Β Παραλ. 33,17 πλὴν ἔτι ὁ λαὸς ἐπὶ τῶν ὑψηλῶν ἐθυσίαζε, πλὴν Κύριος ὁ Θεὸς αὐτῶν.
Β Παραλ. 33,17 Παρ' όλα όμως αυτά ο λαός εξακολουθούσε να προσφέρη θυσίας στους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους. Εν τούτοις ο Κυριος ο Θεός ήτο μαζή των.
 
Β Παραλ. 33,18 καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Μανασσῆ καὶ ἡ προσευχὴ αὐτοῦ ἡ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ λόγοι τῶν ὁρώντων τῶν λαλούντων πρὸς αὐτὸν ἐπ᾿ ὀνόματι Θεοῦ Ἰσραὴλ
Β Παραλ. 33,18 Τα υπόλοιπα έργα του Μανασσή, όπως η προσευχή του προς τον Θεόν, και οι λόγοι των προφητών, οι οποίοι του ωμιλούσαν εν ονόματι του Θεού του Ισραήλ,
 
Β Παραλ. 33,19 ἰδοὺ ἐπὶ λόγων προσευχῆς αὐτοῦ, ὡς καὶ ἐπήκουσεν αὐτοῦ, καὶ πᾶσαι αἱ ἁμαρτίαι αὐτοῦ καὶ ἀποστάσεις αὐτοῦ καὶ οἱ τόποι, ἐφ᾿ οἷς ᾠκοδόμησεν ἐν αὐτοῖς τὰ ὑψηλὰ καὶ ἔστησεν ἐκεῖ ἄλση καὶ γλυπτά, πρὸ τοῦ ἐπιστρέψαι, ἰδοὺ γέγραπται ἐπὶ τῶν λόγων τῶν ὁρώντων.
Β Παραλ. 33,19 η εις τα λόγια της προσευχής του απάντησις του Θεού, πως δηλαδή εισήκουσεν ο Θεός αυτόν, αι αμαρτίαι του, αι αποστασίαι του και τα μέρη εις τα οποία αυτός είχεν ανοικοδομήσει τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, τα αγάλματα της Αστάρτης και τα άλλα γλυπτά αγάλματα, τα οποία είχε τοποθετήσει και ελάτρευεν ως θεούς πριν μετανοήση, είναι όλα αυτά γραμμένα εις τα βιβλία των προφητών.
 
Β Παραλ. 33,20 καὶ ἐκοιμήθη Μανασσῆς μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν παραδείσῳ οἴκου αὐτοῦ· καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ Ἀμὼν υἱὸς αὐτοῦ.
Β Παραλ. 33,20 Ο Μανασσής απέθανε και τον έθαψαν με τους πατέρας του εις ένα κήπον του οίκου του. Αντί δε αυτού εβασίλευσεν ο υιός του Αμών.
 
Β Παραλ. 33,21 Ὢν ἐτῶν εἴκοσι καὶ δύο Ἀμὼν ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ δύο ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 33,21 Οταν ο Αμών ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον ήτο είκοσι δύο ετών. Εβασίλευσε δε επί δύο έτη εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 33,22 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, ὡς ἐποίησε Μανασσῆς ὁ πατὴρ αὐτοῦ, καὶ πᾶσι τοῖς εἰδώλοις, οἷς ἐποίησε Μανασσῆς ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ἔθυεν Ἀμὼν καὶ ἐδούλευσεν αὐτοῖς.
Β Παραλ. 33,22 Διέπραξε και αυτός το μέγα αμάρτημα της ειδωλολατρείας, όπως και ο πατήρ του ο Μανασσής, εθυσίαζεν εις αυτά και τα υπηρετούσε δουλικώς.
 
Β Παραλ. 33,23 καὶ οὐκ ἐταπεινώθη ἐναντίον Κυρίου, ὡς ἐταπεινώθη Μανασσῆς ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ὅτι υἱὸς αὐτοῦ Ἀμὼν ἐπλήθυνε πλημμέλειαν.
Β Παραλ. 33,23 Αλλά δεν εταπεινώθη ενώπιον του Κυρίου, όπως είχε ταπεινωθή και μετενόησε ο Μανασσής ο πατήρ του. Εξ αντιθέτου ο υιός του Μανασσή ο Αμών διέπραξε πλήθος ανομιών.
 
Β Παραλ. 33,24 καὶ ἐπέθεντο αὐτῷ οἱ παῖδες αὐτοῦ καὶ ἐπάταξαν αὐτὸν ἐν οἴκῳ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 33,24 Οι δούλοι του όμως έκαμαν συνωμοσίαν εναντίον του και τον εφόνευσαν μέσα στον οίκον του.
 
Β Παραλ. 33,25 καὶ ἐπάταξεν ὁ λαὸς τῆς γῆς τοὺς ἐπιθεμένους ἐπὶ τὸν βασιλέα Ἀμών, καὶ ἐβασίλευσεν ὁ λαὸς τῆς γῆς τὸν Ἰωσίαν υἱὸν αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 33,25 Αλλ' ο λαός της χώρας εθανάτωσε τους συνωμοτήσαντας εναντίον του βασιλέως Αμών, ανεβίβασε δε στον βασιλικόν θρόνον αντ' αυτού τον υιόν του Ιωσίαν.
 
Κεφάλαιο 34ο
Β Παραλ. 34,1 Ὢν ὀκτὼ ἐτῶν Ἰωσίας ἐν τῷ βασιλεῦσαι αὐτὸν καὶ τριάκοντα καὶ ἓν ἔτος ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 34,1 Οταν ο Ιωσίας ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, ήτο οκτώ ετών· εβασίλευσε δε εις την Ιερουσαλήμ επί τριάκοντα και εν έτη.
 
Β Παραλ. 34,2 καὶ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐναντίον Κυρίου καὶ ἐπορεύθη ἐν ὁδοῖς Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ οὐκ ἐξέκλινε δεξιὰ καὶ ἀριστερά.
Β Παραλ. 34,2 Αυτός έπραξε το ορθόν και ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, εβάδισεν εις τας οδούς της ευσεβείας του προπάτορός του Δαυίδ, δεν εξέκλινεν ούτε δεξιά ούτε αριστερά.
 
Β Παραλ. 34,3 καὶ ἐν τῷ ὀγδόῳ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ -καὶ αὐτὸς ἔτι παιδάριον- ἤρξατο τοῦ ζητῆσαι Κύριον τὸν Θεὸν Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ δωδεκάτῳ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἤρξατο τοῦ καθαρίσαι τὸν Ἰούδαν καὶ τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τῶν ὑψηλῶν καὶ τῶν ἄλσεων καὶ ἀπὸ τῶν περιβωμίων καὶ ἀπὸ τῶν χωνευτῶν.
Β Παραλ. 34,3 Κατά το όγδοον έτος της βασιλείας του, όταν ακόμη ήτο νεαρός, ήρχισε να λατρεύη εν επιγνώσει Κυριον τον Θεόν του προπάτορός του Δαυίδ. Κατά δε το δωδέκατον έτος της βασιλείας του άρχισε να καθαρίζη την χώραν της Ιουδαίας και την πόλιν της Ιερουσαλήμ από τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, από τα άλση της Αστάρτης, από τους βωμούς και από τα χυτά αγάλματα.
 
Β Παραλ. 34,4 καὶ κατέσπασε τὰ κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ θυσιαστήρια τῶν Βααλὶμ καὶ τὰ ὑψηλὰ τὰ ἐπ᾿ αὐτῶν καὶ ἔκοψε τὰ ἄλση καὶ τὰ γλυπτὰ καὶ τὰ χωνευτὰ συνέτριψε καὶ ἐλέπτυνε καὶ ἔῤῥιψεν ἐπὶ πρόσωπον τῶν μνημάτων τῶν θυσιαζόντων αὐτοῖς
Β Παραλ. 34,4 Διέταξε και εκρήμνισαν έμπροσθέν του τα θυσιαστήρια του Βααλ, τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, κατέκοψε τα αγάλματα της Αστάρτης, τα δε γλυπτά και χωνευτά αγάλματα συνέτριψε, τα έκαμε μικρά κομμάτια και τα συντρίμματά των τα έρριψεν επάνω εις τα μνήματα εκείνων, οι οποίοι, όταν εζούσαν, εθυσίαζαν εις αυτά.
 
Β Παραλ. 34,5 καὶ ὀστᾶ ἱερέων κατέκαυσεν ἐπὶ τὰ θυσιαστήρια· καὶ ἐκαθάρισε τὸν Ἰούδαν καὶ τὴν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 34,5 Ο Ιωσίας κατέκαυσε τα οστά των ιερέων επάνω εις τα ειδωλολατρικά αυτά θυσιαστήρια και εκαθάρισεν έτσι από τον μολυσμόν της ειδωλολατρείας την χώραν της Ιουδαίας και την πόλιν Ιερουσαλήμ,
 
Β Παραλ. 34,6 καὶ ἐν πόλεσι Μανασσῆ καὶ Ἐφραὶμ καὶ Συμεὼν καὶ Νεφθαλὶ καὶ τοῖς τόποις αὐτῶν κύκλῳ
Β Παραλ. 34,6 καθώς επίσης και τας πόλεις των φυλών Μανασσή, Εφραίμ, Συμεών και Νεφθαλί και τας γύρω από αυτάς περιοχάς,
 
Β Παραλ. 34,7 καὶ κατέσπασε τὰ θυσιαστήρια καὶ τὰ ἄλση, καὶ εἴδωλα κατέκοψε λεπτὰ καὶ πάντα τὰ ὑψηλὰ ἔκοψεν ἀπὸ πάσης τῆς γῆς Ἰσραήλ, καὶ ἀπέστρεψεν εἰς Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 34,7 εθρυμμάτισε τα ειδωλολατρικά θυσιαστήρια, τα δε αγάλματα της Αστάρτης συνέτριψεν εις λεπτά τεμάχια. Ολους τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους κατέστρεψε καθ' όλην την έκτασιν της ιουδαϊκής χώρας. Επειτα δε από αυτά επέστρεψεν εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 34,8 Καὶ ἐν τῷ ἔτει τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ τῆς βασιλείας αὐτοῦ τοῦ καθαρίσαι τὴν γῆν καὶ τὸν οἶκον ἀπέστειλε τὸν Σαφὰν υἱὸν Ἐσελία καὶ τὸν Μαασὰ ἄρχοντα τῆς πόλεως καὶ τὸν Ἰουὰχ υἱὸν Ἰωάχαζ τὸν ὑπομνηματογράφον αὐτοῦ κραταιῶσαι τὸν οἶκον Κυρίου τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 34,8 Κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του, αφού ήδη είχε καθαρίσει την χώραν και τον ναόν του Θεού από τον μολυσμόν της ειδωλολατρείας, απέστειλεν ο Ιωσίας τον Σαφάν ο υιόν του Εσελία, τον Μαασά τον άρχοντα της πόλεως Ιερουσαλήμ, τον υιόν του Ιωάχαζ Ιουάχ, τον αρχειοφύλακά του, δια να συσκεφθούν περί της επιδιορθώσεως του ναού Κυρίου του Θεού του.
 
Β Παραλ. 34,9 καὶ ἦλθον πρὸς Χελκίαν τὸν ἱερέα τὸν μέγαν καὶ ἔδωκαν τὸ ἀργύριον τὸ εἰσενεχθὲν εἰς οἶκον Θεοῦ, ὃ συνήγαγον οἱ Λευῖται φυλάσσοντες τὴν πύλην ἐκ χειρὸς Μανασσῆ καὶ Ἐφραὶμ καὶ τῶν ἀρχόντων καὶ ἀπὸ παντὸς καταλοίπου ἐν Ἰσραὴλ καὶ υἱῶν Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ οἰκούντων ἐν Ἱερουσαλήμ,
Β Παραλ. 34,9 Ηλθαν, λοιπόν, προς τον αρχιερέα Χελκίαν και παρέδωσαν τα χρήματα, τα οποία είχαν προσφερθή εις τυν ναόν του Θεού και τα οποία είχαν συγκεντρώσει οι Λευίται οι θυρωροί. Αυτά τα χρήματα είχαν προσφερθή από τας φυλάς Μανασσή και Εφραίμ και από τους αρχηγούς όλων των άλλων Ισραηλιτών, των ανδρών της φυλής Ιούδα και του Βενιαμίν και των κατοίκων της Ιερουσαλήμ
 
Β Παραλ. 34,10 καὶ ἔδωκαν αὐτὸ ἐπὶ χεῖρα ποιούντων τὰ ἔργα οἱ καθεσταμένοι ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ ἔδωκαν αὐτὸ ποιοῦσι τὰ ἔργα, οἳ ἐποίουν ἐν οἴκῳ Κυρίου, ἐπισκευάσαι καὶ κατισχῦσαι τὸν οἶκον.
Β Παραλ. 34,10 Αυτό το χρήμα το παρέδωσαν εις τα χέρια των εργολάβων, οι οποίοι ήσαν υπεύθυνοι δια την συντήρησιν του οίκου του Κυρίου. Αυτοί δε οι εργολάβοι έδιδαν τα χρήματα στους εργάτας, οι οποίοι θα ανελάμβαναν να εργασθούν στον ναόν του Κυρίου δια την επιδιόρθωσιν και ενίσχυσιν αυτού.
 
Β Παραλ. 34,11 καὶ ἔδωκαν τοῖς τέκτοσι καὶ τοῖς οἰκοδόμοις ἀγοράσαι λίθους τετραπέδους καὶ ξύλα εἰς δοκοὺς στεγάσαι τοὺς οἴκους, οὓς ἐξωλόθρευσαν βασιλεῖς Ἰούδα·
Β Παραλ. 34,11 Αυτοί έδωσαν χρήματα στους ξυλουργούς και τους κτίστας να αγοράσουν λίθους πελεκημένους και ξύλα ως δοκούς, δια να στεγάσουν τα διαμερίσματα εκείνα του ναού, τα οποία οι ασεβείς βασιλείς του Ιούδα είχαν καταστρέψει.
 
Β Παραλ. 34,12 καὶ οἱ ἄνδρες ἐν πίστει ἐπὶ τῶν ἔργων, καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν ἐπίσκοποι Ἰὲθ καὶ Ἀβδίας οἱ Λευῖται ἐξ υἱῶν Μεραρὶ καὶ Ζαχαρίας καὶ Μοσολλὰμ ἐκ τῶν υἱῶν Καὰθ ἐπισκοπεῖν καὶ πᾶς Λευίτης καὶ πᾶς συνιὼν ἐν ὀργάνοις ᾠδῶν.
Β Παραλ. 34,12 Οι εργάται αυτοί ειργάσθησαν πιστώς εις την εργασίαν των. Επόπται δε εις αυτούς ήσαν οι Λευίται Ιέθ και Αβδίας από τους απογόνους του Μεραρί ο Ζαχαρίας και ο Μοσολλάμ από τους απογόνους του Καάθ. Αυτοί επέβλεπον τας εργασίας, μαζή δε με αυτούς και κάθε Λευίτης, μάλιστα δε εκείνοι οι οποίοι εγνώριζαν και ημπορούσαν να παίζουν μουσικά όργανα.
 
Β Παραλ. 34,13 καὶ ἐπὶ τῶν νωτοφόρων καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ποιούντων τὰ ἔργα ἐργασία καὶ ἐργασία, καὶ ἀπὸ τῶν Λευιτῶν γραμματεῖς καὶ κριταὶ καὶ πυλωροί.
Β Παραλ. 34,13 Αυτοί επίσης επέβλεπαν τους αχθοφόρους και διηύθυνον γενικώς όλους εκείνους, οι οποίοι ειργάζοντο εις τας διαφόρους εργασίας. Μεταξύ δε αυτών υπήρχον ακόμη και Λευίται γραμματείς, κριταί και θυρωροί.
 
Β Παραλ. 34,14 καὶ ἐν τῷ ἐκφέρειν αὐτοὺς τὸ ἀργύριον τὸ εἰσοδιασθὲν εἰς οἶκον Κυρίου εὗρε Χελκίας ὁ ἱερεὺς βιβλίον νόμου Κυρίου διὰ χειρὸς Μωυσῆ.
Β Παραλ. 34,14 Οταν αυτοί μετέφεραν στον ναόν του Κυρίου το εισπραχθέν αργύριον, ο αρχιερεύς Χελκίας εύρε τότε το βιβλίον του Νομου του Κυρίου, το οποίον είχε γραφή από το χέρι του Μωϋσέως.
 
Β Παραλ. 34,15 καὶ ἀπεκρίθη Χελκίας καὶ εἶπε πρὸς Σαφὰν τὸν γραμματέα· βιβλίον νόμου εὗρον ἐν οἴκῳ Κυρίου· καὶ ἔδωκε Χελκίας τὸ βιβλίον τῷ Σαφάν.
Β Παραλ. 34,15 Ο Χελκίας ωμίλησε προς τον γραμματέα Σαφάν σχετικώς και του είπε· “ευρήκα το βιβλίον του Νομου στον ναόν του Κυρίου”. Ο Χελκίας παρέδωσε το βιβλίον αυτό στον Σαφάν.
 
Β Παραλ. 34,16 καὶ εἰσήνεγκε Σαφὰν τὸ βιβλίον πρὸς τὸν βασιλέα καὶ ἀπέδωκεν ἔτι τῷ βασιλεῖ λόγον· πᾶν τὸ δοθὲν ἀργύριον ἐν χειρὶ τῶν παίδων σου τῶν ποιούντων τὸ ἔργον,
Β Παραλ. 34,16 Ο Σαφάν έφερε το βιβλίον αυτό προς τον βασιλέα και συγχρόνως έδωσεν εις αυτόν λογαριασμόν δια το αργύριον του ναού και είπεν· “όλον το χρήμα, το οποίον ευρέθη, εδόθη στους δούλους σου, οι οποίοι έχουν αναλάβει να κάμουν το έργον της επιδιορθώσεως του ναού.
 
Β Παραλ. 34,17 καὶ ἐχώνευσαν τὸ ἀργύριον τὸ εὑρεθὲν ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ ἔδωκαν ἐπὶ χεῖρα τῶν ἐπισκόπων καὶ ἐπὶ χεῖρα τῶν ποιούντων τὴν ἐργασίαν.
Β Παραλ. 34,17 Ηριθμήθη, δηλαδή, το κατατεθέν αργύριον στον ναόν και το παρέδωκαν εις τα χέρια των εποπτών. Εκείνοι πάλιν παρέδωκαν αυτό εις εκείνους, που ανέλαβαν την εκτέλεσιν της εργασίας στον ναόν”.
 
Β Παραλ. 34,18 καὶ ἀπήγγειλε Σαφὰν ὁ γραμματεὺς τῷ βασιλεῖ λόγον λέγων· βιβλίον δέδωκέ μοι Χελκίας ὁ ἱερεύς· καὶ ἀνέγνω αὐτὸ Σαφὰν ἐναντίον τοῦ βασιλέως.
Β Παραλ. 34,18 Ο γραμματεύς Σαφάν κατέστησε συγχρόνως γνωστόν στον βασιλέα και περί του βιβλίου και είπε· “ο αρχιερεύς ο Χελκίας μου έδωκε βιβλίον”. Ο Σαφάν ανέγνωσε το βιβλίον αυτό ενώπιον του βασιλέως.
 
Β Παραλ. 34,19 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς τοὺς λόγους τοῦ νόμου, καὶ διέῤῥηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ.
Β Παραλ. 34,19 Οταν ο βασιλεύς ήκουσε τους λόγους του Νομου, έσχισε τα ενδύματά του.
 
Β Παραλ. 34,20 καὶ ἐνετείλατο βασιλεὺς τῷ Χελκίᾳ καὶ τῷ Ἀχικὰμ υἱῷ Σαφὰν καὶ τῷ Ἀβδὼν υἱῷ Μιχαία καὶ τῷ Σαφὰν τῷ γραμματεῖ καὶ τῷ Ἀσαΐᾳ παιδὶ τοῦ βασιλέως λέγων·
Β Παραλ. 34,20 Ο βασιλεύς έδωσε τότε εντολήν στον Χελκίαν και τον Αχικάμ, υιόν του Σαφάν, τον Αβδών υιόν του Μιχαία, τον Σαφάν τον γραμματέα, και τον Ασαΐα τον δούλον του και τους είπε·
 
Β Παραλ. 34,21 πορεύθητε ζητήσατε τὸν Κύριον περὶ ἐμοῦ καὶ περὶ παντὸς τοῦ καταλειφθέντος ἐν Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδᾳ περὶ τῶν λόγων τοῦ βιβλίου τοῦ εὑρεθέντος, ὅτι μέγας ὁ θυμὸς Κυρίου ἐκκέκαυται ἐν ἡμῖν, διότι οὐκ εἰσήκουσαν οἱ πατέρες ἡμῶν τῶν λόγων Κυρίου τοῦ ποιῆσαι κατὰ πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ.
Β Παραλ. 34,21 “πηγαίνετε και ζητήσετε να μάθετε από τον Κυριον, ποίαν σχέσιν έχουν τα λόγια του βιβλίου αυτού δι' εμέ και δι' όλους τους απομείναντας Ισραηλίτας και Ιουδαίους, διότι από αυτό φαίνεται, ότι έχει ανάψει μεγάλος ο θυμός του Κυρίου εναντίον μας, επειδή οι πατέρες μας δεν υπήκουσαν και δεν συνεμορφώθησαν προς τα λόγια του Κυρίου, δια να εφαρμόσουν όλας τας εντολάς, που είναι γραμμέναι στο βιβλίον τούτο.
 
Β Παραλ. 34,22 καὶ ἐπορεύθη Χελκίας καὶ οἷς εἶπεν ὁ βασιλεὺς πρὸς Ὄλδαν τὴν προφῆτιν γυναῖκα Σελλὴμ υἱοῦ Θεκωὲ υἱοῦ Ἀρὰς φυλάσσουσαν τὰς ἐντολάς -καὶ αὕτη κατῴκει ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐν μασαναί- καὶ ἐλάλησαν αὐτῇ κατὰ ταῦτα.
Β Παραλ. 34,22 Ο Χελκίας επήγε μαζή με εκείνους, τους οποίους ώρισεν ο βασιλεύς, προς την Ολδαν την προφήτιδα, σύζυγον του Σελλήμ υιού του Θεκωέ του υιού του Αράς, η οποία εφοβείτο τον Κυριον και ετήρει τας εντολάς του. -Αυτή η Ολδα κατοικούσεν εις την Ιερουσαλήμ εις την δευτέραν συνοικίαν. -Οι απεσταλμένοι της είπαν, όσα διετάχθησαν από τον βασιλέα.
 
Β Παραλ. 34,23 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· οὕτως εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· εἴπατε τῷ ἀνδρὶ τῷ ἀποστείλαντι ὑμᾶς πρός με.
Β Παραλ. 34,23 Η Ολδα απήντησεν εις αυτούς· “ειπέτε στον άνδρα, ο οποίος σας έστειλε προς εμέ,
 
Β Παραλ. 34,24 οὕτω λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐπάγω ἐπὶ τὸν τόπον τοῦτον κακά, τοὺς πάντας λόγους τοὺς γεγραμμένους ἐν τῷ βιβλίῳ τῷ ἀνεγνωσμένῳ ἐναντίον τοῦ βασιλέως Ἰούδα,
Β Παραλ. 34,24 αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού, εγώ επιφέρω συμφοράς στον τόπον τούτον, σύμφωνα με τους λόγους, που είναι γραμμένοι στο βιβλίον, το οποίον ανεγνώσθη ενώπιον του βασιλέως των Ιουδαίων.
 
Β Παραλ. 34,25 ἀνθ᾿ ὧν ἐγκατέλιπόν με καὶ ἐθυμίασαν θεοῖς ἀλλοτρίοις, ἵνα παροργίσωσί με ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτῶν· καὶ ἐξεκαύθη ὁ θυμός μου ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ καὶ οὐ σβεσθήσεται.
Β Παραλ. 34,25 Θα εξαποστείλω δε τας συμφοράς αυτάς, επειδή οι Ιουδαίοι με εγκατέλιπαν και προσέφεραν θυμίαμα εις ξένους ειδωλολατρικούς θεούς, ώστε να με παροργίσουν με όλα τα έργα των χειρών των. Ο θυμός μου άναψε εναντίον του τόπου τούτου και δεν θα σβήση.
 
Β Παραλ. 34,26 καὶ ἐπὶ βασιλέα Ἰούδα τὸν ἀποστείλαντα ὑμᾶς τοῦ ζητῆσαι τὸν Κύριον οὕτως ἐρεῖτε αὐτῷ· οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· τοὺς λόγους, οὓς ἤκουσας,
Β Παραλ. 34,26 Ειδικώτερον στον βασιλέα του Ιούδα, ο οποίος σας έστειλε να ζητήσετε και να μάθετε παρά του Κυρίου το θέλημά του, θα πήτε εις αυτόν τα εξής· Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραήλ ως προς τους λόγους, που ήκουσες και οι οποίοι προαναγγέλλουν τιμωρίας.
 
Β Παραλ. 34,27 καὶ ἐνετράπη ἡ καρδία σου καὶ ἐταπεινώθης ἀπὸ προσώπου μου ἐν τῷ ἀκοῦσαί σε τοὺς λόγους μου ἐπὶ τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας αὐτὸν καὶ ἐταπεινώθης ἐναντίον μου καὶ διέῤῥηξας τὰ ἱμάτιά σου καὶ ἔκλαυσας κατεναντίον μου, καὶ ἐγὼ ἤκουσα, φησὶ Κύριος·
Β Παραλ. 34,27 Επειδή η καρδία σου μετενόησε και εταπεινώθης ενώπιόν μου, μόλις ήκουσες τους απειλητικούς τούτους λόγους εναντίον του τόπου αυτού και εναντίον εκείνων που τον κατοικούν, και μετενόησες ενώπιόν μου και έσχισες τα ενδύματά σου από λύπην και έκλαυσες συντετριμμένος ενώπιόν μου, εγώ σε ήκουσα, λέγει ο Κυριος.
 
Β Παραλ. 34,28 ἰδοὺ προστίθημί σε πρὸς τοὺς πατέρας σου, καὶ προστεθήσῃ πρὸς τὰ μνήματά σου ἐν εἰρήνῃ, καὶ οὐκ ὄψονται οἱ ὀφθαλμοί σου ἐν πᾶσι τοῖς κακοῖς, οἷς ἐγὼ ἐπάγω ἐπὶ τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας αὐτόν. καὶ ἀπέδωκαν τῷ βασιλεῖ λόγον,
Β Παραλ. 34,28 Ιδού, εγώ θα σε αφήσω να αποθάνης εν ειρήνη και να προστεθής στους πατέρας σου. Θα προστεθής εις τα μνήματα των προπατόρων σου αποθνήσκων εν ειρήνη και έτσι τα μάτια σου δεν θα ίδουν καμμίαν από τας συμφοράς, τας οποίας εγώ θα εξαποστείλω εναντίον του τόπου τούτου και εναντίον εκείνων, που κατοικούν εις αυτόν”. Οι απεσταλμένοι μετέφεραν την απάντησιν αυτήν προς τον βασιλέα.
 
Β Παραλ. 34,29 καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς καὶ συνήγαγε τοὺς πρεσβυτέρους Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 34,29 Απέστειλεν ο βασιλεύς αγγελιαφόρους και συνεκέντρωσε τους πρεσβυτέρους της Ιουδαίας και της πόλεως Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 34,30 καὶ ἀνέβη ὁ βασιλεὺς εἰς οἶκον Κυρίου καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλὴμ καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου· καὶ ἀνέγνω ἐν ὠσὶν αὐτῶν πάντας λόγους βιβλίου τῆς διαθήκης τοὺς εὑρεθέντας ἐν οἴκῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 34,30 Ανέβηκεν ο βασιλεύς στον ναόν του Κυρίου και μαζή με αυτόν ανέβηκαν όλοι οι Ιουδαίοι, οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, οι ιερείς και οι Λευίται και όλος ο λαός από τον μικρότερον έως τον μεγαλύτερον. Εκεί ο βασιλεύς ανέγνωσεν εις επήκοον αυτών όλους τους λόγους του βιβλίου της διαθήκης, οι οποίοι ευρέθησαν στον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 34,31 καὶ ἔστη ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τὸν στῦλον καὶ διέθετο διαθήκην ἐναντίον Κυρίου τοῦ πορευθῆναι ἐνώπιον Κυρίου τοῦ φυλάσσειν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ μαρτύρια καὶ προστάγματα αὐτοῦ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ καὶ ἐν ὅλῃ ψυχῇ, ὥστε ποιεῖν τοὺς λόγους τῆς διαθήκης τοὺς γεγραμμένους ἐπὶ τῷ βιβλίῳ τούτῳ.
Β Παραλ. 34,31 Επειτα ο βασιλεύς εστάθη όρθιος εις υψηλόν βάθρον και έκαμε διαθήκην ενώπιον του Κυρίου και έδωσε την υπόσχεσιν, ότι οι Ιουδαίοι θα πορευθούν ενώπιον του Κυρίου φυλάσσοντες τας εντολάς αυτού, τα μαρτύριά του και τα προστάγματά του με όλην των την καρδίαν και με όλην των την ψυχήν. Θα εφαρμόζουν τας εντολάς της διαθήκης, αι οποίαι είναι γραμμέναι στο βιβλίον τούτο.
 
Β Παραλ. 34,32 καὶ ἔστησε πάντας τοὺς εὑρεθέντας ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ Βενιαμίν, καὶ ἐποίησαν οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλὴμ διαθήκην ἐν οἴκῳ Κυρίου Θεοῦ πατέρων αὐτῶν.
Β Παραλ. 34,32 Επειτα υπεχρέωσεν όλους, όσοι ευρέθησαν εις την Ιερουσαλήμ, όπως και της φυλής Βενιαμίν, να μείνουν πιστοί εις την διαθήκην αυτήν του Κυρίου. Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ συνεμορφώθησαν και έπραξαν σύμφωνα με την διαθήκην του Θεού, του Θεού των πατέρων των.
 
Β Παραλ. 34,33 καὶ περιεῖλεν Ἰωσίας τὰ πάντα βδελύγματα ἐκ πάσης τῆς γῆς, ἣ ἦν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ ἐποίησε πάντας τοὺς εὑρεθέντας ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν Ἰσραὴλ τοῦ δουλεύειν Κυρίῳ Θεῷ αὐτῶν πάσας τὰς ἡμέρας αὐτοῦ· οὐκ ἐξέκλινεν ἀπὸ ὄπισθεν Κυρίου Θεοῦ πατέρων αὐτοῦ.
Β Παραλ. 34,33 Επειτα ο Ιωσίας έβγαλεν όλα τα βδελυρά είδωλα από όλην την χώραν, η οποία ανήκεν στους Ισραηλίτας, και υπεχρέωσε καθ' όλας τας ημέρας της ζωής του όλους, όσοι ευρέθησαν εις την Ιερουσαλήμ και εις την χώραν του Ισραήλ, να γίνουν και να μείνουν όλας τας ημέρας της ζωής των δούλοι Κυρίου του Θεού των. Ο ίδιος δε δεν παρεξέκλινε καθόλου από την ευθείαν οδόν, αλλά ηκολούθησε τον Κυριον και Θεόν των πατέρων του.
 
Κεφάλαιο 35ο
Β Παραλ. 35,1 Καὶ ἐποίησεν Ἰωσίας τὸ φασὲκ τῷ Κυρίῳ Θεῷ αὐτοῦ, καὶ ἔθυσε τὸ φασὲκ τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου.
Β Παραλ. 35,1 Ο Ιωσίας εόρτασε το Πασχα προς δόξαν Κυρίου του Θεού αυτού. Προσέφερεν ως θυσίαν τον πασχάλιον αμνόν κατά την δεκάτην τετάρτην ημέραν του πρώτου μηνός.
 
Β Παραλ. 35,2 καὶ ἔστησε τοὺς ἱερεῖς ἐπὶ τὰς φυλακὰς αὐτῶν καὶ κατίσχυσεν αὐτοὺς εἰς τὰ ἔργα οἴκου Κυρίου.
Β Παραλ. 35,2 Διώρισε τους ιερείς εις τας υπηρεσίας των και τους ανεθάρυννε να εκτελούν τας εργασίας των στον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 35,3 καὶ εἶπε τοῖς Λευίταις τοῖς δυνατοῖς ἐν παντὶ Ἰσραὴλ τοῦ ἁγιασθῆναι αὐτοὺς τῷ Κυρίῳ, καὶ ἔθηκαν τὴν κιβωτὸν τὴν ἁγίαν εἰς τὸν οἶκον, ὃν ᾠκοδόμησε Σαλωμὼν υἱὸς Δαυὶδ τοῦ βασιλέως Ἰσραήλ. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· οὐκ ἔστιν ὑμῖν ἐπ᾿ ὤμων ἆραι οὐδέν· νῦν οὖν λειτουργήσατε τῷ Κυρίῳ Θεῷ ὑμῶν καὶ τῷ λαῷ αὐτοῦ Ἰσραὴλ
Β Παραλ. 35,3 Εις δε τους Λευίτας, οι οποίοι είχον ως καθήκον να διδάσκουν όλον τον ισραηλιτικόν λαόν και ήσαν αφιερωμένοι στον Κυριον, είπε και έθεσαν την Ιεράν Κιβωτόν στον ναόν, τον οποίον οικοδόμησεν ο Σολομών ο υιός του Δαυίδ του βασιλέως του ισραηλιτικού λαού. Και προσέθεσεν ο βασιλεύς. “Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να σηκώνετε τίποτε επάνω στους ώμους σας. Από τώρα και στο εξής θα προσφέρετε τας άλλας υπηρεσίας εις Κυριον τον Θεόν σας και στον λαόν αυτού τον ισραηλιτικόν.
 
Β Παραλ. 35,4 καὶ ἑτοιμάσθητε κατ᾿ οἴκους πατριῶν ὑμῶν καὶ κατὰ τὰς ἐφημερίας ὑμῶν κατὰ τὴν γραφὴν Δαυὶδ βασιλέως Ἰσραὴλ καὶ διὰ χειρὸς Σαλωμὼν υἱοῦ αὐτοῦ
Β Παραλ. 35,4 Τακτοποιηθήτε κατά τους πατριαρχικούς σας οίκους και κατά τας τάξεις σύμφωνα με την ταξινόμησίν σας, την οποίαν γραπτώς παρέδωκεν ο Δαυίδ ο βασιλεύς του Ισραήλ και η οποία παρεδόθη μέχρις ημών δια του υιού του του Σολομώντος.
 
Β Παραλ. 35,5 καὶ στῆτε ἐν τῷ οἴκῳ κατὰ τὰς διαιρέσεις οἴκων πατριῶν ὑμῶν τοῖς ἀδελφοῖς ὑμῶν υἱοῖς τοῦ λαοῦ, καὶ μερὶς οἴκου πατριᾶς τοῖς Λευίταις,
Β Παραλ. 35,5 Να είσθε, λοιπόν, πάντοτε έτοιμοι προς υπηρεσίαν στον ναόν του Κυρίου, σύμφωνα με τας τάξεις των πατριαρχικών σας οίκων μεταξύ των αδελφών σας του ισραηλιτικού λαού. Θα υπάρχη λοιπόν, δια τους Λευίτας μία κατανομή σύμφωνα με τους οίκους των πατριαρχικών οικογενειών των.
 
Β Παραλ. 35,6 καὶ θύσατε τὸ φασὲκ καὶ ἑτοιμάσατε τοῖς ἀδελφοῖς ὑμῶν τοῦ ποιῆσαι κατὰ τὸν λόγον Κυρίου διὰ χειρὸς Μωυσῆ.
Β Παραλ. 35,6 Βοηθήσατε, λοιπόν, εις την θυσίαν του Πασχα και ετοιμάσατε αυτήν δια τους αδελφούς σας σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, που εδόθη δια μέσου του Μωϋσέως”.
 
Β Παραλ. 35,7 καὶ ἀπήρξατο Ἰωσίας τοῖς υἱοῖς τοῦ λαοῦ πρόβατα καὶ ἀμνοὺς καὶ ἐρίφους ἀπὸ τῶν τέκνων τῶν αἰγῶν, πάντα εἰς τὸ φασέκ, καὶ πάντας τοὺς εὑρεθέντας εἰς ἀριθμὸν τριάκοντα χιλιάδας καὶ μόσχων τρεῖς χιλιάδας· ταῦτα ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τοῦ βασιλέως.
Β Παραλ. 35,7 Ο βασιλεύς Ιωσίας έκαμεν αρχήν και έδωσεν στον λαόν πρόβατα, αμνούς, ερίφια αιγών· έδωσεν όλα αυτά δια το Πασχα και δι' όλους εκείνους, οι οποίοι ευρέθησαν εκεί. Ο αριθμός των προβάτων, που προσεφέρθησαν, ανήλθεν εις τριάκοντα χιλιάδας, των δε μόσχων εις τρεις χιλιάδας. Ολα δε αυτά προήρχοντο από την ιδιαιτέραν περιουσίαν του βασιλέως.
 
Β Παραλ. 35,8 καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ ἀπήρξαντο τῷ λαῷ καὶ τοῖς ἱερεῦσι καὶ τοῖς Λευίταις· ἔδωκε δὲ Χελκίας καὶ Ζαχαρίας καὶ Ἰειὴλ οἱ ἄρχοντες τοῖς ἱερεῦσιν οἴκου Θεοῦ καὶ ἔδωκεν εἰς τὸ φασὲκ πρόβατα καὶ ἀμνοὺς καὶ ἐρίφους δισχίλια ἑξακόσια καὶ μόσχους τριακοσίους.
Β Παραλ. 35,8 Και οι άρχοντες του βασιλέως προσέφεραν στον λαόν, στους ιερείς και στους Λευίτας ζώα προς θυσίας. Ο Χελκίας, ο Ζαχαρίας, ο Ιειήλ, οι αρχηγοί, έδωκαν στους ιερείς του ναού του Θεού δια το Πασχα δύο χιλιάδας εξακόσια πρόβατα, αμνούς και ερίφια και τριακοσίους μόσχους.
 
Β Παραλ. 35,9 καὶ Χωνενίας καὶ Βαναίας καὶ Σαμαίας καὶ Ναθαναὴλ ἀδελφὸς αὐτοῦ καὶ Ἀσαβίας καὶ Ἰειὴλ καὶ Ἰωζαβὰδ ἄρχοντες τῶν Λευιτῶν ἀπήρξαντο τοῖς Λευίταις εἰς τὸ φασὲκ πρόβατα πεντακισχίλια καὶ μόσχους πεντακοσίους.
Β Παραλ. 35,9 Ο Χωνενίας, ο Βαναίας, ο Σαμαίας και ο αδελφός του ο Ναθαναήλ, ο Ασαβίας, ο Ιειήλ, ο Ιωζαβάδ, οι αρχηγοί των Λευιτών έδωκαν προθύμως προς τους Λευίτας δια το Πασχα πέντε χιλιάδας πρόβατα και πεντακοσίους μόσχους.
 
Β Παραλ. 35,10 καὶ κατωρθώθη ἡ λειτουργία, καὶ ἔστησαν οἱ ἱερεῖς ἐπὶ τὴν στάσιν αὐτῶν καὶ οἱ Λευῖται ἐπὶ τὰς διαιρέσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ βασιλέως
Β Παραλ. 35,10 Ετσι δε ετακτοποιήθη η όλη υπηρεσία. Οι ιερείς ίσταντο εις τας θέσεις των, οι Λευίται εις τας τάξεις των, σύμφωνα με την εντολήν του βασιλέως.
 
Β Παραλ. 35,11 καὶ ἔθυσαν τὸ φασέκ, καὶ προσέχεαν οἱ ἱερεῖς τὸ αἷμα ἐκ χειρὸς αὐτῶν, καὶ οἱ Λευῖται ἐξέδειραν.
Β Παραλ. 35,11 Οι Λευίται εθυσίαζαν τας πασχαλινάς θυσίας, οι δε ιερείς ελάμβαναν τα αίμα των θυσιών από τα χέρια των Λευιτών και έχυναν αυτό στο θυσιαστήριον. Οι Λευίται είχαν αναλάβει επί πλέον το έργον της εκδοράς των θυσιαζομένων ζώων.
 
Β Παραλ. 35,12 καὶ ἡτοίμασαν τὴν ὁλοκαύτωσιν παραδοῦναι αὐτοῖς κατὰ τὴν διαίρεσιν κατ᾿ οἴκους πατριῶν τοῖς υἱοῖς τοῦ λαοῦ τοῦ προσάγειν τῷ Κυρίῳ, ὡς γέγραπται ἐν βίβλῳ Μωυσῆ, καὶ οὕτως εἰς τὸ πρωΐ.
Β Παραλ. 35,12 Ετακτοποίησαν τα τεμάχια τα προοριζόμενα προς ολοκαύτωσιν, δια να παραδώσουν αυτά εις τας τάξεις των οικογενειών των ανθρώπων του λαού, να προσφέρουν αυτά προς τον Κυριον, όπως είναι γραμμένον στο βιβλίον του Μωϋσέως. Το ίδιο έκαμε και δια την θυσίαν της επομένης ημέρας.
 
Β Παραλ. 35,13 καὶ ὤπτησαν τὸ φασὲκ ἐν πυρὶ κατὰ τὴν κρίσιν καὶ τὰ ἅγια ὕψησαν ἐν τοῖς χαλκείοις καὶ ἐν τοῖς λέβησι· καὶ εὐωδώθη, καὶ ἔδραμον πρὸς πάντας τοὺς υἱοὺς τοῦ λαοῦ.
Β Παραλ. 35,13 Εψησαν ταν πασχάλιον αμνόν στο πυρ, όπως διέτασσεν ο Νομος, τας δε άλλας ιεράς θυσίας έβρασαν εις τα χάλκινα δοχεία και τους λέβητας. Το έργον των κατευωδώθη. Κατόπιν έσπευσαν να διανείμουν αυτά εις όλους τους ανθρώπους του λαού.
 
Β Παραλ. 35,14 καὶ μετὰ τὸ ἑτοιμάσαι αὐτοῖς καὶ τοῖς ἱερεῦσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἐν τῷ ἀναφέρειν τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ τὰ στέατα ἕως νυκτός, καὶ οἱ Λευῖται ἡτοίμασαν αὐτοῖς καὶ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν υἱοῖς Ἀαρών.
Β Παραλ. 35,14 Κατόπιν ητοίμασαν το Πασχα δι' αυτούς και δια τους ιερείς. Ητοίμασαν δε αυτοί τα Πασχα και δια τους ιερείς, επειδή οι ιερείς ήσαν απησχολημένοι να προσφέρουν τα ολοκαυτώματα και τα λιπαρά μέρη των ζώων έως την νύκτα. Δι' αυτό οι Λευίται ητοίμασαν το Πασχα και δια τον εαυτόν των και δια τους αδελφούς των τους ιερείς, τους απογόνους του Ααρών.
 
Β Παραλ. 35,15 καὶ οἱ ψαλτῳδοὶ υἱοὶ Ἀσὰφ ἐπὶ τῆς στάσεως αὐτῶν κατὰ τὰς ἐντολὰς Δαυὶδ καὶ Ἀσὰφ καὶ Αἰμὰν καὶ Ἰδιθὼμ οἱ προφῆται τοῦ βασιλέως καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ πυλωροὶ πύλης καὶ πύλης, οὐκ ἦν αὐτοῖς κινεῖσθαι ἀπὸ τῆς λειτουργίας τῶν ἁγίων, ὅτι ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ Λευῖται ἡτοίμασαν αὐτοῖς.
Β Παραλ. 35,15 Οι ψάλται οι απόγονοι του Ασάφ ευρίσκοντο και αυτοί εις τας θέσεις των σύμφωνά με τας εντολάς, που είχε δώσει ο Δαυίδ, ο Ασάφ, ο Αιμάν και ο Ιδιθώμ, οι προφήται αυτοί του βασιλέως και οι άρχοντες αυτού. Επίσης εις τας θέσεις των ευρίσκοντο και οι θυρωροί των διαφόρων πυλών, διότι εις αυτούς δεν ήτο επιτετραμμένον να μετακινηθούν από τας θέσεις των, από την υπηρεσίαν δηλαδή των ιερών χώρων. Δι' αυτό και οι αδελφοί των, οι Λευίται, ητοίμασαν και δι' αυτούς το Πασχα.
 
Β Παραλ. 35,16 καὶ κατωρθώθη καὶ ἡτοιμάσθη πᾶσα ἡ λειτουργία Κυρίου ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τοῦ ποιῆσαι τὸ φασὲκ καὶ ἐνεγκεῖν τὰ ὁλοκαυτώματα ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον Κυρίου κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ βασιλέως Ἰωσίου.
Β Παραλ. 35,16 Ετσι επετεύχθη και ητοιμάσθη όλη η λειτουργία της υπηρεσίας του Κυρίου κατά την ημέραν εκείνην, ώστε να εορτασθή το Πασχα, να προσφερθούν τα ολοκαυτώματα στο θυσιαστήριον του Κυρίου σύμφωνα με την εντολήν του βασιλέως Ιωσίου.
 
Β Παραλ. 35,17 καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ οἱ εὑρεθέντες τὸ φασὲκ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἑπτὰ ἡμέρας.
Β Παραλ. 35,17 Οι Ισραηλίται, οι οποίοι ευρέθησαν εκεί, εώρτασαν το Πασχα κατά τον καιρόν εκείνον και την εορτήν των αζύμων επί επτά ημέρας.
 
Β Παραλ. 35,18 καὶ οὐκ ἐγένετο φασὲκ ὅμοιον αὐτῷ ἐν Ἰσραὴλ ἀπὸ ἡμερῶν Σαμουὴλ τοῦ προφήτου καὶ παντὸς βασιλέως Ἰσραὴλ οὐκ ἐποίησαν τὸ φασέκ, ὃ ἐποίησεν Ἰωσίας καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ Ἰσραὴλ ὁ εὑρεθεὶς καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ τῷ Κυρίῳ.
Β Παραλ. 35,18 Ομοιον Πασχα προς αυτό δεν είχεν εορτασθή μεταξύ των Ισραηλιτών από τας ημέρας του προφήτου Σαμουήλ. Κανείς βασιλεύς του Ισραήλ δεν εώρτασε τόσον λαμπρόν Πασχα, όμοιον προς εκείνο που εώρτασεν ο βασιλεύς Ιωσίας, οι ιερείς, οι Λευίται, όλοι οι Ιουδαίοι και οι Ισραηλίται, που ήσαν εκεί παρόντες, μαζή με τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 35,19 τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ ἔτει τῆς βασιλείας Ἰωσίου ἐποιήθη τὸ φασὲκ τοῦτο.
Β Παραλ. 35,19 Αυτό το Πασχα έγινε κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του Ιωσίου.
 
Β Παραλ. 35,19α καὶ τοὺς ἐγγαστριμύθους καὶ τοὺς γνώστας καὶ τὰ θεραφὶν καὶ τὰ εἴδωλα καὶ τὰ καρησίμ, ἃ ἦν ἐν γῇ Ἰούδα καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐνεπύρισεν ὁ βασιλεὺς Ἰωσίας, ἵνα στήσῃ τοὺς λόγους τοῦ νόμου τοὺς γεγραμμένους ἐπὶ τοῦ βιβλίου, οὗ εὗρε Χελκίας ὁ ἱερεὺς ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου.
Β Παραλ. 35,19α Ο βασιλεύς Ιωσίας παρέδωσεν στο πυρ τους εγγαστριμύθους, τους μάγους, τα ειδωλολατρικά αγαλμάτια, τα είδωλα και τα άλλα βδελυρά σύμβολα της ειδωλολατρικής θρησκείας, τα οποία υπήρχον εις την χώραν της Ιουδαίας και εις την πόλιν Ιερουσαλήμ, δια να εφαρμόση έτσι τας εντολάς του Νομου, που ήσαν γραμμέναι στο βιβλίον, το οποίον είχεν ανεύρει ο Χελκίας ο αρχιερεύς στον ναόν του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 35,19β ὅμοιος αὐτῷ οὐκ ἐγενήθη ἔμπροσθεν αὐτοῦ, ὃς ἐπέστρεψε πρὸς Κύριον ἐν ὅλῃ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ ἐν ὅλῃ ψυχῇ αὐτοῦ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ κατὰ πάντα τὸν νόμον Μωυσῆ, καὶ μετ᾿ αὐτὸν οὐκ ἀνέστη ὅμοιος αὐτῷ·
Β Παραλ. 35,19β Βασιλεύς όμοιος προς τον Ιωσίαν δεν υπήρξε ποτέ προ αυτού, ο οποίος να είχε δώσει προς τον Κυριον όλην του την καρδίαν και όλην του την ψυχήν και όλην του την δύναμιν, δια να ζήση σύμφωνα με όλα όσα υπήρχον στον Νομον του Μωϋσέως. Αλλά και έπειτα από αυτόν δεν παρουσιάσθη όμοιος προς αυτόν βασιλεύς.
 
Β Παραλ. 35,19γ πλὴν οὐκ ἀπεστράφη Κύριος ἀπὸ ὀργῆς θυμοῦ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου, οὗ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐν τῷ Ἰούδᾳ, ἐπὶ πάντα τὰ παροργίσματα αὐτοῦ, ἃ παρώργισε Μανασσῆς.
Β Παραλ. 35,19γ Ο Κυριος όμως δεν απέστρεψεν την φοβεράν και μεγάλην αυτού οργήν εναντίον του Ιούδα και εναντίον όλων των εξοργιστικών ειδωλολατρικών πράξεων, με τας οποίας ο Μανασσής προηγουμένως είχε παροργίσει τον Θεόν.
 
Β Παραλ. 35,19δ καὶ εἶπε Κύριος· καί γε τὸν Ἰούδαν ἀποστήσω ἀπὸ προσώπου μου, καθὼς ἀπέστησα τὸν Ἰσραήλ, καὶ ἀπωσάμην τὴν πόλιν, ἣν ἐξελεξάμην τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ τὸν οἶκον ὃν εἶπα· ἔσται τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ.
Β Παραλ. 35,19δ Δια τούτο ο Κυριος είπε· “και από αυτούς ακόμη τους Ιουδαίους θα αποσύρω την προστασίαν μου, όπως την απέσυρα από τον άλλον ισραηλιτικόν λαόν και θα απωθήσω μακράν από εμέ την Ιερουσαλήμ, την πόλιν, την οποίαν εγώ εξέλεξα και τον ναόν, δια τον οποίον εγώ είχα είπει· Εκεί θα υμνήται το Ονομά μου”.
 
Β Παραλ. 35,20 Καὶ ἀνέβη φαραὼ Νεχαὼ βασιλεὺς Αἰγύπτου ἐπὶ τὸν βασιλέα Ἀσσυρίων ἐπὶ τὸν ποταμὸν Εὐφράτην, καὶ ἐπορεύθη βασιλεὺς Ἰωσίας εἰς συνάντησιν αὐτῷ.
Β Παραλ. 35,20 Ετσι και έγινε. Ο Φαραώ Νεχαώ, βασιλεύς της Αιγύπτου εξεστράτευσεν εναντίον των Ασσυρίων παρά τον ποταμόν τον Ευφράτην. Ο βασιλεύς Ιωσίας εξήλθε, δια να πολεμήση εναντίον του.
 
Β Παραλ. 35,21 καὶ ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν ἀγγέλους λέγων· τί ἐμοὶ καὶ σοί, βασιλεῦ Ἰούδα; οὐκ ἐπὶ σὲ ἥκω σήμερον πόλεμον πολεμῆσαι, καὶ ὁ Θεὸς εἶπε τοῦ κατασπεῦσαί με· πρόσεχε ἀπὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ μετ᾿ ἐμοῦ μὴ καταφθείρῃ σε.
Β Παραλ. 35,21 Ο Φαραώ απέστειλεν αγγελιαφόρους προς τον Ιωσίαν και του είπα· “τι διαφοράς έχομεν ημείς μεταξύ μας, βασιλέα του Ιούδα; Εγώ δεν έχω έλθει σήμερον να πολεμήσω εναντίον σου, διότι ο Θεός με διέταξε να σπεύσω εναντίον άλλων. Παψε λοιπόν να εξοργίζης τον θεόν μου, δια να μη σε εξολοθρεύση”.
 
Β Παραλ. 35,22 καὶ οὐκ ἀπέστρεψεν Ἰωσίας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀπ᾿ αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἢ πολεμεῖν αὐτὸν ἐκραταιώθη καὶ οὐκ ἤκουσε τῶν λόγων Νεχαὼ διά στόματος Θεοῦ καὶ ἦλθε τοῦ πολεμῆσαι ἐν τῷ πεδίῳ Μαγεδδώ.
Β Παραλ. 35,22 Ο Ιωσίας όμως δεν ηθέλησε να αποχωρήση από τον βασιλέα της Αιγύπτου, αλλά ώρμησε να πολεμήση εναντίον του. Δεν ήκουσε τα λόγια του Νεχαώ, που ήσαν λόγια του Θεού, και ήλθε να πολεμήση εναντίον του Νεχαώ, εις την πεδιάδα Μαγεδδώ.
 
Β Παραλ. 35,23 καὶ ἐτόξευσαν οἱ τοξόται ἐπὶ βασιλέα Ἰωσίαν· καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς παισὶν αὐτοῦ· ἐξαγάγετέ με, ὅτι ἐπόνεσα σφόδρα.
Β Παραλ. 35,23 Οι τοξόται του Φαραώ έρριψαν τα τόξα των εναντίον του βασιλέως Ιωσία και τον επλήγωσαν. Ο βασιλεύς είπεν στους δούλους του· “βγάλτε με μακράν από την μάχην, διότι επληγώθηκα βαρειά”.
 
Β Παραλ. 35,24 καὶ ἐξήγαγον αὐτὸν οἱ παῖδες αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἅρματος καὶ ἀνεβίβασαν αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἅρμα τὸ δευτεραῖον, ὃ ἦν αὐτῷ, καὶ ἤγαγον αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλήμ· καὶ ἀπέθανε καὶ ἐτάφη μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ. καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλὴμ ἐπένθησαν ἐπὶ Ἰωσίαν,
Β Παραλ. 35,24 Οι δούλοι του τον κατέβασαν από το πολεμικόν του άρμα και τον ανεβίβασαν εις δεύτερον άρμα αναπαυτικώτερον, το οποίον ανήκεν εις αυτόν, και έτσι τον έφεραν εις την Ιερουσαλήμ. Ο Ιωσίας απέθανε και ετάφη μαζή με τους προπάτοράς του. Ολοι οι Ιουδαίοι, μάλιστα δε οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, επένθησαν δια τον θάνατον του Ιωσίου.
 
Β Παραλ. 35,25 καὶ ἐθρήνησεν Ἱερεμίας ἐπὶ Ἰωσίαν, καὶ εἶπαν πάντες οἱ ἄρχοντες καὶ αἱ ἄρχουσαι θρῆνον ἐπὶ Ἰωσίαν ἕως τῆς σήμερον· καὶ ἔδωκαν αὐτὸν εἰς πρόσταγμα ἐπὶ Ἰσραήλ, καὶ ἰδοὺ γέγραπται ἐπὶ τῶν θρήνων.
Β Παραλ. 35,25 Ωδάς θρήνων συνέθεσεν ο προφήτης Ιερεμίας δια τον Ιωσίαν. Ολοι δε οι ψαλτωδοί, άνδρες και γυναίκες, συνέθεσαν και αυτοί θρήνους δια ταν Ιωσίαν, οι οποίοι υπάρχουν μέχρι σήμερον. Οι θρήνοι δε αυτοί δια τον Ιωσίαν επεβλήθησαν και εψάλλοντο από όλον τον ισραηλιτικόν λαόν. Ιδού, αυτοί οι θρήνοι έχουν γραφή στο βιβλίον των θρήνων.
 
Β Παραλ. 35,26 καὶ ἦσαν οἱ λοιποὶ λόγοι Ἰωσίου καὶ ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ γεγραμμένα ἐν νόμῳ Κυρίου·
Β Παραλ. 35,26 Τα υπόλοιπα έργα του Ιωσίου και αι άλλαι αυτού πράξεις, όπως και η έλπίς του εις όλα όσα ήσαν γραμμένα στον Νομον του Κυρίου,
 
Β Παραλ. 35,27 καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι ἰδοὺ γεγραμμένοι ἐπὶ βιβλίῳ βασιλέων Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα.
Β Παραλ. 35,27 τα έργα αυτού, τα πρώτα και τα τελευταία, ιδού, είναι γραμμένα στο βιβλίον των βασιλέων του Ισραήλ και του Ιούδα.
 
Κεφάλαιο 36ο
Β Παραλ. 36,1 Καὶ ἔλαβεν ὁ λαὸς τῆς γῆς τὸν Ἰωάχαζ υἱὸν Ἰωσίου καὶ ἔχρισαν αὐτόν, καὶ κατέστησαν αὐτὸν ἀντὶ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,1 Ο ιουδαϊκός λαός επήρε τον Ιωάχαζ υιόν του Ιωσίου, τον έχρισαν βασιλέα και εγκατέστησαν αυτόν ως βασιλέα αντί του πατρός του εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 36,2 υἱὸς εἴκοσι καὶ τριῶν ἐτῶν Ἰωάχαζ ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ τρίμηνον ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ,
Β Παραλ. 36,2 Ο Ιωάχαζ, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, ήτο είκοσι τριών ετών. Τρεις μήνας εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 36,2α καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Ἀμιτὰλ θυγάτηρ Ἱερεμίου ἐκ Λοβενά.
Β Παραλ. 36,2α Η μητέρα του ωνομάζετο Αμιτάλ, ήτο δε θυγάτηρ του Ιερεμίου, ο οποίος κατήγετο από την Λοβενά.
 
Β Παραλ. 36,2β καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου κατὰ πάντα, ἃ ἐποίησαν οἱ πατέρες αὐτοῦ.
Β Παραλ. 36,2β Ο Ιωαχάζ διέπραξε το μεγάλο αμάρτημα της ειδωλολατρείας, όπως ακριβώς είχαν πράξει οι προπάτορές του.
 
Β Παραλ. 36,2γ καὶ ἔδησεν αὐτὸν φαραὼ Νεχαὼ ἐν Δεβλαθὰ ἐν γῇ Αἰμάθ, τοῦ μὴ βασιλεύειν αὐτὸν ἐν Ἱερουσαλήμ,
Β Παραλ. 36,2γ Ο Νεχαώ ο Φαραώ τον έδεσεν εις την πόλιν Δεβλαθά της χώρας Αιμάθ, δια να παύση πλέον να είναι βασιλεύς της Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 36,3 καὶ μετήγαγεν αὐτὸν ὁ βασιλεὺς εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἐπέβαλε φόρον ἐπὶ τὴν γῆν ἑκατὸν τάλαντα ἀργυρίου καὶ τάλαντον χρυσίου.
Β Παραλ. 36,3 Ο βασιλεύς Νεχαώ τον μετέφερε κατόπιν εις την Αίγυπτον και υπέβαλεν εις την χώραν του φόρον εκατόν τάλαντα αργυρίου και ένα τάλαντον χρυσίου.
 
Β Παραλ. 36,4 καὶ κατέστησε φαραὼ Νεχαὼ τὸν Ἐλιακὶμ υἱὸν Ἰωσίου βασιλέα ἐπὶ Ἰούδα ἀντὶ Ἰωσίου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ μετέστρεψε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωακίμ· καὶ τὸν Ἰωάχαζ ἀδελφὸν αὐτοῦ ἔλαβε φαραὼ Νεχαώ, καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ.
Β Παραλ. 36,4 Ο Φαραώ Νεχαώ εγκατέστησεν ως βασιλέα επί της Ιουδαίας τον Ελιακίμ, υιόν του Ιωσίου, αντί του πατρός του Ιωσίου, το δε όνομά του το μετέβαλεν εις Ιωακίμ. Ο Φαραώ Νεχαώ επήρε τον αδελφόν του Ιωακίμ, τον Ιωάχαζ, και τον μετέφερεν εις την Αίγυπτον. Εκεί ο Ιωάχαζ απέθανεν.
 
Β Παραλ. 36,4α καὶ τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον ἔδωκε τῷ φαραῷ· τότε ἤρξατο ἡ γῆ φορολογεῖσθαι τοῦ δοῦναι τὸ ἀργύριον ἐπὶ στόμα φαραώ, καὶ ἕκαστος κατὰ δύναμιν ἀπῄτει τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον παρὰ τοῦ λαοῦ τῆς γῆς δοῦναι φαραῷ Νεχαῷ.
Β Παραλ. 36,4α Ο Ιωακίμ εδιδεν στον Φαραώ κάθε έτος το επιβληθέν ως φόρον αργύριον και χρυσίον. Δια την πληρωμήν του φόρου αυτού η χώρα της Ιουδαίας ήρχισε να φορολογήται, δια να δίδεται το ορισθέν από τον Φαραώ ποσόν. Από κάθε φορολογούμενον της Ιουδαίας εζητείτο το κατά δύναμιν αργύριον και χρυσίον, δια να συγκεντρώνεται έτσι και δίδεται το ορισθέν ποσόν στον Φαραώ Νεχαώ.
 
Β Παραλ. 36,5 Ὢν εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν Ἰωακὶμ ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ ἕνδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Ζεχωρὰ θυγάτηρ Νηρίου ἐκ Ῥαμά. καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου κατὰ πάντα ὅσα ἐποίησαν οἱ πατέρες αὐτοῦ.
Β Παραλ. 36,5 Ο Ιωακίμ ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, όταν ήτο είκοσι πέντε ετών. Εβασίλευσεν επί ένδεκα έτη εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Ζεχωρά, ήτο δε θυγάτηρ του Νηρίου του καταγομένου από την Ραμά. Και αυτός διέπραξε το μεγάλο αμάρτημα της ειδωλολατρείας ενώπιον του Κυρίου και ηκολούθησεν όλα όσα είχαν κάμει και οι προπάτορές του.
 
Β Παραλ. 36,5α ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ ἦλθε Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεὺς Βαβυλῶνος εἰς τὴν γῆν, καὶ ἦν αὐτῷ δουλεύων τρία ἔτη καὶ ἀπέστη ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 36,5α Επί των ημερών του επήλθεν εναντίον της Ιουδαίας ο Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος. Ο Ιωακίμ υπετάγη εις αυτόν επί τρία έτη. Επειτα δε απεστάτησεν από αυτόν.
 
Β Παραλ. 36,5β καὶ ἀπέστειλε Κύριος ἐπ᾿ αὐτοὺς τοὺς Χαλδαίους καὶ λῃστήρια Σύρων καὶ λῃστήρια Μωαβιτῶν καὶ υἱῶν Ἀμμὼν καὶ τῆς Σαμαρείας, καὶ ἀπέστησαν μετὰ τὸν λόγον τοῦτον κατὰ τὸν λόγον Κυρίου ἐν χειρὶ τῶν παίδων αὐτοῦ τῶν προφητῶν.
Β Παραλ. 36,5β Κατόπιν ο Κυριος εξαπέστειλεν εναντίον του Ιωακίμ τους Χαλδαίους, ληστρικά σώματα Συρων και ληστρικά σώματα Μωαβιτών, Αμμωνιτών και Σαμαρειτών. Αυτοί επέδραμον εναντίον της Ιουδαίας, δια να τιμωρηθούν οι κάτοικοί της σύμφωνα με τον λόγον, τον οποίον ο Κυριος είχεν είπει δια μέσου των δούλων του των προφητών.
 
Β Παραλ. 36,5γ πλὴν θυμὸς Κυρίου ἦν ἐπὶ Ἰούδαν τοῦ ἀποστῆναι αὐτὸν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ διὰ τὰς ἁμαρτίας Μανασσῆ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐποίησε,
Β Παραλ. 36,5γ Ο θυμός του Κυρίου ήτο τόσος εναντίον των Ιουδαίων, ώστε να απομακρύνη αυτούς από την προστασίαν του εξ αιτίας όλων των αμαρτιών, τας οποίας ο Μανασσής είχε διαπράξει.
 
Β Παραλ. 36,5δ καὶ ἐν αἵματι ἀθῴῳ, ᾧ ἐξέχεεν Ἰωακὶμ καὶ ἔπλησε τὴν Ἱερουσαλὴμ αἵματος ἀθῴου, καὶ οὐκ ἠθέλησε Κύριος ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς.
Β Παραλ. 36,5δ Και ειδικώτερον εξ αιτίας του αθώου αίματος, το οποίον έχυσεν ο Ιωακίμ και το οποίον ήτο τόσον πολύ, ώστε με αυτό το αθώον αίμα επλημμύρισεν η Ιερουσαλήμ. Ο Κυριος δεν ηθέλησε να αποστείλη τιμωρίαν τότε, που διεπράττοντο αυτά, διότι ο Μανασσής είχεν εν τω μεταξύ μετανοήσει.
 
Β Παραλ. 36,6 καὶ ἀνέβη ἐπ᾿ αὐτὸν Ναβουχοδονόσορ βασιλεὺς Βαβυλῶνος καὶ ἔδησεν αὐτὸν ἐν χαλκαῖς πέδαις καὶ ἀπήγαγεν αὐτὸν εἰς Βαβυλῶνα.
Β Παραλ. 36,6 Ο Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος επήλθεν εναντίον του αποστατήσαντος Ιωακίμ, τον συνέλαβε, τον έδεσε με χαλκίνας χειροιπέδας και τον ωδήγησεν εις την Βαβυλώνα.
 
Β Παραλ. 36,7 καὶ μέρος τῶν σκευῶν οἴκου Κυρίου ἀπήνεγκεν εἰς Βαβυλῶνα καὶ ἔθηκεν αὐτὰ ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ ἐν Βαβυλῶνι.
Β Παραλ. 36,7 Ενα μέρος από τα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου επήρεν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος και τα έφερεν εις την Βαβυλώνα. Τα ετοποθέτησεν στον εν Βαβυλώνι ιδιαίτερον ναόν του.
 
Β Παραλ. 36,8 καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἰωακὶμ καὶ πάντα, ἃ ἐποίησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν Ἰούδα; καὶ ἐκοιμήθη Ἰωακὶμ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν Γανοζὰ μετά τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἰεχονίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
Β Παραλ. 36,8 Τα υπόλοιπα από τα έργα του Ιωακίμ, όλα όσα έκαμε, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον των ημερών των έργων των βασιλέων του Ιούδα; Ο Ιωακίμ εκοιμήθη, όπως και οι προπάτορές του, και ενεταφιάσθη εις Γανοζά με τους προπάτορας αυτού. ' Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του ο Ιεχονίας.
 
Β Παραλ. 36,9 Ὀκτὼ ἐτῶν Ἰεχονίας ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ τρίμηνον καὶ δέκα ἡμέρας ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου.
Β Παραλ. 36,9 Ο Ιεχονίας ήτο οχτώ ετών, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον. Εβασίλευσεν αυτός εις την Ιερουσαλήμ επί τρεις μήνας και δέκα ημέρας και διέπραξε το αμάρτημα της ειδωλολατρείας ενώπιον του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 36,10 καὶ ἐπιστρέφοντος τοῦ ἐνιαυτοῦ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ καὶ εἰσήνεγκεν αὐτὸν εἰς Βαβυλῶνα μετὰ τῶν σκευῶν τῶν ἐπιθυμητῶν οἴκου Κυρίου καὶ ἐβασίλευσε Σεδεκίαν ἀδελφὸν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐπὶ Ἰούδαν καὶ Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,10 Κατά την αρχήν του νέου έτους απέστειλεν ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ στρατιώτας και μετέφερε τον Ιεχονίαν εις την Βαβυλώνα με τα πολύτιμα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου. Ο Ναβουχοδονόσορ εγκατέστησεν ως βασιλέα εις την Ιουδαίαν και εις την πόλιν Ιερουσαλήμ τον Σεδεκίαν, αδελφόν του πατρός του Ιεχονίου.
 
Β Παραλ. 36,11 Ἐτῶν εἴκοσιν υἱὸς καὶ ἑνὸς ἔτους Σεδεκίας ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ ἕνδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,11 Ο Σεδεκίας όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον ήτο είκοσι και ενός ετών. Εβασίλευσεν αυτός εις την Ιερουσαλήμ επί ένδεκα έτη.
 
Β Παραλ. 36,12 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου Θεοῦ αὐτοῦ, οὐκ ἐνετράπη ἀπὸ προσώπου Ἱερεμίου τοῦ προφήτου καὶ ἐκ στόματος Κυρίου
Β Παραλ. 36,12 Και αυτός διέπραξε το μεγάλο αμάρτημα της ειδωλολατρείας ενώπιον Κυρίου του Θεού αυτού και δεν μετενόησεν ενώπιον του Ιερεμίου του προφήτου, ο οποίος ωμιλούσε προς αυτόν εν ονόματι του Κυρίου.
 
Β Παραλ. 36,13 ἐν τῷ τὰ πρὸς τὸν βασιλέα Ναβουχοδονόσορ ἀθετῆσαι, ἃ ὥρκισεν αὐτὸν κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐσκλήρυνε τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ τὴν καρδίαν αὐτοῦ κατίσχυσε τοῦ μὴ ἐπιστρέψαι πρὸς Κύριον Θεὸν Ἰσραήλ.
Β Παραλ. 36,13 Επανεστάτησε δε εναντίον του βασιλέως Ναβουχοδονόσορος, ο οποίος τον είχεν υποχρεώσει να του ορκισθή πίστιν, εν ονόματι του Θεού, εγωϊστής καθώς ήτο, εσκλήρυνε τον τράχηλόν του, έκαμε σκληράν την καρδίαν του, ώστε να μη επιστρέψη προς τον Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ.
 
Β Παραλ. 36,14 καὶ πάντες οἱ ἔνδοξοι Ἰούδα καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ ὁ λαὸς τῆς γῆς ἐπλήθυναν τοῦ ἀθετῆσαι ἀθετήματα βδελυγμάτων ἐθνῶν καὶ ἐμίαναν τὸν οἶκον Κυρίου τὸν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Β Παραλ. 36,14 Αλλά και όλοι οι επίσημοι Ιουδαίοι κατά τας ημέρας εκείνας και οι ιερείς και ο λαός επλήθυναν τας αμαρτίας αυτών, ελάτρευσαν τα βδελυρά είδωλα των εθνών και εμόλυναν τον ναόν του Κυρίου, που υπήρχεν εις την Ιερουσαλήμ.
 
Β Παραλ. 36,15 καὶ ἐξαπέστειλε Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων αὐτῶν ἐν χειρὶ τῶν προφητῶν αὐτοῦ ὀρθρίζων καὶ ἀποστέλλων τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ, ὅτι ἦν φειδόμενος τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἁγιάσματος αὐτοῦ·
Β Παραλ. 36,15 Παρ' όλα όμως αυτά Κυριος ο Θεός των πατέρων των απέστελλε συνεχώς και εγκαίρως δια μέσου των προφητών αυτού τας προτροπάς του προς μετάνοιαν, διότι ελυπείτο τον λαόν του και τον άγιον και ιερόν αυτού ναόν.
 
Β Παραλ. 36,16 καὶ ἦσαν μυκτηρίζοντες τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ ἐξουθενοῦντες τοὺς λόγους αὐτοῦ καὶ ἐμπαίζοντες ἐν τοῖς προφήταις αὐτοῦ, ἕως ἀνέβη ὁ θυμὸς Κυρίου ἐν τῷ λαῷ αὐτοῦ, ἕως οὐκ ἦν ἴαμα.
Β Παραλ. 36,16 Εκείνοι όμως περιγελούσαν τους αγγελιαφόρους, ειρωνεύοντο και ενέπαιζον τους προφήτας του, έως ότου άναψεν ο θυμός του Κυρίου εναντίον του λαού αυτού, ώστε να μη υπάρχον πλέον τρόπος θεραπείας δι' αυτούς.
 
Β Παραλ. 36,17 καὶ ἤγαγεν ἐπ᾿ αὐτοὺς βασιλέα Χαλδαίων, καὶ ἀπέκτεινε τοὺς νεανίσκους αὐτῶν ἐν ῥομφαίᾳ ἐν οἴκῳ ἁγιάσματος αὐτοῦ καὶ οὐκ ἐφείσατο τοῦ Σεδεκίου καὶ τὰς παρθένους αὐτῶν οὐκ ἠλέησε καὶ τοὺς πρεσβυτέρους αὐτῶν ἀπήγαγον· τὰ πάντα παρέδωκεν ἐν χερσίν αὐτῶν.
Β Παραλ. 36,17 Τοτε έφερεν εναντίον αυτών τον βασιλέα των Χαλδαίων, ο οποίος εφόνευσε τους νεαρούς Ιουδαίους δια της ρομφαίας μέσα στον άγιον ναόν και δεν ελυπήθη ούτε αυτόν τον Σεδεκίαν. Δεν αισθάνθη κανένα οίκτον ούτε απέναντι των παρθένων και των, γερόντων, τους οποίους ωδήγησεν αιχμαλώτους. Ο Θεός είχε παραδώσει τα πάντα εις τα χέρια των Χαλδαίων.
 
Β Παραλ. 36,18 καὶ πάντα τὰ σκεύη οἴκου τοῦ Θεοῦ τά μεγάλα καὶ τὰ μικρὰ καὶ τοὺς θησαυροὺς οἴκου Κυρίου καὶ πάντας τοὺς θησαυροὺς τοῦ βασιλέως καὶ τῶν μεγιστάνων, πάντα εἰσήνεγκεν εἰς Βαβυλῶνα.
Β Παραλ. 36,18 Ο Ναβουχοδονόσορ ελεηλάτησε και μετέφερεν εις την Βαβυλώνα όλα τα ιερά σκεύη, τα μικρά και τα μεγάλα, και όλους τους θησαυρούς του ναού του Κυρίου και όλους τους θησαυρούς του βασιλέως και των μεγιστάνων του.
 
Β Παραλ. 36,19 καὶ ἐνέπρησε τὸν οἶκον Κυρίου καὶ κατέσκαψε τὸ τεῖχος Ἱερουσαλὴμ καὶ τὰς βάρεις αὐτῆς ἐνέπρησεν ἐν πυρὶ καὶ πᾶν σκεῦος ὡραῖον εἰς ἀφανισμόν.
Β Παραλ. 36,19 Παρέδωκεν στο πυρ τον ναόν του Κυρίου, εκρήμνισε και ανέσκαψε το τείχος της Ιερουσαλήμ, και τα βασιλικά της ανάκτορα παρέδωκεν στο πυρ. Καθε πολύτιμον και ωραίον αντικείμενον παρέδωκεν εις καταστροφήν και αφανισμόν.
 
Β Παραλ. 36,20 καὶ ἀπῴκισε τοὺς καταλοίπους εἰς Βαβυλῶνα, καὶ ἦσαν αὐτῷ καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ εἰς δούλους ἕως βασιλείας Μήδων
Β Παραλ. 36,20 Οσους διέφυγον την σφαγήν Ιουδαίους μετέφερεν εις την Βαβυλώνα ο Ναβουχοδονόσορ. Αυτοί εχρησιμευαν ως δούλοι του, δούλοι των απογόνων του μέχρι και της βασιλείας των Μηδων.
 
Β Παραλ. 36,21 τοῦ πληρωθῆναι λόγον Κυρίου διὰ στόματος Ἱερεμίου ἕως τοῦ προσδέξασθαι τὴν γῆν τὰ σάββατα αὐτῆς σαββατίσαι· πάσας τὰς ἡμέρας ἐρημώσεως αὐτῆς ἐσαββάτισεν εἰς συμπλήρωσιν ἐτῶν ἑβδομήκοντα.
Β Παραλ. 36,21 Αυτό δε όλον έγινε, δια να εκπληρωθή ο λόγος του Κυρίου, τον οποίον είχεν εκφράσει δια του στόματος του Ιερεμίου λέγων· “η εξορία αυτή θα διαρκέση, έως ότου η χώρα συμπληρώσει τας ημέρας της αργίας των σαββάτων, κατά τα οποία οι κάτοικοί της παραβαίνοντες τον Νομον του Μωϋσέως ειργάζοντο”. Ετσι ίόλα τα έτη, που διαρκούσεν η ερήμωσις της χώρας, η γη ανεπαύθη από τας εργασίας, ώστε συνεπληρώθησαν εβδομήκοντα έτη.
 
Β Παραλ. 36,22 Ἔτους πρώτου Κύρου βασιλέως Περσῶν, μετὰ τὸ πληρωθῆναι ῥῆμα Κυρίου διὰ στόματος Ἱερεμίου, ἐξήγειρε Κύριος τὸ πνεῦμα Κύρου βασιλέως Περσῶν καὶ παρήγγειλε κηρύξαι ἐν πάσῃ τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ ἐν γραπτῷ λέγων·
Β Παραλ. 36,22 Κατά δε το πρώτον έτος της βασιλείας του Κυρου βασιλέως των Περσών, αφού συνεπληρώθησαν πλέον τα έτη της ερημώσεως σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου, που είχεν είπει δια του προφήτου Ιερεμίου, ο Κυριος διέθεσεν ευμενώς το πνεύμα Κυρου του βασιλέως των Περσών δια την αποκατάστασιν των Ιουδαίων. Διέταξε τότε ο Κύρος να κηρυχθούν εις όλην αυτού την βασιλείαν γραπτώς τα εξής·
 
Β Παραλ. 36,23 τάδε λέγει Κῦρος βασιλεὺς Περσῶν πάσαις ταῖς βασιλείαις τῆς γῆς· ἔδωκέ μοι Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αὐτὸς ἐνετείλατό μοι οἰκοδομῆσαι οἶκον αὐτῷ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ. τίς ἐξ ὑμῶν ἐκ παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ; ἔσται Θεὸς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἀναβήτω.
Β Παραλ. 36,23 “Αυτά λέγει ο Κύρος ο βασιλεύς των Περσών εις όλας τας βασιλείας της γης. Ο Κυριος ο Θεός του ουρανού μου έδωκεν αυτάς τας βασιλείας της γης και με διέταξε να ανοικοδομήσω εις την πόλιν της Ιερουσαλήμ και εις την χώραν της Ιουδαίας ναόν προς δόξαν αυτού. Ποιός λοιπόν από σας είναι από τον λαόν αυτόν των Ιουδαίων; Είναι ελεύθερος να επανέλθη εις την πατρίδα του”.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: